Συνοψίζοντας ποιητικά το 2005, καθοριστικός των εντυπώσεων στάθηκε ο θάνατος. 29 Μαρτίου 2005, 86 ετών, σάλπαρε ο Μίλτος Σαχτούρης, 23 Ιουνίου 2005, 80 ετών, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, 5 Οκτωβρίου 2005, 47 ετών, ο Ηλίας Λάγιος. Ενώ, τελετούντος του έτους, ήδη οι μείζονες τεθνεώτες γίνονται δεκανίκια σε ελάσσονες θεράποντες. Κατά τα άλλα, πέρα από τις απώλειες, στα κέρδη καταγράφονται το διεθνές συνέδριο για τον Γιάννη Ρίτσο, στα δεκαπεντάχρονα από το θάνατό του, και αισίως το 25ο στη σειρά συμπόσιο ποίησης στην Πάτρα.
Στα διαρκή κέρδη η ύπαρξη κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, συμπληρώνοντας πέρυσι πεντηκονταετία από την πρώτη μεταπολεμική απονομή τους. Παρά τις αδικίες, κάποτε κατάφωρες, που δείχνουν αδιάβαστες ή και μεροληπτούσες επιτροπές, ο θεσμός πιστεύουμε πως είναι προς όφελος της λογοτεχνίας, απείρως προτιμότερος των προσφάτως εισαγόμενων. Εφέτος, με καθυστέρηση δεκατριών ετών, το βραβείο απονεμήθηκε στον Νάσο Βαγενά για τη συλλογή του «Στέφανος».
Στα ωφελήματα της χρονιάς, οι ποιητικές εκδόσεις τεθνεώτων, καθώς και οι μελέτες οι περιδιαβάζουσες την ποίησή τους. Εν αρχή, το μακρύ ποίημα του Στέφανου Κουμανούδη, «Στράτις Καλοπίχειρος», 154 έτη μετά την πρώτη του έκδοση και 106 από την τελευτή αυτού του όλως ιδιαίτερου λογίου του 19ου αιώνα. Και ακολουθούν, άπαντα τα ποιητικά του Μιλτιάδη Μαλακάση, 62 έτη από το θάνατό του. Έπονται μελετήματα για τον Κωστή Παλαμά από τον Ε. Γαραντούδη και χωριστά, από τον Ξ. Α. Κοκόλη, για τον Άγγελο Σικελιανό από την Α. Βογιατζόγλου αλλά και τον Β. Λαμπρόπουλο, για τον Οδυσσέα Ελύτη από τον Ε. Καψωμένο και τον Ν. Παρίση. Ακόμη, η Ελένη Βακαλό κατά Α. Φραντζή και ο Γιώργος Λίκος κατά Χρ. Δανιήλ. Ενώ, στους ζώντες, ο Τίτος Πατρίκιος παρουσιάζεται σύμφωνα με την οπτική του Δ. Ν. Μαρωνίτη, ενώ, αντιστρόφως, ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου, κυρίως της γενιάς του ’70, κρίνονται από τον Τάσο Λειβαδίτη.
Διαφορετικού χρονικού βάθους οι συγκεντρωτικές εκδόσεις, πάντοτε χρήσιμες ως απολογισμός και συνολική εικόνα Νάνος Βαλαωρίτης, Ζέφη Δαράκη, Νίκος Βασιλάκης. Αν και το κυρίως κέρδος κάθε χρονιάς είναι η ποιητική σοδιά της, οι καταξιωμένοι ποιητές, που εκδίδουν καινούργια ποιητική συλλογή, άλλοτε διατηρώντας το κατακτημένο έδαφος και άλλοτε σημειώνοντας υποχωρήσεις, ενίοτε και άλματα, αλλά και οι υποσχόμενοι άγνωστοι. Δυο ποιητικές συλλογές φαίνεται να κέρδισαν το ενδιαφέρον της κριτικής: τα «Πεταμένα λεφτά» του Γιάννη Βαρβέρη και η «Χλόη θερμοκηπίου» της Κικής Δημουλά. Το επόμενο κρατικό βραβείο ποίησης, αν υπάρξει, θα μπορούσε να δοθεί, αυτή τη φορά με δωδεκαετή καθυστέρηση, στον Βαρβέρη(sic!!!) για μια ωστόσο μεταιχμιακή συλλογή. Να σημειώσουμε πως, όταν κάνουμε λόγο για καθυστέρηση, δεν έχουμε κατά νου κάποια επετηρίδα αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές, όπως οι «Βάρβαρες ωδές» του Βαγενά ή «Ο κύριος Φογκ» του Βαρβέρη. Από την άλλη, ορισμένα από τα καινούργια ποιήματα της Δημουλά θυμίζουν τον καλό εαυτό της, που ενδιαμέσως είχε ελαφρώς προδοθεί.
Εμείς συγκρατούμε από τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, τον στοχαστικό «Βίο απορητικό» του Βασίλη Καραβίτη και τους «Ανιπτόποδες και Σφενδονήτες», με τις μνημονικές αναμοχλεύσεις του ολιγογράφου Τάσου Γαλάτη. Από την τρίτη μεταπολεμική, το «Ελάχιστα πριν» της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου και για τους ειρωνικούς τρόπους με τους οποίους ποικίλλει ένα τοπίο ματαιότητας. Επί τα αυτά δείχνουν να παραμένουν τα καινούργια ποιητικά βιβλία του Λευτέρη Πούλιου, της Αθηνάς Παπαδάκη αλλά και η διαλογική σύνθεση της Μαρίας Λαϊνά, «Ο κήπος». Το δεύτερο, ωστόσο, μέρος της πρόσφατης συλλογής της, «Όχι Εγώ», περιδινείται με τον “κοντό” του στίχο δυναμικότερα.
Από τους νεότερους, άρτι εκκολαπτόμενους, διαβάσαμε ποιήματα στην «Φοινικιά» του Γιώργου Χαβουτσά, που θα χρειαζόταν ωστόσο ένα αυστηρότερο ξάκρισμα. Επίσης, στο «Πέρα απ’ τη μέρα» του εικοσάχρονου Νίκου Βιολάρη. Περίπου, όταν γεννιόταν ο Βιολάρης, εκκολαπτόταν στην ποίηση ο Δημήτρης Κανελλόπουλος, που εξέδωσε εφέτος την τρίτη συλλογή του, «Σιγή ασυρμάτου», με τα ελλειπτικά ποιήματα να κερδίζουν τις εντυπώσεις έναντι των αφηγηματικών. Πάντως, για να ακριβολογούμε, από τις 140 και πλέον ποιητικές συλλογές, λίγες μόνο ελάβαμε και ακόμη λιγότερες διαβάσαμε ή έστω διατρέξαμε. Αρκετές από αυτές έδειχναν να αντέχουν κριτικής και όντως να εντάσσονται στο λεγόμενο ποιητικό corpus, όχι με τα δικά μας κριτήρια αλλά με τον πήχυ των κριτικών της ποίησης, όπως θα το διατύπωνε ένας ειδήμων. Κι αν σε εορταστικές ημέρες περί ποιήσεως τυρβάζουμε, ας όψεται ο Καναβούρης, που έκανε λόγο για φασιστικές αποκρύψεις.

Μ. Θεοδοσοπούλου.

Εφημερίδα ‘ΕΠΟΧΗ”, Κυριακή 8/1/2006