
Verra la morte e avra i tuoi occhi-
questa morte che ci accompagna
dal mattino alla sera, insonne,
sorda, come un vecchio rimorso
ο un viziο assurdo. Ι tuoi occhi
saranno una vana parola,
un grido taciuto, un silenzio.
Cosi li vedi ogni mattina
quando su te sola ti pieghi
nello specchio. Ο cara speranza,
quel giorno sapremo anche noi
che sei la vita e sei il nulla.
Per tutti la morte ha uno sguardo.
Verra la morte e avra i tuoi occhi.
Sara come smettere un vizio,
come vedere nello specchio
riemergere un viso morto,
come ascoltare un labbro chiuso.
Scenderemo nel gorgo muti.
(22 marzo 1950)
ΘΑ ‘ΡΘΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΘΑ ‘ΧΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
Θα ‘ ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου-
¬αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
από το πρωί ως το βράδυ, ακούραστος,
σιωπηλός, σαν μια παλιά τύψη
ή ένα παράλογο ελάττωμα. Τα μάτια σου
θα είναι μια κενή λέξη
μια σιωπηλή κραυγή, μια σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί
όταν εσύ μόνη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου.
Θα είναι σαν να σταματάς μια κακή συνήθεια,
σαν να βλέπεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται εκ νέου ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ ακούς ένα κλειστό χείλι.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο σιωπηλοί
[22 Μαρτίου 1950]
(Μετάφραση Γιάννης Η. Παππάς, Printa 2004)
Θα έρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου
Θα έρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου
αυτός ό θάνατος πού μας συντροφεύει
από το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κουφός, σαν μια πανάρχαιη οφειλή,
μια διαστροφή δίχως άκρη. Τα μάτια σου
θα είναι μια μάταιη λέξη, μια πνιγμένη
κραυγή, σιωπητήριο σάλπισμα.
Κάπως έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί,
όταν σκύβεις επάνω τους, μόνη σου,
μες στον καθρέφτη. Αχ, καημένη μου ελπίδα,
εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πώς σαν την ίδια τη ζωή, είσαι κι εσύ, ένα τίποτα.
Ο θάνατος διαθέτει ένα βλέμμα για τον καθένα μας.
Θα έρθει ό θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σαν περίοδος αποτοξινώσεως,
σαν να βλέπεις να αναδύεται ένα νεκρό
πρόσωπο μες’ από τον καθρέφτη,
και να μιλάει με σφραγισμένο στόμα.
Αμίλητους θα μας καταπιεί ό Άδης.
( Μετάφραση Σωτήρης Παστάκας, Ύστερο Βλέμμα, Πατάκης 1996)
Ο θάνατος θαρθεί και θάχει τα μάτια σου-
αυτός ο θάνατος που ακοίμητος
απʼτο πρωί ως το βράδυ μας ακολουθεί,
ανελέητος σαν παλιά τύψη,
σαν ένα ακατανόητο πάθος.
Τα μάτια σου θάναι ένας λόγος ανώφελος,
μια κραυγή που χάθηκε, μια σιωπή.
Έτσι, την ώρα που μονάχη σκύβεις
κάθε πρωί στον εαυτό σου
τα βλέπεις στον καθρέφτη. Και τη μέρα αυτή,
ω προσδοκία πολύτιμη, θα ξέρουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή, πως είσαι η άβυσσο.
Για τον καθένα ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θαρθεί και θάχει τα μάτια σου.
Θάναι σα νʼαπαρνιόμαστε ένα πάθος,
σα να κοιτάζουμε στο βάθος του καθρέφτη
το ανέβασμα καποιου προσώπου πεθαμένου,
ή σα νʼακούμε ψιθυρους από χείλη κλειστά.
Σιωπηλοί, κατεβαίνουμε μέσα στην άβυσσο
(Μετάφραση Τάκης Σινόπουλος , από τον ιστότοπο του Γιώργου Μίχου http://giorgosmixos.blogspot.com/2006_08_01_giorgosmixos_archive.html)










Πολύ καλό. Λείπει εκείνη του Αλέξη Τραιανού. Αν την βρώ θα στη στείλω, έχω την εντύπωση πως χρωστάει πολλά στη δυσεύρετη μετάφραση του Σινόπουλου.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο φημισμένος στίχος της αρχής διακειμενίζεται με ένα Σονέτο του Ρούπερτ Μπρούκ, του άγγλου ποιητή που πέθανε στη Σκύρο. Είναι γνωστή η ενασχόληση του Παβέζε με την αγγλόφωνη λογοτεχνία.
Το βάζω στα Αγγλικά:
Oh! Death will find me, long before I tire
Of watching you; and swing me suddenly
Into the shade and loneliness and mire
Of the last land! There, waiting patiently,
One day, I think, I’ll feel a cool wind blowing,
See a slow light across the Stygian tide,
And hear the Dead about me stir, unknowing,
And tremble. And I shall know that you have died,
And watch you, a broad-browed and smiling dream,
Pass, light as ever, through the lightless host,
Quietly ponder, start, and sway, and gleam — –
Most individual and bewildering ghost! — –
And turn, and toss your brown delightful head
Amusedly, among the ancient Dead.
Ωραίο ποστάρισμα
Αναμένουμε τη μετάφραση του Αλέξη Τραϊανού κι όποιες άλλες έχετε υπόψη σας…
Κύριε Παστάκα,
λυπάμαι που δεν μπορώ να συνεισφέρω τη μετάφραση του Τραΐανού ή άλλων. Ας ελπίσουμε ότι άλλοι, αξιότεροι από εμάς, σύντομα θα το κάνουν.
Μπορώ, όμως, στα όρια της διακειμενικότητας (όπως θέλει κι ο Λαλιώτης του 2006) να προσφέρω τη μετάφραση ενός (σχετικού) εξαστίχου του ισπανού ποιητή Χοσέ Άνχελ Βαλέντε:
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ
(CANCION PARA FRANQUEAR LA SOMBRA)
Μια μέρα θα συναντηθούμε
στην άλλη όχθη της σκιάς του ονείρου.
Θα ‘ρθούν σ’ εσένα τα μάτια και τα χέρια μου
και θα βρεθείς και θα βρεθούμε
όπως άν είχαμε παντοτινά βρεθεί
στην άλλη όχθη της σκιάς του ονείρου.
(Από τη συλλογή “Εσωτερικός χώρος με φιγούρες”, του 1976).
Κι επειδή ξέρω ότι τώρα κάποιος εσπευσμένα ψάχνει την (χαμένη) μετάφραση του Τραΐανού, θεωρώ δίκαιη την έγκαιρη θέσπιση ενός τροπαίου, αναλόγου της εμπυρέτου προσπαθείας του.
Βλέπω τον Τραιανό να μην έρχεται, αυτάρκη εκεί, στο βασίλειο όπου διάλεξε να ζήσει, γι΄αυτό, αγαπητέ Σωτήρη, δέξου (επί του παρόντος, μόνο) το ενενηκοστό ένατο από τα “Εκατόν δύο ματς” του Γιώργου Κεντρωτή, μαζί με τις θερμότερες ευχές για τα εννιακοσιοστά γεννέθλια του Ποιείν:
ΘΑ ΄ΡΘΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
ΚΑΙ ΘΑ ΄ΧΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ
Θά ΄ρθει ο θάνατος και θά ΄χει τα δικά σου μάτια-
εκείνος πλάι εκεί ο συνοδίτης
ο από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός ακοίμητος
και απηνής και αδιάφορος, σαν γριαφαφούτα Ερινύα
ή σαν τ΄άραχνα κρίματα τα παράλογα. Τα μάτια σου
θα είναι μάταιο ρήμα,
κραυγή πνιγμένη θα είναι, θά ΄ναι σιωπή.
Και έτσι δα, έτσι θαν τα βλέπεις κάθε που ξυπνάς το πρωί
και σκύβεις και κοιτιέσαι στον καθρέφτη
μονάχη. Ω γλυκιά ελπίδα,
την ημέρα εκείνη θα δούμε και θα μάθουμε όλοι
ότι του βίου είσαι το πλήρωμα και το κενό της αβύσσου.
Για όλους έχει ο θάνατος μια ματιά φυλαγμένη.
Θά ΄ρθει ο θάνατος και θά ΄χει τα δικά σου μάτια.
Θά ΄ναι σαν να ξεπλένεις κρίμα παλιό,
σαν να κοιτάς μές στον καθρέφτη και να βλέπεις
όψη νεκρή που αναδύεται,
και σαν ν΄ακούς να σου μιλάνε χείλη σφαλιστά.
Άλαλοι θα καταδυθούμε στα τάρταρα.
(Ίσως, βέβαια, να μην είναι οι καταληλότεροι στίχοι για μια επέτειο – κι άν είναι έτσι, συγχωρήστε με. Ίσως, όμως, πάλι, και να είναι…
“Αμίλητους θα μας καταπιεί ο Άδης”.)
Και άλλη μια μετάφραση από τον Σπύρο Δόικα και φυσικά η μετάφραση του Σωτήρη Τριβιζά (εκδ. Καστανιώτης, σ. 68, 1997).