
Α΄ Σύντομη σχηματική περιήγηση στις εποχές της ελληνόφωνης ποίησης
Α01.– Αν παραστήσουμε με τόπο γεωγραφικό την ελληνόφωνη ποίηση από τις απαρχές της (πριν 4.000 χρόνια περίπου) μέχρι σήμερα, η ποίηση που γράφεται στα ελληνικά τα τελευταία πενήντα χρόνια μπορεί να παρασταθεί με ένα μικρό σύνολο διάσπαρτων βου-νών, χαμηλού και μέσου ύψους, μάλλον άγνωστων στον μέσης ποιητικής παιδείας ξένο περιηγητή, και πολλών, ταπεινών, ανώνυμων λόφων και γήλοφων που, παρά τα τανύσματα και τους κοθόρνους, δεν παρουσιάζει σημαντικές υψομετρικές διαφορές. Η βλάστηση (οι ποιητικοί τρόποι δηλαδή, το δούλεμα του στίχου) τόσο των βουνών, όσο και των λόφων, είναι φερμένη από τη Δύση, τα τελευταία ογδόντα με εκατό, περίπου, χρόνια και αποτελείται από ποικίλα είδη ανακατεμένα (ρομαντισμός, συμβολισμός, «νεορομαντισμός», μοντερνισμός, «μεταμοντερνισμός», σοσιαλιστικός ρεαλισμός, υπαρξισμός, μπιτνισμός).
Α02– Αν, τώρα, γυρίσουμε την πλάτη στα χαμηλά βουνά και στους ταπεινούς λόφους και κοιτάξουμε το τοπίο, θα διακρίνουμε σε απόσταση κυμαινόμενη από τα πενήντα έως τα εκατόν πενήντα χρόνια, μεγαλύτερα σε όγκο βουνά, με σαφώς υψηλότερες κορυφές μεταξύ των οποίων και ορισμένες αναγνωρίσιμες από τον μέσης ποιητικής παιδείας ξένο περιηγητή, όπως, λχ. οι κορυφές Καβάφης, Καζαντζάκης Ελύτης και Σεφέρης. Η βλάστηση παραμένει η λίγο-πολύ η ίδια, με εξαίρεση την περίπτωση Καβάφη όπου η βλάστηση είναι ιδιάζουσα – ενδημική, επιμελώς καλλιεργημένη από παραφυάδες της ελληνιστικής κυρίως περιόδου, με έντονα όμως τα χρώματα παρακμής του αστικού ευρωπαϊκού πολιτισμού και σαφείς τις αναλογίες με ανάλογα είδη καλλιεργούμενα από τον Πάουντ και τον Έλιοτ.
Α03.– Κοιτώντας ακόμη πιο πίσω, σε απόσταση που κυμαίνεται από τα διακόσα μέχρι τα χίλια χρόνια, εκτείνεται ο πολύ γνωστός στους ξένους περιηγητές του 18ου και του 19ου αιώνα, ορεινός όγκος των δημοτικών τραγουδιών, με πολύ υψηλές, κατά τόπους, κορυφές και με βλάστηση, το πλείστον, ενδημική. Έκτος από τον ορεινό όγκο των δημοτικών τραγουδιών απαντούν και οι υψηλές επίσης κορυφές της Κυπριακής και Κρητικής ποίησης του 16 και 17ου αιώνα και με βλάστηση φερμένη από τους βασιλικούς κήπους των δυτικών ιπποτικών ρομάντζων, μπολιασμένη όμως με το τοπικό είδος: δεκαπεντασύλλαβος.
Α04.– Στην ίδια απόσταση και ακόμα πιο πίσω, σε μια έκταση χιλίων ακόμα χρόνων, απλώνονται οι πληκτικές πεδιάδες της λογίας βυζαντινής ποίησης διακοπτόμενες τόπους-τόπους, από λόφους και λοφίσκους κοσμικής, εργαστηριακής, ή λαϊκότροπης στιχουρ-γίας και από τις χαμηλού και μέσου ύψους οροσειρές της εκκλησιαστικής ποίησης με υψηλότερες κορυφές τον Ρωμανό τον Μελωδό (Romanos, 540) την Κασσιανή (Cassia) και τον Συμεών τον Μυστικό, που πρώτος χρησιμοποίησε δεκαπεντασύλλαβο. Στις πληκτικές πεδιάδες και στις λίγες κορυφές η βλάστηση αποτελείται κυρίως από αρχαία ελληνικά είδη καλλιεργούμενα σε επί τούτου φιλολογικά θερμοκήπια.
Α05.– Πέρα από τις πληκτικές πεδιάδες της βυζαντινής ποίησης αρχίζουν οι οροσειρές της ελληνιστικής εποχής, βουνά μέσου και μεγάλου ύψους με ονομαστές, ομαλές, ήπιες κορυφές, οι πιο γνωστές από τις οποίες είναι ο Μένανδρος (Menander, ? 343 – 293 BC) ο Καλλίμαχος (Callimachos, 310-c, 240 BC) ο Θεόκριτος (c. 316-c 260 BC) και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος (Apollonius Rhodius (295 – 215 BC), κατάφυτες από χαμηλή, ειδυλλιακή, ενδημική βλάστηση.
Α06.– Στο βάθος του χρόνου, ορατός από όλα τα σημεία του ορίζοντα και από όλους τους τόπους, διακρίνεται ο επιβλητικός όγκος των Ιμαλαΐων της Δυτικής ποίησης. Κορυφές πανύψηλες, πανάρχαιες και πασίγνωστες. Ονόματα θρυλικά και απαράγραπτα: ΄Ομηρος (Homer, date unknown), Ησίοδος (Hesiod, date unknown), Αρχίλοχος (Arhilochus, fl. 648 BC), Σαπφώ (Sappho, fl. ? 600 BC), Πίνδαρος (Pindar, 522-? 448BC), Αισχύλος (Aeschylus, 525 – 456 BC), Σοφοκλής (Sophocles, 495 – 406 BC), Ευριπίδης (Euripides, 480 – 406 BC) και από κοντά, πολλές άλλες, συγκριτικά χαμηλότερες αλλά οπωσδήποτε με πολύ υψηλές κορυφές. Η βλάστηση εδώ είναι τόσο παλαιά ώστε να θεωρείται από αιώνων ιδιάζουσα του τόπου και ενδημική.
Β΄ δουλείες και προσδιορισμοί της ελληνόφωνης ποίησης από το 150, περίπου π.Χ μέχρι σήμερα.
Β01.– Η προϊούσα μετατόπιση των οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών κέντρων από την Αθήνα, την Πέργαμο, τη Ρόδο, την ΄Έφεσο, την Αντιόχεια και προπαντός την Αλεξάνδρεια, στη Ρώμη, η συγχώνευση των διαφόρων ελληνικών διαλέκτων που δημι-ουργήθηκαν με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Ισκάνταρ, Ισκεντέρ, Σικάνταρ στα αραβικά, τα τουρκικά, και τα περσικά, αντιστοίχως), στην κοινή ελληνική (κορύφω-ση της οποίας είναι τα ελληνικά των Γραφών) η ορμητική επέλαση του Χριστιανισμού, η ίδρυση της Νέας Ρώμης/Κωνσταντινούπολης/Ισταμπούλ, ο γλωσσικός εξελληνισμός του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, που αργότερα ονομάστηκε Βυζάντιο, η κατάρρευσή του και η Οθωμανική κατάκτηση, προκάλεσαν τις τεκτονικές εκείνες μεταβολές που όταν, πολύ αργότερα (αρχές19ου αιώνα) έγιναν δραματικά συνειδητές χώρισαν, και χωρίζουν έκτοτε, τους ελληνόφωνους σε αρχαίους και νέους, τη δε, ιστορία, τη γλώσσα, και τα γράμματά τους σε αρχαία και νέα.
Β02.– Η ποίηση, ειδικότερα, αρχίζει να παρακμάζει προς το τέλος του 1ου π.Χ αιώνα. Παύει σιγά-σιγά να είναι πρωτότυπη και προσδιοριστική. Παύει σιγά-σιγά να λέγεται ελληνική, ώσπου εδώ και διακόσα κοντά χρόνια, αποκόβεται γραμματολογικά (από τους ξένους, άλλα και με μαζοχιστική μανία από τους ελληνόφωνους «εκσυγχρονιστές») από τις γλωσσικές καταβολές της, τα Ιμαλάια, που λέγαμε, της Δυτικής λογοτεχνίας και λέγεται, ρωμαίικη,(από ορισμένους ελάσσονες δημοτικιστές του λήγοντος 18ου αιώνα) στην αρχή, και εντέλει νεοελληνική, (την πρώτη δεκαετία του 19ου).
Β03.– Ο όρος νεοελληνικός δηλώνει εν μέρει την πολιτική και πνευματική αναγέννηση των ελλήνων στο νέο κόσμο, στον κόσμο δηλαδή που δημιουργήθηκε με την υποχώρηση των μεσαιωνικών πολιτειακών και πνευματικών μορφωμάτων, και εν μέρει την ιστορική, πολιτική και πνευματική ασυνέχεια του ελληνόφωνου κόσμου. Άξιο επίσης επισημάν-σεως είναι το γεγονός ότι τα επίθετα νέος, νέα, νέο, ως τοπικοί προσδιορισμοί χωριών, κωμοπόλεων, πόλεων και συνοικισμών του Ελληνικού κράτους, ουδέποτε σημαίνει εποποιία ιμπεριαλιστικής εξακτινώσεως των δυνάμεων του μητροπολιτικού κέντρου προς νέες, αποικιζόμενες χώρες, όπως συμβαίνει στην ιστορία άλλων λαών (π.χ Νέα Υόρκη, Νέα Γη, Νέα Ζηλανδία κ.α). Σημαίνει πάντα απώλειες εδαφών, συρρίκνωση και μετεγκατάσταση προσφυγικών πληθυσμών στο «εθνικό» λεγόμενο «κέντρο», δηλαδή στην κολοβωμένη ελλαδική επικράτεια.
Β04.– Η διάκριση της ελληνικής γλώσσας, σε αρχαία, αρχαΐζουσα, καθαρεύουσα, και νέα, (δηλαδή γραφομένη και ομιλούμενη) δηλωτική, στην κυριολεκτική χρήση της, της γλωσσικής εξέλιξης των ελληνικών ιδιωμάτων, φορτίζεται, επί δύο χιλιάδες ήδη χρόνια, με έντονα ιδεολογικά φορτία, και συνιστά κομβικό σημείο κατανόησης της, σχιζοφρενι-κής σχεδόν, αμφιθυμίας που ταλανίζει τους ελληνόφωνους λογίους και τους ελληνό-φωνους «διανοούμενους», γενικότερα, όταν καλούνται να δηλώσουν ποίοι τέλος πάντων είναι και τη σχέση έχουν με τους έλληνες εκείνους, τους παλαιούς .
Β05.– Επί Βυζαντίου το «ελληνίζειν», η μίμηση δηλαδή και η υιοθεσία ελληνικών τρόπων και αντιλήψεων, τους πρώτους αιώνες θεωρούνταν ανεπίτρεπτη για χριστιανούς, παρέκκλιση προς την ειδωλολατρία, από δε τον 5ο αιώνα και μετά, συνεπάγονταν κυρώσεις. Μια κι όμως η γλώσσα της εκκλησία (γλώσσα των Πατέρων) και, προϊόντος του χρόνου η γλώσσα της διοίκησης, ήταν τα ελληνικά, η γραφομένη ελληνική διέκρινε τους εγγράμματους, που έγραφαν στο αττικό κυρίως ιδίωμα, από τους αγράμματους χριστιανούς, που δεν έγραφαν καθόλου αλλά μιλούσαν την κοινή κατʼ αρχήν και σιγά-σιγά, τη δημοτική που, λίγο-πολύ, μιλιέται και σήμερα. Διέκρινε επίσης τη λογία από την δημώδη και λαϊκότροπη ποίηση.
Β06.– Το γεγονός αυτό, δηλαδή ότι επί χίλια χρόνια ένας ολόκληρος κόσμος λογίων (ο Βυζαντινός) γράφει, τα κοσμικά, τα δογματικά-θεολογικά και τα λειτουργικά-εκκλησια-στικά (δηλαδή της πίστης του) τα κείμενα σε μία γλώσσα (την κλασικίζουσα αττική) που σιγά-σιγά παύει να μιλάει και της οποίας τα καταβολικά σημαινόμενα, λογοκρίνει και καταγγέλλει ως υπονομευτικά της πίστης του, δηλαδή της ταυτότητάς του, συνιστά από μόνο του, σε ψυχολογικό επίπεδο, παράγοντα κλονιστικό κάθε απόπειρας παγιώσεως σαφούς αυτοσυνειδησίας, στο επίπεδο των κοινωνικών συμβάσεων έντονο κομφορμισμό που διαρκεί ως σήμερα, και στο πεδίο της λογίας έκφρασης, δύναμη ανασχετική των ανανεωτικών, δημιουργικών, τάσεων.
Β07.– Το ξεπέρασμα του αδιέξοδου που εμπόδιζε το ξετύλιγμα της λογίας έκφρασης προς πρωτογενώς δημιουργικούς τρόπους, κατορθώθηκε, κατά τρόπο τραγικό και κατʼ ειρωνεία της ιστορικής τύχης των ελληνοφώνων, με την βίαιη κατάργηση από τους Τούρκους της Βυζαντινής θεοκρατίας. Δεν ξεπεράστηκε όμως από τους λογίους που παρέμειναν στα κατακτημένα από τους τούρκους ηπειρωτικά εδάφη, αλλά από τους ελληνόφωνους της Κύπρου που κυβερνούσαν Φράγκοι ιππότες, και κυρίως της Κρήτης που κυβερνούσαν τότε οι Βενετοί (15ος – 17ος αιώνας).
Β08.– Ο απεγκλωβισμός της γλώσσας της διοίκησης και των συμβολαιογραφικών συναλλαγών (που απευθύνονταν πια στην κεντρική Βενετική διοίκηση και στους δίγλωσ-σους αντισυμβαλλομένους) από την αττικίζουσα γλώσσα της Βυζαντινής γραφειοκρα-τίας, απομάκρυνε συν τω χρόνω τους ελληνόφωνους της Κύπρου και της Κρήτης από το λόγιο ιδίωμα επιτρέποντας στα δημιουργικά πνεύματα να εκφραστούν στη γλώσσα που μιλούσαν και να δημιουργήσουν έργα εμπνευσμένα μεν από φραγκικά και ιταλικά πρότυπα, γραμμένα όμως σε πλούσια, χυμώδη, δημώδη γλώσσα, που επέτρεψε την αποστήθισή τους από τα λαϊκά στρώματα επί πεντακόσια χρόνια σχεδόν, ως σήμερα, κυρίως στη Κρήτη.
Β09.– Η Κρήτη, όμως και η Κύπρος, κατακτήθηκαν αργότερα από τους τούρκους, η γλώσσα της διοίκησης, επανέκαμψε στην αρχαΐζουσα ακαμψία της γλώσσας της εκκλη-σιαστικής γραφειοκρατίας και των εγγραμμάτων ρωμιών της Κωνσταντινούπολης που υπηρετούσαν την Σουλτανική Υψηλή Πύλη ως υψηλόβαθμοι πολιτειακοί υπάλληλοι και διερμηνείς, τα πρώτα γράμματα μαθαίνονταν από τα εκκλησιαστικά κείμενα, οι εγγράμ-ματοι συνέχιζαν την λογία Βυζαντινή παράδοση, οι δημιουργικές δυνάμεις που παρήγαγαν τα έργα της Κρητικής και Κυπριακής περιόδου ατόνησαν, και η λογία ποίηση υπεχώρησε, μέχρις αφανισμού σχεδόν.
Β10.– Κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, αιώνες οικονομικής, πνευματικής και πολιτικής «χειραφέτησης» των ρωμιών, της «διασποράς» (όσων δηλαδή ζούσαν εκτός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) δημιουργήθηκαν σπουδαία ελληνόφωνα, πνευματικά κέντρα (Γιάννενα, Κωνσταντινούπολη, Χίος, Σμύρνη, Βουκουρέστι) στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και το γλωσσικό λεγόμενο ζήτημα παροξύνθηκε προκαλώντας μεγάλες ιδεολογικές μάχες μεταξύ των καθαρολόγων, που εισηγούνταν την αναβίωση της αρχαίας γλώσσας, ως προϋπόθεση αναγεννήσεως του «γένους» και των δημοτικιστών, που έκριναν ότι το «γένος» θα λυτρωθεί μόνο αν η γλώσσα που μιλάει γίνει και γλώσσα γραπτή. Κατά την περίοδο αυτή εμφανίζονται τα πρώτα λόγια, αρχαΐζοντα και δημοτικότροπα στιχουργήματα – απομιμήσεις ποιητικών τρόπων της γαλλικής κυρίως γραμματείας.
Β11.– Στο ιδεολογικό πεδίο, όπου συμβαίνουν και οι λογοτεχνικές διαμάχες, τα γλωσσι-κά στερεότυπα δεν ανάγονται πια σε διαφορές περί την κοσμοθεωρία και την πίστη, και η γλωσσική πόλωση δεν χωρίζει πια ειδωλολάτρες από χριστιανούς, αλλά, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, χωρίζει του έλληνες λογίους σε «σκοταδιστές» και «τυραννό-φιλους», από τη μία μεριά και σε «φιλελεύθερους» και «φωτισμένους» από την άλλη. Στο γύρισμα του αιώνα (1890 –1900 και μετά) με τη διάδοση των σοσιαλιστικών και μαρξιστικών ιδεών, την ίδρυση «προοδευτικών» συλλόγων και σοσιαλιστικών πολιτικών κομμάτων όσοι γράφουν στην καθαρεύουσα θεωρούνται «συντηρητικοί», «αντιδραστι-κοί», και όσοι γράφουν στη «δημοτική» και μάλιστα στην «ανόθευτη» την «πούρα» «δημοτική» (γλώσσα πλαστή όσο και η καθαρεύουσα, φτιαγμένη στο εργαστήριο του Ψυχάρη, Κωνσταντινουπολίτη καθηγητή των ανατολικών γλωσσών στη Σορβόννη), «προοδευτικοί» μολονότι οι περισσότεροι μαχητικοί δημοτικιστές ήσαν και εξακολου-θούν στη πλειοψηφία τους να είναι αστικής ή μικροαστικής καταγωγής., κεντρώων πολιτικών πεποιθήσεων, ορισμένοι δε με αμφίβολα και εναλλασσόμενα φρονήματα, ιδίως μετά την τελευταία δικτατορία, 1967 – 1974.
Β12.– Το 1828, μετά από εξέγερση κατά της Οθωμανικής Εξουσίας που κράτησε επτά χρόνια, οι έλληνες-ρωμιοί-γραικοί και οι ελληνικής συνείδησης αλβανοί – ορθόδοξοι χριστιανοί ίδρυσαν το νεοελληνικό κράτος, το οποίο, άλλοτε εκτεινόμενο σταδιακά προς την Οθωμανική επικράτεια και άλλοτε συρρικνούμενο, απέκτησε τα σημερινά του όρια και έπρεπε να αποφασίσει πια θα ήταν η γλώσσα της διοίκησης και της της εκπαίδευσης που θα παρήγαγε την υπαλληλία.
Β13.– Το ζήτημα «λύθηκε» με την επιβολή ως γλώσσας της διοίκησης και της εκπαίδευ-σης της καθαρεύουσας, γλώσσας «συμβιβαστικής» που διατηρούσε σε έντονο βαθμό το τυπικό της αρχαίας, και από το λεξιλόγιο της δημώδους όσες λέξεις κατάγονταν από την αρχαία, εμπλουτισμένο με ελληνόφωνους νεολογισμούς δηλωτικούς όρων της επιστή-μης, της διοίκησης, της τέχνης και της τεχνολογίας. Η κυριαρχία της καθαρεύουσας ως επίσημης γλώσσας του κράτους και γλώσσας των «μορφωμένων» κράτησε από το 1833 μέχρι το 1979, οπότε ως γλώσσα του κράτους, των εφημερίδων, των «μορφωμένων», και των αμόρφωτων, επιβάλλεται de jure η «δημοτική», που de facto έχει ήδη επικρατήσει στη λογοτεχνία, από της αρχές του 10ου αιώνα.
Β14.– Με την δημιουργία και την ισχυροποίηση του ελληνικού κράτους, την ίδρυση σχολείων στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης, την έκδοση εφημερίδων και περιοδικών, και κυρίως με την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι πνευματικές δυνάμεις των ελληνοφώνων συγκεντρώθηκαν στην Ελλάδα, μεταφέροντας από τους Οθωμανικούς ή Δυτικοευρωπαϊκούς τόπους προελεύσεώς τους τα λεγόμενα «φώτα», γράμματα δηλαδή και επιστήμες και, όπως ήταν φυσικό ειδήσεις για τα νέα ποιητικά ρεύματα.
Β15.– Προσδιορίστηκε έτσι, η ελληνόφωνη ποίηση, εξελικτικά και με χρονική απόσταση δύο με δέκα χρόνων, από τους τρόπους της γαλλικής, της ιταλικής (ιδίως η ποίηση των νησιών του Ιονίου πελάγους που βρίσκονται απέναντι από την Ιταλία, δεν κατακτήθηκαν από τους Τούρκους και παρέμειναν διαδοχικά υπό βενετική, γαλλική και αγγλική κατοχή μέχρι το 1864 που ενσωματώνονται στην ελληνική επικράτεια) και τελευταία (από το 1930 μέχρι σήμερα) από τους τρόπους της αγγλοαμερικανικής ποίησης.
Β16.-Ειδικότερα, τα πρώτα εξήντα, περίπου χρόνια του 19ου αιώνα, κυριαρχεί ο ρομα-ντισμός, και η καθαρεύουσα, με εξαίρεση τους λογίους των νησιών του Ιονίου, που κρα-τούν από την Κρητο-Βενετική παράδοση, παρακολουθούν τα ιταλικά ποιητικά πράγματα και γράφουν κατά κανόνα στη δημώδη. Επτανήσιοι ήσαν και οι ιδρυτές της νεοελληνικής ποίησης, ο κόμης Διονύσιος Σολωμός, και ο μικροαστός Ανδρέας Κάλβος, πρώτα ποιητικά μεγέθη και οι δύο αν και εντελώς διαφορετικής καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας, και τεχνοτροπίας. Ο Σολωμός σπούδασε στην Ιταλία, προσδιορίστηκε από τη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία και πολέμησε ανελέητα τους ζηλωτές της καθαρεύουσας. Η ποίηση του Σολωμού ως προς τους οραματισμούς και τη ρητορική της εντάσσεται στον ρομαντισμό, ως προς τη μουσικότητα όμως και την εντέλεια του στίχου του αποτελεί προανάκρουσμα του συμβολισμού. Την ίδια εποχή ο Κάλβος γράφει έξοχα ποιήματα σε ύφος υψηλό και μέτρα ανεπανάληπτα στη ποίησή μας, ενώ γλωσσικά αποκλίνει και από των καθαρολόγων και από των δημοτικιστών την ορθοδοξία, συνταιριάζοντας λέξεις αρχαιοπρεπείς με λέξεις δημώδεις, κατά τρόπο επίσης ανεπανάληπτο στη ποίησή μας.
Β17.– Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και μέχρι το 1930, περίπου, κυριαρχούν αρχικά ο παρνασσισμός (1880 έως, περίπου, 1900) και συμβολισμός, στις ποικίλες εκδοχές του. Εξαίρεση αποτελεί ο Καβάφης του οποίου η έντονη αίσθηση της ιστορικότητας των ανθρωπίνων καταστάσεων, και ο αισθησιακός ερωτισμός, εκφρασμένα σε γλώσσα άμεση, μικτή (λέξεις και τρόποι της δημοτικής μαζί με λέξεις και τρόπους της καθαρεύουσας διαπλεκόμμενες κατά τους ιδιωματισμούς του παροικιακού – αιγυπτιώτη ελληνισμού) αντιποιητική για την εποχή του, καλύπτουν τη συμβολική διάσταση της ποίησής του, δημιουργώντας την αίσθηση ρεαλιστικής απόδοσης ιστορικών συμβάντων και ερωτικών περιστάσεων. Εξαίρεση συνιστά και ο Καρυωτάκης που μετρικά κλονίζει την παραδεδομένη αρμονική του στίχου, γλωσσικά αποκλίνει από τη δημοτικιστή ορθοδοξία που είχε επιβάλει ο Παλαμάς, τολμώντας χρήσεις λέξεων και τρόπων της καθαρεύουσας, και ιδεολογικά επιτίθεται βάναυσα με καταγγελτικές και σαρκαστικές αποστροφές, κατά του συνόλου της φενακιστικής νεοελληνικής αξιολογίας, υπονομεύοντας τα στερεότυπα του συμβολισμού.
Β18.– Από το 1930 ως το 1940, οι διάχυτες αποκλίνουσες τάσεις της προηγούμενης εικοσαετίας, συγκλίνουν και παγιώνονται στη «νεωτερική» λεγόμενη ποίηση τις οποίας βασική συνιστώσα υπήρξε ο μοντερνισμός του Σεφέρη (που μεταγράφει στα ελληνικά γαλλικούς και αγγλικούς εκφραστικούς τρόπους και αποτελεί τον αρχηγέτη της λεγόμενης γενιάς του τριάντα) και δευτερεύουσα ο ήπιος υπερρεαλισμός του Ελύτη και ο έντονος του Εμπειρίκου.
Β19.– Από τότε μέχρι σήμερα, έχουμε την περίοδο των «διαδόχων» ( η πρώτη λεγόμενη μεταπολεμική γενιά ή, γενιά της ήττας, 1945 – 1955), την περίοδο των «επιγόνων» (η δεύτερη, λεγόμενη, μεταπολεμική γενιά ή, γενιά των χαμένων ποιητών, 1956 – 1965) την περίοδο των «αρνητών» (τρίτη μεταπολεμική γενιά, γενιά του ʼ70, ή, γενιά της αμφι-σβήτησης, 1966 – 1975) και τη γενιά των «αμέτοχων» (η τέταρτη μεταπολεμική γενιά, γενιά του ʼ80 ή, γενιά του ιδιωτικού οράματος, ή απλώς γενιά των νεορομαντικών, 1976 – 2000).
Β20.– Παρά τις όποιες διαφορές τους οι μεταπολεμικοί ποιητές παραμένουν στο βαρυτι-κό πεδίο των ποιητών της γενιάς του τριάντα, των οποίων επαναλαμβάνουν, παραλλαγ-μένους, τους ποιητικούς τρόπους, περιφερόμενοι δορυφορικά, (σε διαφορετικής βέβαια, ελλειπτικής τροχιές) άλλοι γύρω από τον Σεφέρη, άλλοι γύρω από τον Ελύτη, άλλοι γύρω από τον Εμπειρίκο και άλλοι γύρω από τον Ρίτσο, που ηλικιακά ανήκει στη γενιά του τριάντα, όχι όμως και ιδεολογικά.
Β21.– Οι ποιητικοί τρόποι των μεταπολεμικών ποιητών εκφράζουν κυρίως τις διάφορες εκφάνσεις του μοντερνισμού, με ελαφρά απόκλιση προς την ναΐφ εκδοχή του σοσιαλιστι-κού ρεαλισμού ορισμένων πρώιμων έργων των στρατευμένων στα μαρξιστικά – σοσιαλι-στικά ιδεώδη, ποιητών της περιόδου 1945 – 1955, και με εντονότερη και μονιμότερη τάση προς τον υπερρεαλισμό αξιόλογου αριθμού ποιητών και των τεσσάρων περιόδων (1945 – 2000).
Β22.– Η ρίμα, που ήρθε στην Ελλάδα με τις σταυροφορίες (11ος – 13ος αιώνας), εδραιώθηκε με τη φραγκική κατάκτηση και κυριάρχησε μέχρι το 1940 περίπου, έχει σχεδόν, εξαφανιστεί. Οι ρητορικοί τόνοι έχουν πέσει (με εξαίρεση τη «λεκτική», όχι νοηματική, ρητορική των υπερρεαλιστών, και την «ταξική» ρητορική των στρατευμένων ποιητών, που έλαβαν μέρος στην αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής και στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε και ηττήθηκαν) και η τονική αναπτυξη των ποιημάτων εξελίσσεται κατά κανόνα γραμμικά. Αξιοσημείωτη εξαίρεση συνιστά η περίπτωση του πολύ καλού ποιητή Τάσου Λειβαδίτη, ποιητή της «γενιάς της ήττας», ο οποίος από τη σοσιαλρεαλιστική ρητορεία της νεότητάς του, κατέληξε στην παραληρηματική ρητορεία της ωριμότητας, μετατρέποντας το σάλπισμα του κοινωνικού αναμορφωτή σε κλαυσί-γελο ενός απολύτως συντετριμμένου ανθρώπου. Ιδιάζουσα είναι και η περίπτωση του ιδιοφυούς αλλά άνισου Νίκου Καρούζου, ποιητή με ισχυρό ταλέντο, οξύτατη αίσθηση της γλώσσας, μεγάλη εικονοπλαστική δύναμη, μεταφυσική πρόσληψη του πραγματικού, καταγγελτική κοινωνική ευαισθησία και ιδιότυπο βαθυστόχαστο λυρισμό, που αν και αριστερών φρονημάτων διαπνέεται από γνήσιο θρήσκος και υψηλόφρονα πνευματικό-τητα, ακόμα και όταν παίζει ή χυδαιολογεί.
Β23.– Η λεκτική και νοηματική δομή των ποιημάτων ποικίλλει, από τη χαλαρή συνοχή ως την πλήρη εξάρθρωση, η εικονοποιία ποικίλλει ανάλογα με την θεματική και η γλώσσα, δημοτική κατά κανόνα (με ισχυρές όμως προβολές της καθαρεύουσας στη ποίηση των υπερρεαλιστών) κυμαίνεται από το απλό καθημερινό ιδίωμα, μέχρι την εξεζητημένη, κρυπτική, συντεχνιακή σχεδόν γλώσσα ορισμένων από τους «γλωσσοκεν-τρικούς»..
Β24.– Εν τέλει, με εξαίρεση τη γενιά του 1880, που αποκήρυξε τον ρομαντισμό, και τη γενιά του 1930, που εισήγαγε τον μοντερνισμό, αν κάτι διαφοροποιεί σε «γενιές» τους νεοέλληνες ποιητές δεν είναι οι αισθητικές τάσεις και πραγματώσεις, αλλά η γλωσσική και η κοινωνική ιδεολογία.
Β25.– Επί εκατό κοντά χρόνια η ιδεολογική αντιπαράθεση διεξάγονταν στο γλωσσικό πεδίο και οι ποιητές διακρίνονταν σε δύο αντιμαχόμενες ομάδες: τους καθαρολόγους και τους δημοτικιστές.
Β26.-. Με την κατίσχυση της δημοτικής στη λογοτεχνία, κατίσχυση οφειλόμενη στο τιτανικό, γλωσσικά, έργο του αρχηγέτη της γενιάς του 1880 και ρυθμιστή επί πενήντα χρόνια των ποιητικών μας πραγμάτων Κωστή Παλαμά, οι ιδεολογικές πολώσεις μετατο-πιστηκαν από το γλωσσικό στο κοινωνικό-πολιτικό πεδίο: οι σοσιαλιστές και οι μαρξιστές, αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «προοδευτικοί», καταγγέλλουν τους μη μαρξιστές, αστούς και μικροαστούς, που αποκαλούν «αντιδραστικούς». Η μάχή κερδήθηκε από τους «αντιδραστικούς» και στρατιωτικά (η παράταξή τους νίκησε στον εμφύλιο, 1944 – 1949), και πολιτικά, η παράταξή τους κυβερνάει κατʼ ουσίαν ακόμα, και αισθητικά, (με των αστών τους ποιητικούς τρόπους έγραψαν και οι μαρξιστές) μολονότι στην παράταξή τους, οι λεγόμενοι ποιητές της γενιάς της ήττας, είχαν πολλούς καλούς και ορισμένους πράγματι αξιόλογους ποιητές (τον Βάρναλη, που δεν ανήκει στη γενιά τους ήταν όμως ο πρώτος που έθίξε, από μαρξιστικής θέσεως, κοινωνικά ζητήματα, τον πολύ καλό και προσδιοριστικό ποιητή Ρίτσο, που επίσης δεν ανήκει στη γενιά τους, ιστορεί όμως κατά κυριολεξία, με εξαίρετη ποίηση την Ελλάδα των τελευταίων εξήντα χρόνων, τον Αναγνωστάκη, τον Αλεξάνδρου, τον Πατρίκιο και άλλους).
Β27.– Από το τέλος της δεκαετίας του 1950 οι πληγές του πολέμου, (1940 –1941), της γερμανο-ιταλικής κατοχής, (1941 – 1944) και του εμφυλίου, (1944 – 1949) άρχισαν σιγά-σιγά, να επουλώνονται. Ένα υψηλό ποσοστό των νέων ανδρών και γυναικών αφήνουν τα ρημαγμένα χωριά τους και τις φτωχογειτονιές των ημιαστικών και αστικών κέντρων και μεταναστεύουν στη Γερμανία, την Αυστραλία, τον Καναδά, τις ΗΠΑ, και όπου γης μπορούσαν να βρουν δουλειά. Με λυμένο έτσι το πρόβλημα της ανεργίας οι τότε ελληνικές κυβερνήσεις επέτυχαν ταχείς και έντονους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Η φτωχή, ολιγαρκής και λιτοδίαιτη Ελλάδα μεταβάλλεται σε χώρα αναπτυσσόμενη, ανακαλύπτει νέες ανάγκες και αποκτά νέες συνήθειες. Οι γενιές που ήρθαν στον κόσμο την εικοσαετία 1945 – 1965, πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια και έζησαν την εφηβεία τους σε περιβάλλον εντελώς διαφορετικό του προπολεμικού. Δε γνώρισαν ούτε πόλεμο, ούτε πείνα, και όπως όλοι όσοι δεν έχουν σωματικά βάσανα και βιοτικές έγνοιες, ανακάλυψαν και οι ποιητές των γενεών αυτών, την ηδονή του ψυχικώς πάσχει και την πολυτέλεια του άγχεστε.
Β28.– Και εδώ πράγματι, διαφοροποιούνται από τις προηγούμενες οι δύο τελευταίες μεταπολεμικές γενιές, η «γενιά του ʼ70» και η «γενιά του ʼ80»: αδιαφορούν απολύτως για τα πάντα, εκτός από την ποίησή τους (που όλο και συχνότερα, όλο και ναρκισσικό-τερα, είναι αυτοαναφορική), και την προβολή τους, που επιζητούν λυσσαλέα, με όλα τα μέσα και δίχως κανέναν ενδοιασμό..
Β29.– Ειδικότερα, η λεγόμενη «γενιά του ʼ70», είναι η πρώτη γενιά ποιητών, που αρνείται συνειδητά να υπηρετήσει ιδέες. Η γλωσσική ορθοδοξία, το πατριωτικό φρόνη-μα, η κοινωνική δικαιοσύνη, και η ελληνικότητα, (η αγωνία στοχαστικής αφομοιώσεως των ξένων τρόπων και ο πνευματικός αναβαπτισμός σε όσα ρεύματα της τρισχιλιετούς γραμματειακής και βιοτικής παράδοσής μας διατρέχουν υπογείως τις ρωμαίικες συνειδή-σεις, ώστε να σωθεί η «ιδιοπροσωπία» μας χωρίς να χάσουμε τον ευρωπαϊκό μας προσανατολισμό) διαδοχικά αιτήματα – δοκιμαστήρια των συνειδήσεων και της τέχνης των προπολεμικών γενεών, όχι μόνον άφησαν παγερά αδιάφορούς τους ποιητές της «γενιάς τουʼ70», αλλά και προκάλεσαν, συχνά, την ειρωνεία και τη χλεύη τους.
Β30.– ΄Όσο για τη λεγόμενη «γενιά του ʼ80» εκτός από το σονέτο, ως είδος «ανανεω-τικό» της γερασμένης ελεύθερης γραφής, επιμένει να προσφέρει στα γράμματά μας την δική της αντίληψη περί λυρισμού, ως έκφραση «ιδιωτικών οραμάτων» και τη δική της αντίληψη περί «νεορομαντισμού», ως ρομαντισμού δωματίου.
Β31.– Το ύφος άρνηση όμως της «γενιάς του ʼ70» (όση ακόμη απομένει στους σχεδόν εξηντάρηδες εκπροσώπους της) και το ύφος αποχής της «γενιάς του ʼ80» (που από την άποψη κατοχής και καταναλώσεως υλικών πραγμάτων και υπηρεσιών είναι περισσότερο ευνοημένη) παραμένουν διάσπαρτες, σε μία απειρία εντύπων που κανέναν και τίποτα πράγματι δεν εκπροσωπούν, δεν οδήγησαν σε ρήξη με την αισθητική των προηγούμενων γενεών, ούτε με τον κομφορμισμό τους (αστικό της γενιάς του τριάντα, κομματικό, της γενιά της ήττας, παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις) τον οποίο, αντιθέτως, εγκολπώθηκαν, ενισχύοντάς τον μάλιστα και με τον απαραίτητο για την προβολή τους κυνισμό, δεν αρκούν ως συστατικά δημιουργίας ποιητικών γενεών.
Β32.– Η κατηγοριοποίησή τους επομένως σε ποιητικές γενεές, είναι πλασματική και αυθαίρετη, αφού δεν κατάφεραν να συντονίσουν τις φωνές τους, να συγκροτήσουν συνεκτική ποιητική και ιδεολογική, γενικότερα ομάδα, να διαφοροποιηθούν κρίσιμα από τους ποιητές της γενιάς του τριάντα (που το κατάφεραν) και να αποβούν προσδιοριστικοί των ποιητικών εξελίξεων.
Β33.– Η πλασματικότητα όμως της κατηγοριοποιήσεώς τους σε γενεές, δεν αναιρεί την ποιότητα και τη γνησιότητα της ποίησής τους. Μπορεί να μην ανέδειξαν, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, ηγετικές μορφές και μεγάλα μεγέθη, έδωσαν όμως είκοσι οπωσδήποτε αξιόλογους, ελάσσονες, ποιητές και πολλά καλά ποιήματα, και η ποίησή τους, γενικότε-ρα, διόλου δεν υστερεί από την ποίηση που γράφεται σήμερα και στις δύο ακτές του Ατλαντικού, αν δεν υπερτερεί κιόλας κατά περιπτώσεις.
Εν Αθήναις 3 Ιουλίου 2002










Άνοιξες λίγο το φωτοφράκτη είδικά στο τέλος σαν να διαβάζω Βίττι χωρίς το βόδι που του πατάει τη γλώσσα. Θα σου θυμίσω ότι η παρακμή στην περιφέρεια πάει πιο αργά από το κέντρο. Και μάλλον γράφουμε καλύτερη ποίηση από τη Δύση.
Να κάναμε κάποτε κι αυτή την ανθολογία ποιημάτων, ωραίο θα ήταν. Ο όρος γενιά είναι τρόπος του πολιτεύεσθαι, όπως οι διάφοροι ισμοί στις αρχές του αιώνα. Και είναι χρήσιμος στο βαθμό που εξακτινώνει ιδιοφωνίες. Και εκεί είναι το πρόβλημα. Δεν υπάρχει ιδιοφωνία. Η διαπλοκή των ποιητών με τη δημοσιότητα αναπαράγει το ίδιο, παρά την έσχατη κατάρρευση στην μανιέρα της επίδειξης ευφυίας. Και επιπλέον η απόσταση δημιουργίας δημοσιότητας είναι σε ένα μέγιστο αυτό τον καιρό. Η λογική του αν δεν είναι ελεγχόμενο από εμάς δεν περνάει, που συνέχει σύνολη την πολιτιστική μιζέρια μας, αφήνει εκτός από τα αδιάθετα κονδύλια και μια κατάρρευση των αυτονόητων. Υπάρχει λογοκρισία, οχι με πολιτικά μα με ηθικά κριτήρια. Και η κίνηση του πολιτισμού γίνεται με την αναδιανομή της συνενοχής. Η ηθική κατάρρευση των ανθρώπων του πολιτισμού είναι το χαρακτηριστικό της εποχής. Τι ποίηση να παράγουν οι πουλημένες συνειδήσεις;
Ωραίο το εγκυκλοπαιδικό σου λήμα. Δεν ξέρω αν θα το δημοσίευε η Μιμή Ντενίση της ελληνικής ποιήσεως, ο Χαρούλης.