Αγγελική Κωσταβάρα
ΟΙ ΖΩΤΙΚΕΣ ΕΠΙΚΟΛΛΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά τα κομμάτια μας.
(Συναντήσεις παλιών φίλων)
Στον Θωμά Γκόρπα λειτουργεί και εγγράφεται στην ποίησή του μια υπερτονισμένη επιθυμία για διάκριση της φωνής του, στο βαθμό που απεικονίζεται ένα παθιασμένο «εγώ», ασυμβίβαστο για οποιουδήποτε είδους υποχωρήσεις. Έτσι, εκφράζεται ένα άτομο που έχει αίσθηση της αθεράπευτης μοναχικότητάς του και την υπερασπίζεται χωρίς να νοιάζεται ποιους θα δυσαρεστήσει, καταδείχνοντας με συνέπεια το ποιητικό του στίγμα: «Αν όντως θάβω ζωγράφους ποιητές και φίλους μου καθώς λένε καμπόσοι αποτυχημένοι ζωγράφοι ποιητές και φίλοι μου φαίνεται πως / υπάρχουν πεθαμένοι / και / σκατά στο λάκκο τους….». Ο Γκόρπας δεν ήταν μονόχνωτος και κλειστοφοβικός άνθρωπος, η μοναχικότητά του για να επιβεβαιωθεί είχε την ανάγκη του άλλου, τις παρέες. Αυτοσαρκάζεται αδίστακτα: «Είμαι μέσα σ’ ένα πετσί / αλλά καμιά φορά / βγαίνω έξω ρε αδερφέ!». Γίνεται κατανοητό ότι την ποίηση του Γκόρπα δεν την προσεταιρίζεται κανείς εύκολα, κερδίζεται όπως μια δύσκολη σχέση. Οι στίχοι τους είναι χύμα, φαντασιωμένοι μέσα σε νεφέλες καπνού, σαν αξέχαστες ατάκες από σινεμά ον δη ρόουντ, με σαφείς σκηνοθετικές οδηγίες: «Στο πρώτο πλάνο υπάρχει μια ερημιά/ γεμάτη χρώματα στολίδια ραντεβού και μίση / στο δεύτερο η αγάπη / στο τρίτο πάλι μια ερημιά βουτηγμένη τώρα σε πηχτό / σκοτάδι / στο τέταρτο πάλι η αγάπη τώρα τυφλή και μεθυσμένη / στο πέμπτο πάλι μια ερημιά μαύρη και στάζει αίμα». Η ζωή φτιάχνεται στο δρόμο, στο πηγαιμό για (ποια;) Ιθάκη. Θα δούμε παρακάτω κάποιες από τις φωνές με τις οποίες συνοδοιπορεί καθώς καταγράφονται στην ποίησή του.
Το ερώτημα όμως είναι πως κατακτά την ενότητά του, την αισθητική του αναγνώστη, ένα ποιητικό έργο σαν του Θωμά Γκόρπα. Πως γίνεται αντιληπτή αυτή η ενότητα, όταν η ποιητική ύλη πολυδιασπάται, με άνισο εκφραστικά τρόπο και επιβάλλεται να αναγνωριστεί το ουσιώδες, ακριβώς μέσα σε αυτή την πολυδιάσπαση, που εντέλει είναι χαρακτηριστική και μέρος της δικαίωσης της γραφής του.
Το λαϊκό τραγούδι
Αν υπάρχει μια ηθική που καταγράφεται σκόρπια και αναργάνωτα, αλλά επίμονα, στο έργο του Γκόρπα, αντανακλάται στην ιδιότυπη πρόσληψη, από μέρους του, των στίχων των λαϊκών τραγουδιών. Αναμφίβολα, μια άλλου είδους ηθική, όπου όλα παραπέμπονται στα πάθη της ψυχής και στον καϋμό της κοινωνικής αδικίας. Όχι όμως με πρόταγμα τους κοινωνικούς αγώνες, όπως την αντιλαμβάνονταν οι αριστεροί ποιητές, με τη σχετική ρητορική τους. Εκείνο που ερεθίζει περισσότερο κει έλκει τον Γκόρπα, στην Αριστερά είναι ο ρομαντικός χαρακτήρας της Επανάστασης και του επαναστάτη, όπως τον εκφράζει ανατρέποντας το γνωστό μαρξιστικό σύνθημα: «Ρομαντικοί όλου του κόσμου ενωθείτε» (Αθυμία έως θανάτου). Κάποια ποιήματα που περιρρέουν, με αριστερή απόκλιση και αντανακλάσεις από τη σκληρή εργατική ζωή και τη μνήμη του πατέρα του καθώς οι Στάσεις στο μέλλον, δεν φτάνουν να έχουν ιδεολογική και, πολύ περισσότερο, κομματική συνέπεια και συνέχεια. Γι’ αυτό δεν καταφέρνουν να δώσουν πρόσωπο ελπίδας στο επίφοβο παρόν και στο απειλητικό μέλλον. Όλα φαίνονται βυθισμένα σε ένα κλίμα μη πίστης, σε ό, τι συνιστά τη θετική ενέργεια της ζωής. Υπάρχει ένα απροσδιόριστο τσάκισμα στην ψυχή, σαν όλα να έχουν χαθεί προτού καν αρχίσουν: «Στην άσφαλτο κυλάει το μεσημέρι λαβωμένο / όλα σπασμένα / Σπασμένα γόνατα / λαιμοί / χέρια σπασμένα / σπασμένα συνθήματα / σπασμένες φωνές/ σπασμένο τραγούδι/ σπασμένο» (Θέση). Και παρακάτω σε άλλο ποίημα: «Σταμάτα πια αυτό το ρήμα αυτό το έσπασε/ απομακρύνεσαι… σε χάνω…». Εκεί στο ίδιο ποίημα «Εποχή» (από τις Στάσεις στο μέλλον), υπάρχει σημαδιακά η επίκληση προς το λαϊκό τραγούδι, του οποίου οι στίχοι διαπλέκονται για πρώτη φόρα – και έκτοτε συχνά – , ως ζωτική προέκταση των δικών του στίχων και σκέψεων: « φύλλα καρδιάς που στο χυμό τους θα κρατάν για πάντα / παράνομα λαϊκά τραγούδια ξακουστά/ παράνομα ακόμα για πάντα λαϊκά…/ Μπρος το ρημαγμένο σπίτι/ με τις πόρτες τις κλειστές…». Σημειωτέον ότι τότε η Αριστερά έβαζε σουρντίνα στα λαϊκά και στα ρεμπέτικα τραγούδια, και μάλιστα όταν η μνεία τους γίνεται ρητά και με έμφαση μέσα στα ποιήματα. Είναι η εποχή (1957) όταν οι μάχες έχουν τελειώσει οριστικά και ό, τι ακόμη έχει περισσέψει από το κακοαφορμισμένο εμφύλιο αφήνει ένα μουντό χρώμα, στην απέραντη κούραση της φωνής που μιλάει: «Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα/ πως θέλετε να το δείτε ανοίξτε να με δείτε».
Ωστόσο, καμιά ευθέως αναγνωρίσιμη αναφορά μεταπολεμικής ήττας, με την έννοια της αστοχίας των αγώνων της Αριστεράς και του καταποντισμού των κοινωνικών οραμάτων δεν καταγράφεται σε αυτή την ποίηση. Μόνο υπάρχει μια αίσθηση διάχυτης κόπωσης και αδικίας. Εδώ, ο καθένας προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του και η επακόλουθη φτώχεια εισπράττεται σαν βαθιά ταπείνωση της ανθρώπινης υπόστασης. Στο λαϊκό και στο ρεμπέτικο τραγούδι η έννοια της αδικίας (άδικος κτλ) αναφέρεται αδιάκοπα, δίνοντας την εντύπωση, ρητά και άρρητα, μια ς ανίσχυρης εναντίωσης απέναντι στην μοίρα, παρεκκλίνοντας έτσι από την προβληματική των μαρξιστικών θέσεων. Κάτι δηλαδή σαν κατάρα που κυνηγάει τον άνθρωπο από τη γέννησή του, ανεξαρτήτως αιτίων. Αυτή η αίσθηση της αμετακίνητης αδικίας που κατατρέχει τον άνθρωπο, σε ό, τιδήποτε και αν επιχειρεί ( προσπάθεια για καλυτέρευση της ζωής τους, σχέσεις φιλικές, αισθηματικές κτλ), γίνετε αντιληπτή στο έργο του Γκόρπα με απαισιόδοξη χροιά, βρίσκοντας τέλεια το εκφραστικό αντίστοιχο στο λαϊκό και στο ρεμπέτικο τραγούδι. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι από μικρός στο Μεσολόγγι, όπου έγινε το μπόλιασμα με αυτού του είδους τραγούδια, έβρισκε προπάντων να διεγείρονται μέσα του τα ανείπωτα λόγια και οι καϋμοί, τα βυθισμένα στην ψυχή για ό, τι έβλεπε γύρω του.
Σε τι άλλο όμως συνέτεινε το λαϊκό τραγούδι, αν επιχειρήσει κανείς μια συνανάγνωση με την ποίηση του; Ίσως το σημαντικότερο στοιχείο, ως προς τις προσμίξεις με την ποιητική γλώσσα, είναι η καίρια λέξη. Διαβάζεις Γκόρπα και εκεί που νομίζεις ότι το ποίημα έχει ξεστρατίσει , αίφνης με μια λέξη στη σωστή θέση και στο σωστό χρόνο, αυτή η διάχυση ανακεφαλαιώνεται και πυκνώνει, επαναδιατάσσοντας αυτόματα το νόημα. Όπως λεει εύστοχα σ’ ένα στίχο, «όχι πικραμένος αλλά πικρός» διαχωρίζοντας κάθετα την κυριολεκτική ευθυβολία της λέξης: είμαι πικρός, σημαίνει προκαλώ πίκρα, θλίψη ενώ πικραμένος, το αντίθετο: δέχομαι πίκρα. Ο Γκόρπας Δε λαθεύει σ’ αυτά και δεν κολλάει στα παραπλανητικά συνώνυμα των λεξικών. Ο λαϊκός στιχουργός όταν ευστοχεί, ενστικτωδώς χρησιμοποιεί αδίστακτα την λέξη που του καρφώνεται στο μυαλό, χωρίς να υπολογίζει γραμματικούς ή άλλους κανόνες που συνήθως αγνοεί, πετυχαίνοντας συχνά απίθανης ομορφιάς ρίμες: «Πώς να ταιριάξεις μ’ άλληνε/ άδικε κόσμε γυάλινε». Δείχνοντας έτσι μοναδικά την δημιουργική δύναμη της λαϊκής γλώσσας και φαντασίας, δουλεμένης στο σπουδαστήριο της ζωής και στην απέραντα εκτεινόμενη πολυμορφία του συλλογικού πολιτιστικού πλούτου.
Είναι τόσο πυκνές και παράφορες οι αναφορές στο λαϊκό τραγούδι μέσα στους στίχους του Γκόρπα, ώστε έχει κανείς την εντύπωση πως αναπλάθει το ανάλογο βίωμα μέσα του: το επιζητεί, το ενσωματώνει στη ζωή του, το σκηνοθετεί παθιασμένα, το οργανώνει παρατάσσοντας όλη τη γνωστή σημειολογία του ρεμπέτικου: πάντα αστικό το τοπίο, λαϊκά στέκια, μπουζουξίδικα, πουτανάδικα και γενικώς χώροι της απώλειας, νυχτερινοί δρόμοι – πλατείες μπαράκια, άνθρωποι φευγάτοι, ποτά, τσιγάρα, θολούρα, αγιάτρευτος καϋμός, επικεντρωμένος στο στερημένο και αδικημένο στη ζωή άτομο, με έμφαση στην καψούρα για το αγαπημένο πρόσωπο και βέβαια, η ιδιάζουσα φρασεολογία (νταλκάς, ντταλκαδιασμένος- τουρκική ρίζα βέβαια, που πρωταρχικά σήμαινε τρικλοποδιά , ανατροπή και συνακόλουθα, μεράκι, δυνατό και αγιάτρευτο πόθο – και άλλες ανάλογες λέξεις που παραπέμπουν άμεσα στα σχετικά βιβλία του Ηλία Πετρόπουλου. Ιδού ένα ποίημα, όπως σκηνοθετείται, εκφράζοντας άρτια, από κάθε άποψη, την τόσο γόνιμη αυτή επίδραση: « Θα καταργήσω τον ουρανό, θα καταργήσω τη γη/ και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί/ για ένα ποτό για ένα τραγούδι για ένα χορό / κ’ εσύ / θα περνάς απ’ έξω» (Αναπόληση).
Το λαϊκό τραγούδι για τον Γκόρπα, είναι το αναγκαίο πλαίσιο όπου συνυπάρχουν τα παλαιά με τα νέα ήθη , όπως εμψυχώνονται και συνεκφέρονται, μοναδικά, συνυφασμένα στην ποίησή του, τόσο δεδομένα ώστε δεν μπορούν να αποσχισθούν και να εννοηθούν χωριστά. Έρωτες, έμψυχοι φόβοι, προδοσίες, αβάσταχτα βάσανα της ζωής, παντοειδής στερήσεις και ταπεινώσεις, σπαρακτική μοναξιά, έχουν το δικό του λαϊκό τραγούδι και το ποίημά τους, αντίστοιχα και συγχρόνως αλλιώτικά , στο μυαλό του Γκόρπα. Έτσι φυλάσσονται και καίνε στη μνήμη, πρόσωπα, ψυχικές καταστάσεις, γεγονότα. Τα λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια, επειδή δεν προσποιούνται αλλά είναι αυθεντικά, έχουν την ψυχοκινητική δύναμη, εφ’ όσον βέβαια τα αφουγκραστείς, να διενεργούν εκείνες τις υποκαταστάσεις που έχει ανάγκη η ψυχή. Άλλωστε. Όπως ήταν στη ζωή, έτσι και στην ποίησή του ο Γκόρπας ήταν ανυπόταχτος, φαντασιωμένος και έχοντας ανάγκη το πάθος, συνταυτισμένο με το λαϊκό τραγούδι. Όσοι τον γνώριζαν κι όσοι τον διαβάζουν, ξέρουν πόσοι ευεπίφορος ήταν σε κάθε είδους ψευδαισθήσεις, μέχρι να διαλυθούν επώδυνα. Κι όπως αναφέρει η Τζούλια Κρίστεβα στις Νέες αρρώστιες της ψυχής, συμβάλλοντας να κατανοήσουμε ουσιαστικά αυτή την όψη και της δημιουργικής του εντέλει πλευράς «η ψευδαίσθηση μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση κάποιας συνοχής, έστω και εκκεντρικής ή παράλογης. Κι αυτή η φανταστική ταυτότητα, στηρίζει το άτομο και το βοηθάει να ζήσει»
Τα λαϊκά τραγούδια μεταδίδουν μια θέρμη υπέρμετρη, που γεννά ξωτικές ψευδαισθήσεις. Διασχίζουν χιαστί και ακαταπαύστως την ποίηση και την ζωή του Γκόρπα, κάνοντας την πραγματικότητα ανεκτή και φέρνοντας διαρκώς μπροστά του την πατρίδα του, αβάσταχτη επιθυμία επιστροφής λογοτεχνικός τόπος «φθοράν ου ποσδεχόμενος», «μ’ αρχή και τέλος του ντουνιά το Μεσολόγγι» όπως χαρακτηριστικά λεει. Το όποιο υποστασιώνεται στην ποίησή του ως διακαής τόπος απουσίας , όπως μόνον ένας αληθινός ποιητής, που αισθάνεται ηττημένος στη ζωή, έχει ζωτική ανάγκη να τον πληροί και να προσφεύγει. Τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι δομικό στοιχείο της ποίησής του, τα κλειδιά που ανοίγουν όλους τους μυστικούς ενδιάμεσους χώρους, ώστε να ενοποιηθεί και να κατανοηθεί το έργο του. Ας δούμε πως παραπέμπει, δια μέσου του λαϊκού τραγουδιού, στο ανείπωτο, την ύψιστη στιγμή αποχωρισμού, συνοδεύοντας το θάνατο του πατέρα του: « Τι απελπισία είναι αυτή που διαλύει το σπίτι / τι λαϊκό είναι αυτό βαρύ που σε κατεύοδώνει…»/
Λαϊκό τραγούδι και Μπήτνικς: η αίσθηση της αρνητικής ελευθερίας
Ο Γκόρπας δεν ποσδένεται σε ιδεολογικούς η παντοειδείς αισθητικούς – ισμούς παρά μόνο στο βαθμό και όσο χρειάζεται για να αντλήσει ζωτική ύλη για τη γραφή του.. κι αυτό γιατί το πνεύμα και η γλώσσα του είναι φύσει ανυπότακτα, και ως εκ τούτου η απόλαυση της ποίησής του προϋποθέτει έναν πιο ευέλικτο τρόπο ανάγνωσης. Κατ’ αρχην να διαβαστεί ενιαία, χωρίς να σαλαμοποιηθεί σε καλούς και περιττούς στίχους και ποιήματα. Και πράγμα εξ ίσου βασικό, να μην ζητά κανείς από ένα έργο στοιχεία που δεν προϋποθέτει, όπως π.χ ευταξία και προσήλωση σε κανόνες, ασύμβατα μα την ποιητική του Γκόρπα, αφού ποντάρει στο άναρχο, στην καυτή αμεσότητα, η στην τρελή έμμονη ιδέα, σαν όλα να προκύπτουν απ’ τα ντουμάνια του μυαλού. Αν παρακολουθήσεις την άναρχη και ιδιόμορφη σκέψη του και τα στοιχεία της αυτοσυνείδησης σε στιγμές αιχμής, τότε βρίσκεις το σωστό τρόπο ανάγνωσης: «Εγώ ακόμα γράφω ποιήματα ασουλούπωτα που αρέσουν σε κάμποσους / μ’ όλο το πάθος των παλιών που έβγαζαν νερό απ’ το πηγάδι το κατακαλόκαιρο να δροσιστούν και να δροσίσουν και/ τα ζωντανά τους…»
Η γλώσσα του λειτουργεί αποτελεσματικά, εφ’ όσον την αποδεχτείς έτσι όπως είναι: ασυμμάζευτη, που δεν ισιώνει, δεν στοιχίζεται , δεν ευπρεπίζεται με τίποτα, παρά εκμυστηρεύεται στεναχτικά με ένα ταξίμι, ή κραυγάζει αφρίζοντας μην αφήνοντας τίποτα όρθιο, όπως οι μπήτνικς , «Φτωχιά Ελλάδα, όπως η γριά λουλουδού της Πλάκας/ λουλουδού μπολονού νταραβεριτζού καρλντεριμιτζού (Κουφάλα Ελλάδα). Άλλη ιστορία και αυτή, που διάφοροι αυτόκλητοι καλοθελητές δεν επιτρέπουν στον Γκόρπα να αυτοαποκαλείται και να αισθάνεται μπήτνικ, όποτε και για όσο του άρεσε. Παρά την σχετική, προκλητική δήλωσή του, στην συνέντευξη της Αυγής, στον Βησσαριώνα Σταύρακα το 1980. Και ακόμη το 1979, όταν εκπροσώπησε αυτοβούλως, όπως του ταίριαζε βέβαια τους… έλληνες μπήτνικς, σε συνέδριο στη Ρώμη, κατά την μαρτυρία του ποιητή Σωτήρη Παστάκα. Υπάρχει μια τάση στην εποχή μας, όταν κάποιοι –όχι, αναγκαστικά με κακή πρόθεση- επιχειρούν ένα είδος αντι – μυθοποίησης π.χ ερήμην ενός ποιητή, επιδιώκοντας για ανεξερεύνητους λόγους να τον προστατεύσουν (!) και από τον ίδιο του τον εαυτό, να τον εντάξουν σ’ ένα είδος καθαρότητας, που ο ίδιος ούτε θα ήθελε ούτε χωράει. Είναι η περίπτωση του Γκόρπα, που βέβαια εκείνος είχε τους δικούς του λόγους να αναφέρεται τότε στους μπήτνικς, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν, ούτε στην όποιας απόχρωσης Αριστερά. Γιατί το θέμα δεν είναι να αποκαλέσουμε κάποιον αλλά σε ποιο βαθμό ανταποκρίνεται το έργο του. Αναμφισβήτητα ο Γκόρπας είναι πάντα ο εαυτός του, όμως θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην συναθροίσουμε στην ποίησή του τις ουσιαστικές επιρροές από τους μπήτνικς, εμφανείς ή όχι.
Είναι ορατό ότι το κλίμα οξείας εναντίωσης των μπήτνικς, με ξέφραγη γλώσσα, απέναντι στις σαθρές εξουσίες και καταστάσεις στις κατεστημένες αξίες, όπως προεκτείνοντας στους λογοτεχνικούς «πατέρες» που με την διαρκή παρουσία τους ως πρότυπα ανέκοπταν το νέο ήθος της γλώσσας να διαμορφωθεί, έβρισκαν απολύτως σύμφωνο το Γκόρπα. Κυρίως όμως θα του ήταν αρεστή η αντιπαράθεση που αποχαλινώνει και ανατρέπει δραστικά και δημιουργικά τη γλώσσα, τεντωμένη ως εκεί που γίνεται κραυγή. Αφού απροσδόκητα γινόταν εφικτό να δώσει μορφή και διέξοδο στη δική του κραυγή, απελευθερώνοντας την καταπιεσμένη δύναμη της φωνής του. έστω και αν αυτή η δημιουργική ώθηση, να μη σέβεται τίποτα, ούτε ιερό ούτε όσιο, ερχόταν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, από τους αμερικάνους, πράγμα που ήταν εξαιρετικά ύποπτο τότε. Όμως ο Γκόρπας, που είχε κάψει την γούνα του και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παριστάνει το καλό παιδί, έπιασε με τις ποιητικές του αντένες εκείνα τα στοιχεία ακριβώς που ερέθιζαν την έντονη διάθεση του να προκαλεί ως τα άκρα. Η ποίησή του οριζοντίως και καθέτως είναι βαθιά διαποτισμένη από την εναντίωση και αμφισβήτηση αυτής της υφής, που αφομοιωμένη με το δικό του ιδιοπαθή και ιδιόρρυθμο τρόπο επικύρωνε τις επιλογές του. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω, μερικές από τις γόνιμες επιδράσεις έντονης αμφισβήτησης: 1. Στην ενότητα Περνάει ο Στρατός , που μπορεί να διαβαστεί σαν ένα σατιρικό και ανατρεπτικό μανιφέστο για το εξευτελιστικό πνεύμα του στρατού και των στραταρχών και την παντελώς ηλίθια, ισοπεδωτική και ταπεινωτική αγωγή των στρατιωτών 2. Καθώς καταγγέλλει και αποδομεί, με ανηλεή κριτική ματιά, τη σχιζοφρενική κοινωνική κατάσταση της τότε Ελλάδας και την διαβρωτική σαπίλα της καθεστωτικής και πολιτικής ηγεσίας ( μήδε της Αριστεράς εξαιρουμένης, με άλλα σκεπτικό βέβαια) που άμβλυναν τη συνείδηση και τις ζωτικές αντιστάσεις των νεοελλήνων. Τα διάσπαρτα ποιήματα είναι εύκολα στην πρόσβαση με την συχνότητα που τα συναντά κανείς. Και 3. Στην συχνή επικέντρωση στο τλέλμα της πνευματικής και λογοτεχνικής ζωής, με σκληρές αναφορές και σε καταστάσεις και σε επώνυμους πνευματικούς «πατέρες» δίκαια ή άδικα, όπως το αντιλαμβανόταν (Παλάμας, Μαλακάσης, Σεφέρης, Ελύτης, Σικελιανός κ.ά)
Όμως το να είναι κανείς μπήτνικ, προϋποθέτει μια ακραία στάση ζωής απέναντι στην εφησυχασμένη κοινωνία και τις σκληρές εξουσίες. Τα ποιήματα είναι ζυμωμένα με αυτή την βασική προϋπόθεση, από όπου παίρνουν την πρώτη ύλη τους και τη χαρακτηριστική ρητορική τους. Πράγμα που σημαίνει: να μη μασάς τα λόγια σου, να ουρλιάζεις ως το ξεχαρβάλωμα της γλώσσας, αποτινάζοντας την καλλιέπεια ως εκεί που δεν είναι αποδεκτό, ξαναφτιάχνοντας τους κανόνες, μέσα σε συνθήκες φωτιάς. Και να σε εμψυχώνει μόνο η δυσαρέσκεια της εξουσίας και το χνώτο αυτών που τράβηξες την προσοχή γιατί πνίγονται σαν εσένα. Αν μιμηθείς τους μπήτνικς επιφανειακά, θα είναι στην καλύτερη περίπτωση, μια απλή λογοτεχνική πόζα. Γιατί η εμβέλεια αυτής της εκκωφαντικής ενόχλησης , που ξεβολεύει αλλά και ξεσηκώνει τον αναγνώστη, έχει τον ανάλογο κίνδυνο. Γίνεσαι από την μια στιγμή στην άλλη απόρριγμα της κοινωνίας, αποδιοπομαίος τράγος, μαύρο πρόβατο, όπως αισθανόταν ο Θωμάς Γκόρπας: «Που λέτε παιδιά τα ράσα δεν κάνουν το παπά ο πάπας κάνει τα ράσα. Τώρα μερικοί δεν ξέρουν που να με βάλουν άλλοι με ανακαλύπτουν με μαύρη ευχαρίστηση άλλοι με τρόμο άλλοι λένε πως και τότε μ’ αγαπούσαν άλλοι πως και τώρα μ’ αγαπάνε κι ας μην τους αγαπάω εγώ. …» (Το πατάρι). Επειδή αυτό το ρίσκο πληρώνεται τοις μετρητής: με σπρώξιμο στο περιθώριο. Με αποκλεισμούς από τις διάφορες λίστες, με παραβατικότητα, με δημόσιο διασυρμό , χωρίς καμιά ευκαιρία στην κοινωνία, κανένα δικαίωμα στην οικογένεια και οι πόρτες κλείνουν μπροστά στα μάτια σου με πάταγο. Σε θέλουν τελειωμένο, στραπατσρισμένον , κι εσύ για να τους πολεμήσεις, αναλίσκεσαι χωρίς δεύτερη σκέψη, γίνεσαι όμως επιτέλους αντίληπτός με τρόπαιο το «ασουλούπωτο ποίημα που αρέσει σε καμπόσους». Με τη θεμελιώδη διαφορά, ότι δεν απαγγέλλεις τα ποιήματα σου με υπόκρούση σκληρού ροκ, από τα ηλεκτρονικά μπαλκόνια εκείνων των εφημερίδων, αλλά το φωνάζεις για να ακουστείς, εκεί απ’ όπυ εκπηγάζουν, στο «Μεγάλο Δρόμο» (1975), επειδή ο Γκόρπας έπιασε από νωρίς το μήνυμα. Ζόρικη υπόθεση οι μπττνικς, λοιπόν, όπως εκείνος τους αντιλαμβανόταν επί της ουσίας: δίνόντας με τη στάση καθολικής εναντίωσης και τον τρόπο ζωής τους νέα διάσταση στους καταραμένους της σύγχρονης εποχής: «Που λέτε παιδία ήταν μεγάλη υπόθεση τότε να φωτογραφίζεσαι μες στο ομαδικό χνώτο ωραίος μεγαλειώδης πεινασμένος πικρός όχι πικραμένος – καταραμένος καταραμένος» (Το πατάρι) . έτσι βρήκε ουρανοκατέβατη δικαίωση για την ισόβια λατρεία του στο λαϊκό τραγούδι και τους ρεμπέτες, που και αυτοί, σαν τους μπήτνικς, δεν ήθελαν να θεραπευτούν από τα πάθη τους – αυθεντική εκδοχή καταραμένων και ενοχλητικών της ευπρεπούς κοινωνίας. Μοίρα όλων λοιπόν – τότε που διαμόρφωναν, με φοβερό κόστος την κατάσταση – ήταν ο δρόμος, με ο, τι κι αν αυτό συνεπαγόταν, ενισχύοντας την τάση αυτοκαταστροφής: ναρκωτικά, ποτά, τσιγάρα, ώσπου να μαυρίσουν τα πνευμόνια ( «Ζωή χτισμένη με ταξί κρασιά τσιγάρα κι αποτσίγαρα»), ουρανομήκεις προκλήσεις προς τα πρότυπα της «υγιούς» κοινωνίας, ρεμάλια ανατρεπτικά στοιχεία και στέκια κάθε λογής, για να μπερδεύονται τα χνώτα. Προπάντων όμως στο δρόμο, όλα εκεί είχαν την απαρχή τους και προ τα εκεί έδειχναν, καθώς άρχιζε η μύηση στην αρνητική ελευθέρια. Εκφραστής αυτής της άποψης είναι ο στοχαστής Τζων Στιούαρτ Μίλλ, καθώς τον παρουσιάζει ο Ισαϊα Μπέρλιν, στο βιβλίο του Τέσσερα δοκίμια περί ελευθερίας, παρ’ότι την δέχεται ως ατομοκεντρική. Υποστηρίζει λοιπόν ο Μίλλ ότι θεωρεί βασικό στοιχείο της ατομικής ελευθέριας, ο άνθρωπος να μπορεί να αυτοκαθόριζει τη μοίρα του, αρκεί με τη συμπεριφορά του να βλάπτει μόνο τον εαυτό του: «Όλα τα σφάλματα που είναι πιθανόν να διαπράξει κάποιος παρά τις συμβουλές και τις προειδοποιήσεις , είναι ασήμαντα εν συγκρίσει με ένα ολέθριο, πράγματι σφάλμα: να επιτρέψει δηλαδή στους άλλους να τους επιβάλλουν αυτό που εκείνοι κρίνουν ότι είναι το καλό του».
Ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας ασφαλώς αγνοούσε αυτήν και άλλες παρόμοιες απόψεις, αφού όπως είναι γνωστό δεν επηρεαζόταν από θεωρίες. Και όμως την επικροτούσε αυθεντικά και ανυπόχωρητα με τον τρόπο της ζωής του, όπως απεικονίζεται μοναδικά στην ποίησή του, κερδίζοντας την επίνευση του σύγχρονου αναγνώστη, και επιπλέον, η αίσθηση της έτσι προσδιορισμένης ελεύθερίας, ρίχνει φως στην δύσκολη διαδικάσια ελευθέρωσης και δικαίωσης που αισθανόταν όντας ο εαυτός του, πληρώνοντας στο ακέραιο, με το δυσβάστακτο κόστος της μοναχικότητάς του, το τίμημα τις επιλογές του, διατηρώντας, πάρα ταύτα, ένα βλέμμα βαθύτατα τρυφερό για τους κατατρεγμένους της ζωής και τους αγαπημένους του.










εχετε κανει λαθοσ στην ημερομηνια γεννησης της Αγγγελικης Κωσταβαρα. Γεννηθηκε το 1936 και πεθανε σε ηλικια 70 ετων.