(Z. Δ. Αϊναλής, Ηλεκτρογραφία, Γαβριηλίδης 2006)
Όταν, τέλος, πήρα την απόφαση να ξεκινήσω
ήταν αργά. Όλες οι ομηρικές περιπέτειες είχαν από
καιρό τραγουδηθεί, δεν έμεναν παρά τα λιγοστά φανάρια
με το κίτρινο φως κι η νοσταλγία ενός κόσμου
έξω απʼ τον κόσμο.
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ Ο Διάβολος με το Κηροπήγιο, 1975
Ο ΧΡΟΝΟΣ
έχει σχήμα
γωνίες
πολυεδρικό πολύγωνο
κινδυνεύεις
να σε τραυματίσει
τη νύχτα όταν σηκώνεσαι να πιεις νερό
ψαχουλεύοντας το σκοτάδι
κουνώντας σπασμωδικά τα χέρια τυφλός
λίγο αίμα
στάζει τώρʼ απʼ τις ρώγες
των δακτύλων σου
κι έχεις μια μαύρη σκιά
καθισμένη
στο στήθος
να σου πίνει
την καρδιά
στέρνα
γεμάτη αίμα
χωράει μέσα της όλη τη θάλασσα
και όλο τον πόνο
εκτός
απʼ το χρόνο
έχει σχήμα
μπορείς να τον πιάσεις
να τον λυγίσεις
συνδετήρας
να τον ισιώσεις να προσπαθήσεις να ξεκλειδώσεις
σπίτια ξένα σεντούκια
ημερολόγια εφηβικά κοριτσιών
αδημονούσες τα μυστικά τους
κάτω απʼ τις κουβέρτες
τα δεμένα γράμματα του στρατιώτη που έφυγε για το μέτωπο
του στρατιώτη που δε γύρισε απʼ το μέτωπο
τον επόμενο χρόνο
έχει σχήμα
πότε πυραμίδα πότε παγόδα κάποτε ζιγκουράτ
πρέπει να τον συλλάβεις
να ξεράσει τα μυστικά του
κάτω στις σπηλιές της θάλασσας
γλείφει η αρμύρα
ένα χέρι
δείχνει
τις βραχογραφίες
μιας εποχής που πέθανε
δεν πρόλαβε να την ανακαλύψει η Αλταμίρα
κουτσή
και τα δυο της πόδια σπασμένα
τότε αγωνιά
πώς πότε ποιος
ο χρόνος είπε
είνʼ ο καλύτερος γιατρός
έχει σχήμα
νυστέρι βυθίζει άπληστα
σʼ όλες τις σάρκες
αίμα κι άλλο αίμα κι άλλο αίμα
ΑΝΕΚΦΡΑΣΤΟ
Είναι φορές που το ανέκφραστο σου πλακώνει το στήθος
κρύα πλάκα
μπήγει τα δόντια του
ξεσκίζει δαγκάνει
το ανέκφραστο
μία καρδιά γεμάτη πέτρες
πέτρες στο στόμα μπουκωμένο
σταφύλι λυπήσου με πέφτω
συρρικνωμένος προσπαθώ νʼ αναρριχηθώ
στο τραπέζι της κουζίνας να φτάσω
το μπουκωμένο μαχαίρι να λευτερώσω
γκλιν-γκλον το κουδούνι
άμα πέσεις ποιος θʼ ανοίξει
πέφτω γλιστρώντας τρέχω δε φτάνω βάζω μαξιλάρια
και άλλα μαξιλάρια πολλά μαξιλάρια
σκαρφαλώνω και πάλι δε φτάνω
καταπίνω τον πύργο τα μαξιλάρια
όλα κατρακύλησαν στʼ αριστερό μου
ποδάρι από τότε το σέρνω το πατούν
αυτοκίνητα τραμ ο κόκκινος ήχος της πυροσβεστικής
γάγγραινα ας το κόψουν να πάει στο διάολο
να ησυχάσω καλοκαίρι μʼ ένα σαμάρι το μεσημέρι
γυρίζω στα χέρια
ψάχνοντας να ριζώσω
καρδιά μου
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Τη φυλακή που είχα μες στο μυαλό μου
την εξαγόρασα φτηνά
για ένα πακέτο τσιγάρα
από ʽνα περίπτερο με γυμνές στην Ομόνοια
τώρα περπατώ περίπου σαν ένας άνθρωπος ελεύθερος
ανεμίζοντας είνʼ αλήθεια κάπως περισσότερο του χρηστού
την ομπρέλα μου
ξάφνου φυσά ένας άνεμος σιρόκος
σηκώνομαι ολόκληρος
και περπατώ πάνω στις στέγες της πολιτείας
σάπιες απʼ τις βροχές και το άζωτο
και κάτω στο συλημένο πάτο
της γιγαντιαίας αχερουσίας ληκύθου
αναμοχλεύοντας τα κατακάθια από προγονικές οινοποσίες
σπέρματα χυμένα λάδια φονικά γόπες λιωμένες σάρκες
και οστά των νεκρών
αρχαίοι βασιλείς ήρωες ευκλεείς
μόνο τη μάνα μου δεν περίμενα να δω
τι σκατά γυρεύει εδώ
κάτι πήρε να λέει
η προκομμένη η νύφη της σʼ ένα μπορντέλο στη Βεγγάζη
μετά ήβγε ο πόντικας της έφαγε τη γλώσσα
ότι κατάλαβε πως δεν ανήκα ʽκόμα κει
εποχικός
δουλειές του ποδαριού
οδοκαθαριστής συμβασιούχος
εμένα ψύλλοι στʼ αυτιά μου μια φορά
κι εκατοντάδες να ξεσκίζουνε μικρές καρφίτσες
την καρδιά μου
πάρα ταύτα πρόσεχα πολύ μη σκίσω την περιβολή μου
καινούργια
από ασβέστη
κι από κάτου αναφανεί η αγιογραφία γυμνή
αμόλευτη
συντριπτική
η εικόνα
η πραγματική
Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Διαμένει στην Αθήνα. Κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι.










τόσο νέος…
υπάρχει ελπίδα λοιπόν.
Είναι σημαντική η αναφορά, πιστεύω…Ο Τάσος Λειβαδίτης εμπεριέχεται και στα δύο σχόλια…Το ό,τι όμως επανέρχεται στα διαβάσματα των νέων κάτι σημαίνει…Μεταρομαντικοί και μεταβιομηχανικοί ρομαντικοί κάτι αρθρώνεται εδώ που δεν μπορούμε να το ξεπεράσουμε αβλεπτί….