Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Ελάχιστα πριν, εκδ.Νεφέλη, 2005

ΑΥΤΟ

Ανάμεσα στις κρύες πέτρες
Βρεγμένες όλη νύχτα απ’ τη θάλασσα,
Που είχε αποσυρθεί στην ώρα της.

Εκεί βρέθηκε. Έλαμπε.
Αν το άγγιζες, παλλόταν κάπως
Σαν εγκαταλελειμμένο χαμόγελο.
Το άρωμά του έφερνε στο νου
Ζάλη ιδεών και περιστάσεων.

Πέρα, κρεμασμενα στ’ ανοιχτα,
Τα κατάλοιπα από το σκοτάδι
Ξηλώνονταν, καθώς τα διέσχιζαν πουλιά
Πανικόβλητα.

Μουδιασμένο συμμάζευε τα πάντα
Το έλεος.
Άφαντος ο ουρανός.
Συμπονούσε.

Ύστερα, έπαψε να λάμπει.
Σαν να ρούφηξε τον εαυτό του σε κάρβουνο,
Σαν να λαχάνιασε η συνείδηση του.

Έκτοτε, τι; Γιατί; Και με ποιον τρόπο;