Διαβάζει ο Βασίλης Παπαβασιλείου, “Η Λέξη”, #189, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2006
Aκούγοντας Ανδρέα Κάλβο, Του Κώστα Βούλγαρη, Αναγνώσεις της ΑΥΓΗΣ
|Η λέξη|, τχ. 189, CD με δέκα ωδές του Ανδρέα Κάλβου, διαβάζει ο Βασίλης Παπαβασιλείου
Τον τελευταίο καιρό, η συνοδεία ενός CD, σε κάθε τεύχος λογοτεχνικού περιοδικού, γίνεται όλο και πιο συχνή. Αντιμετωπίζεται έτσι, έστω και πρόσκαιρα, η έλλειψη ικανού αναγνωστικού κοινού; Αξιοποιείται απλώς μια δυνατότητα που δίνει η τεχνολογία; Μήπως ο Λόγος υποκλίνεται στην επέλαση των οπτικοακουστικών μέσων; Μήπως και ο σκληρός πυρήνας της λογοτεχνίας προσχωρεί πλέον άνευ όρων στη λογική της διαφήμισης, όπου το κάθε προϊόν για να προωθηθεί στην αγορά θα πρέπει να έχει ή να επικαλείται ένα “πρόσθετο πλεονέκτημα” Ενστάσεις και ερωτήματα εύλογα, όμως οι απαντήσεις νομίζω πως θα πρέπει να είναι κάθε φορά συγκεκριμένες.
Το περιοδικό |η Λέξη|, με μακρά παράδοση, από ιδρύσεώς της, στη γόνιμη συνύπαρξη κειμένων, θεμάτων και ανθρώπων της λογοτεχνίας και του θεάτρου στις σελίδες της, επέλεξε την παραγωγή μιας σειράς από CD, όπου γνωστοί ηθοποιοί διαβάζουν σημαντικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πείραμα ήδη εγκαινιασθέν, με άλλους όρους, από την εποχή του βινυλίου, με τους ίδιους τους ποιητές, ή κάποιους φιλολόγους που τους είχαν “αναλάβει” γραμματολογικώς, να απαγγέλλουν, συχνά μάλιστα υπήρχε μουσική υπόκρουση. Η απαγγελία απέδιδε το κείμενο, με έναν ορισμένο τρόπο.
Στο εγχείρημα της |Λέξης| το ενδιαφέρον είναι άλλης τάξης, τα ρίσκα μεγαλύτερα. Η δεδομένη αποτύπωση της έντυπης φωνής του ποιητή, στη συνείδηση και την ευαισθησία του αναγνώστη, τώρα έχει να αναμετρηθεί με την επίσης δεδομένη αποτύπωση, στον ίδιο αναγνώστη, του προφίλ και της φωνής του γνωστού ηθοποιού που διαβάζει. Συνδυασμός πιο σύνθετος, και οπωσδήποτε επικίνδυνος για το κείμενο.
Το τελευταίο τεύχος του περιοδικού συνοδεύεται από CD, όπου ο Βασίλης Παπαβασιλείου διαβάζει δέκα ωδές του Ανδρέα Κάλβου. Ομολογώ πως δεν με εντυπωσίασε απλώς, αλλά με εξέπληξε. Με το βάρος του ονόματός του, με την καλλιτεχνική του υπόσταση, θα μπορούσε να πάει στον Κάλβο “επαγγελματικά”: να τον διαβάσει “σωστά”. Θα μπορούσε, όπως συχνά συμβαίνει με άλλους ηθοποιούς, ιδιαίτερα με πρωταγωνιστές, να προσπαθήσει να τον “οικειοποιηθεί”. Η επιλογή του Παπαβασιλείου ήταν απροσδόκητη: κάνοντας όλες τις σκέψεις που θα όφειλε να κάνει ένας επαρκής φιλόλογος ή ένας οξυδερκής κριτικός ή ένας υποψιασμένος για την τέχνη του ποιητής, αναζήτησε τα σημεία όπου θα πατούσε, προκειμένου να διανύσει το άνυσμα δύο αιώνων, κινούμενος όμως όχι με βάση την ευαισθησία του ή το υποκριτικό του εύρος, αλλά μέσα από τη διαδρομή της ποίησής μας. Και εδώ, κατ’ αρχήν απέφυγε τον σκόπελο του ύφους της γραφειοκρατικής καθαρεύουσας, που χρησιμοποιείται στις μεταφράσεις θεατρικών κειμένων της κλασσικής εποχής, γιατί θα οδηγούσε στη θυμηδία. Επίσης, απέφυγε το ύφος του περιρρέοντος ρομαντισμού του 19ου αιώνα, που θα αδικούσε κατάφωρα τον Κάλβο. Και επέλεξε, ως μεσολάβηση, ως ενδιάμεσο σταθμό, τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Αξιοποίησε συμβατά στοιχεία της ποιητικής του, αλλά, αδιόρατα, ακόμη και τον τρόπο που ο ίδιος ο ποιητής διάβασε κάποτε ποιήματά του, ώστε στις πρώτες κρίσιμες στιγμές, του ακούσματος των πρώτων στίχων του Κάλβου, προερχόμενων μάλιστα εκ της ιδιαίτερα φθαρμένης -από τη σχολική και “εθνική” χρήση της- ωδής “Ο φιλόπατρις”, ακόμα και ο πλέον επιφυλακτικός αναγνώστης-ακροατής να νιώσει μια οικειότητα αμιγώς λογοτεχνική. Και, θα πρόσθετα, να φωτιστεί αναπάντεχα κι ο Εμπειρίκος.
Το μεγάλο, το τελικό στοίχημα όμως, ήταν η μείωση της απόστασης των δύο αιώνων, χωρίς να προδίδεται ο Κάλβος, χωρίς να επεξηγείται ή να ισωπεδώνεται “εκσυγχρονιζόμενος”. Ο Παπαβασιλείου κατάφερε να μας παραδώσει (και όχι αποδώσει) έναν Κάλβο ως σύγχρονό μας ποιητή, φέρνοντας την ποιητική του κοντά στη σημερινή αισθητική μας δεκτικότητα, ενεργοποιώντας το γλωσσικό του φορτίο, καθιστώντας το δραστικό. Δεν ακούμε τον Κάλβο που “ξέραμε”, αλλά δεν τον διαβάζαμε, όμως αυτό που ακούμε είναι μόνο Κάλβος, που όντως διαβάζεται.
Με δεδομένη τη βαριά δομημένη μορφή των |Ωδών|, το μέγεθος του ποιητή, την ιστορική φόρτιση του έργου του και την αναντιστοιχία τού γλωσσικού του οργάνου σήμερα, νομίζω πως το αποτέλεσμα δικαιούται και πρέπει να εγγραφεί στην καλβική φιλολογία, ως μια ιδιότυπη, αλλά επαρκής κριτική έκδοση δέκα ωδών του Ανδρέα Κάλβου, καθ’ όλα νόμιμη.
Επιπλέον δε, προσφέρει την αναγκαία βάση αναφοράς, για να συζητήσουμε περί των συνοδευτικών CD των λογοτεχνικών περιοδικών ή, άλλως, για τη λογοτεχνία στην ψηφιακή εποχή.






