Γιώργος Μαρκόπουλος, Ιστορικό Κέντρο, Καστανιώτης 2005

Δώρα που φέρνει η στιγμή

Η ισχνή μαυροφορεμένη γριούλα, με το μπαστούνι και το γαϊδούρι της, που πουλούσε τσάι το χειμώνα μέσα στους υγρούς νοτιασμένους δρόμους της γενέθλιας πόλης μας και που εγώ με τον αδερφό μου, γράφοντας στο παράθυρο την ορθογραφία μας, προσπαθούσαμε, καθώς απομακρυνόταν, να καταλάβουμε από την ένταση της φωνής της τη γειτονιά που εκείνη τη στιγμή θα βρισκόταν: «Τσάι Ταϋγέτου», «Τσάι Ταϋγετ…», «Τσάι Ταϋ…» « Τσάι Τα..»

Τα στήθη της όμορφης εκείνης κοπέλας –τώρα πια από τότε χαμένης στην Αυστραλία- που επροθυμοποιείτο αφιλοκερδώς να μας κάνει τις ενέσεις, όταν, μικροί, μας πονούσαν οι αμυγδαλές μας, και έτσι καθώς έσκύβε να ετοιμάσει την σύριγγα, εμείς άρρωστα αλλά και υπεράνω πάσης υποψίας, τα βλέπαμε κοιτώντας λοξά και τα θαυμάζαμε τα υπέροχα, τα ωραία, τα θεσπέσια – της κοπέλας- τα στήθη.

Εκείνοι οι γέροντες που, βιαστικοί με αυτοκίνητο από τις πλατείες περνώντας προς την Αθήνα, συναντούμε στα παγκάκια να κάθονται του Ναυπλίου, του Άργους , της Τρίπολης ή των Θηβών, πανομοιότυποι, έτσι ώστε ο Οιδίποδας με το φτωχούλη να μοιάζει, ο ξεπεσμένος πλούσιος με ένα τίποτα και ο Τειρεσίας με τον αλήτη ή το ζητιάνο.

Εκείνα τα δίδυμα αδερφάκια, αγόρι και κορίτσι, της πάνω γειτονιάς, που πέθανε η μητέρα τους, τα μαυροφόρεσαν, και που ακόμα κι όταν μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά, εμείς εξακολουθούσαμε να τα αποκαλούμε μεταξύ μας «Τα ορφανά».

Εκείνη η απογοήτευση που νιώσαμε όταν μικροί λέγαμε τα κάλαντα στην αγρότισσα αλλά ευκατάστατη νόνα μας και αυτή, νομίζοντας πως είχαμε ήδη φύγει, ερχόταν σιγά σιγά στην πόρτα ώστε να βεβαιωθεί, ενώ εμείς, μέσα στην άδολη παιδικότητά μας, πιστεύοντας ότι κατέφθανε για να μας ανοίξει, της ευχόμασταν «Χρόνια Πολλά» και πάλι , πλην όμως , αποχωρώντας, τύχαινε απ΄ το μισάνοιχτο και τη βλέπαμε παράθυρο με το αυτί της κολλημένο στο ξύλο.

Εκείνη η χαίνουσα πληγή που θα μείνει για πάντα στην καρδιά μας, όταν νεοσύλλεκτοι, στο πρώτο επισκεπτήριο, φεύγοντας οι δικοί μας το μεσημέρι από το γήπεδο όπου μας είχαν συγκεντρώσει και έχοντάς μας αφήσει τα χιλιάδες καλά -μπισκότα, σοκολάτες ή κεφτεδάκια- αυτοί που δεν τους είχαν επισκεφτεί άρχισαν από τις κερκίδες να φωνάζουν: «Κανένας από την Κρήτη;» « Κανένας από την Σπάρτη;» «Από την Αχαΐα μήπως κανένας ρε παίδια;…»

Εκείνος ο υπέργηρος λαϊκός οργανοπαίχτης, με το τριμμένο καπέλο και το παλιό του σακάκι, σε τραπέζι γαμήλιο της δεκαετίας του 60, όπου έβγαλε από τη θήκη το βιολί του και άρχισε να παίζει με τόση ευλάβεια και τόσο σοβαρά, μόνος του, σαν να διαγωνιζόταν εκείνη τη στιγμή με το θάνατο και από το αποτέλεσμα να κρινόταν η σωτηρία του κόσμου, ενώ ουδείς μέσα στο χαροκόπι ούτε τον άκουγε ούτε και του έδινε καν σημασία.

Και ακόμη:

Ο πιωμένος γείτονας που μας καλησπερίζει προσπαθώντας να κρύψει τη μέθη.

Η σεληνιασμένη σε ταινία ιταλική, που την διώχνουν και υστέρα από χρόνια καταλαβαίνουν ότι έδιωξαν από το χωρίο τους την Παναγία.

Ο σάλος του μαραγκούδικου που δέρνει ανηλεώς τα σανίδα γιατί του έπιασε το χέρι.

Το κατάρτι του ναυαγίου, που ξαφνικά το βλέπεις και λες «να, από δω θα μπορούσε να κρατηθεί», όμως πάραυτα σκέφτεσαι ότι ο άνθρωπός σου έχει εδώ και μέρες πνιγεί κι έτσι παραιτείσαι από κάθε περιττή και μάταιη σκέψη.

Η λεπτή εκείνη στάχτη στο σχήμα του κούτσουρου λίγο προτού για πάντα καεί, για να του θυμίζει το πρώτο χαμηλό χιονάκι στο κλαρί που κάποτε ήταν.

Η φεγγαράδα δίπλα στο σταθμό, όπου το τρένο έστριψε και οι δυο φίλοι, αυτός που ταξίδευε και αυτός που τον περίμενε, έχοντας ακόμη απ’ τη χαρά ξεχαστεί, να κουβεντιάζουν εξακολουθούν μέσα στην ερημιά δυνατά.

Οι ετοιμοθάνατοι τη στιγμή ακριβώς εκείνη που οι συγγενείς τους, νομίζοντας ότι έχουν περάσει ήδη στον άλλο κόσμό, μιλούν ανοιχτά και ελεύθερα, ενώ αυτοί πράξεις ανείπωτες μιας ζωής, μυστικά ασήκωτα, μαζί τους προλαβαίνουν να πάρουν.

Ο γέροντας που δεν ήπιε όλο το πρωί νερό γιατί δεν είχε την δύναμη ν’ ανοίξει το μπουκάλι.

Ο κουρέας που παιδεύει ένα ολόκληρο απόγευμα το ίδιο κεφάλι, πως έχει, για να δείξει, δουλεία.

Τα παιδιά που παίζουν κρυφτό και εκεί όπου κρυβόταν το πρώτο, κρύβεται τώρα το άλλο.

Η πεταλούδα που τη βλέπουμε απ’ το κατάστρωμα του καϊκιού, καλοκαίρι, πάνω απ’ το κύμα αμέριμνη να πετά, χωρίς το βάθος να ξέρει.

Τα αλαφροΐσκιωτα εκείνα ψαλτάκια, υποτακτικοί είτε γιδοβοσκοί, όπου στους εσπερινούς των εξωκκλησιών τα περιγελούσαν, οι μικροί τους πέταγαν πέτρες, πλην όμως αυτά, έτσι καθώς υπέμεναν στρωικά το μαρτύριό τους, τη θεϊκή αρμονία του τεριρέμ μας αποκάλυπταν, αλλά και τη συντριβή της αληθινής, μέσα στην άνοιξη, και «εκ βάθους καρδίας» δεήσεως.

Η αυτοπεποίθηση του αλκοολικού προτού πιει.

Η αλήθεια που την κρύβουμε μπροστά στα παιδιά για χάρη της αθωότητας.

Ένα κοπάδι πρόβατα που τους ανοίγεις την πόρτα και εφορμούν προς την έξοδο με λαχτάρα – προς το σφαγείο- νομίζοντας πως τρέχουν, χωρίς να ξέρουν, προς την ελευθερία.

Ο μεγάλος παλαιστής Τζέικ Λαμότα στη δύση της καριέρα του, ταπεινωμένος και κατά κράτος νικημένος από τον ατίπαλό του, στην ταινία Οργισμένο Είδωλο του Σκορτσέζε ο κόσμος να τον χλευάζει και η γυναίκα που τόσο πολύ την αγάπησε, δέκα λεπτά πριν το τέλος του αγώνα, να φεύγει διακριτικά απ’ τις κερκίδες έχοντας αποφασίσει να τον εγκαταλείψει για πάντα.

Επίσης:

Εκκλησία που κοιμάται σε χέρια που ήδη το έχουν προδώσει χωρίς να το ξέρει.

Τραπέζια σε αυλή εγκαταλειμμένα ύστερα από γλέντι σε αρραβώνες ανθρώπων που δεν αγαπιούνταν, αλλά ούτε και πότε στη συνέχεια αγαπήθηκαν.

Δυο φίλοι από το στρατό που ξαναβρίσκονται τυχαία ύστερα από σαράντα χρόνια και ο ένας, βαθύτατα συγκινημένος, κρατάει άσβεστες και νωπές τις αναμνήσεις από τη στενή φιλία τους, ενώ ο άλλος δεν θυμάται τίποτα και προσπαθεί κρυφά καθ’ όλη τη διάρκεια της συνάντησής τους να φέρει κάτι στο νου του.

Μαλλιά υπέροχα γυναικός άγνωστης, που θέλουμε να του βάλουμε με το κερί μας, στέκοντας μπροστά μας, φωτιά, στην Ανάσταση.

Ιατρικό εργαλείο μισοβαμμένο με αίμα ύστερα από επέμβαση που κατέληξε στο θάνατο, ήσυχο και ατάραχο να στέκει, ενώ οι συγγενείς έχουν μόλις στρίψει στο διάδρομο οδυρόμενοι.

Τάφος ανοιχτός, έχοντας μόλις ξεθάψει νεκρό, και ο σταυρός δίπλά με την ένδείξη «άγνωστος».

Γεράκι που νομίζοντας πως είναι μόνο, χτυπάει ψηλά τα φτερά του και ακούγονται μες στην σιωπή της στέρνας.

Πουλιά που πέταξαν στην ερημιά του απογεύματος – αγάπη λες που την τρόμαξαν λόγια.

Μεθυσμένοι που απ΄το τηλέφωνο συλλυπούνται χωρίς να μπορούν, παρά την προσπάθεια, να κρύψουν την ευθυμία της μέθης.

Παλιό τριώροφο που κατέρρευσε και από την αποθήκη του έμειναν να χάσκουν μες στον ήλιο σίδερα σκουριασμένα, τροχαλίες της ραπτομηχανής, λεφτά χάρτινα του πολέμου, τυλίχτρες χειροκίνητες της ανέμης, φωτογραφίες και κάδρα σπασμένα.

Καφενεδάκι σε νησί του Αιγαίου όταν οι τουρίστες έχουν πια φύγει, και ενώ προσέχεις τη γαλήνη της θάλασσας, βλέπεις να διασχίζει ξάφνου το στενό δρομάκι μια μαθήτρια, την εποχή που τα κορίτσια του σχολείου φορούσαν μπλε ακόμη, με άσπρο γιακά, ποδιές.

Και τέλος:

Εκείνη η τρελή γυναίκα καθώς βγήκε ξεγελασμένη έξω από την πόρτα και ενώ περίμενε βάσει των υποσχέσεων άλλα, αντίκρισε ξάφνου ακροβολισμένους τους αστυφύλακες και τους νοσοκόμους, για να καταλάβει έτσι για άλλη μια φορά την απάνθρωπη ερημιά του κόσμου αυτού, αφού πάντα έτσι περίπου γίνεται στη ζωή: να υπάρχει κάποιος δικός μας άνθρωπος δηλαδή, ένας αδερφός που είναι ταγμένος απ΄την πολλή αγάπη στην προδοσία κάποτε, στην προδοσία κάποτε να περάσει.

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951 και από το 1965 ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά. Κυκλοφόρησε έξι ποιητικές συλλογές, καθώς και δύο τόμους με κείμενά του για το έργο άλλων ποιητών.
Το 1996 το απονεμήθηκε το «Βραβείο Καβάφη» στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και το 1999 το κρατικό βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του μη σκεπάζεις το ποτάμι.

ΠΟΙΗΣΗ
Έβδομη συμφωνία Αθήνα 1968
Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου Κούρος 1973
Η θλίψις του προαστίου Κέδρος 1976
Οι πυροτεχνουργοί Εστία 1982 (τελευταία έκδοση)
Ποιήματα 1968-1976 Τραμ 1980
Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης Υάκινθος 1987
Ποιήματα 1968-1987 Νεφέλη 1992,2000
Μη σκεπάζεις το ποτάμι Κέδρος 1998,1999,2000

Δοκίμια
Εκδρομή στην άλλη γλώσσα τόμος Α Ρόπτρον 1991
Εκδρομή στην άλλη γλώσσα τόμος β Νεφέλη 1994
Λευτέρης Ιερόπαις – Μια παρουσίαση Γαβριηλίδης 1999