Στο καφενείο της πόλης
Το μερτικό στα χρόνια μου το πήρα.
Ό,τι μου αναλογούσε ήρθε, έφυγε.
Κάθομαι μόνος τώρα. Δεν πίνω δεν καπνίζω.
Κάθομαι τώρα. Βιβλία ξεκινημένα
κι αφημένα γραφτά μισογραμμένα
κείμενα που δεν μπορώ νʼ αποτελειώσω.
Τα χρόνια μου ήρθαν, σώθηκαν.
Του σώματος η δύναμη, της σκέψης, έχει λήξει.
Σαρκίο που κάθεται στο καφενείο της πόλης
κοιτάζει απʼ το θαμπό γυαλί την κίνηση
αφαιρείται. Άδειο φλυτζάνι του καφέ στο λείο
του τραπεζιού που λάμπει μάρμαρο ψυχρό και κρύο…
Γράμμα από το Ρέθυμνο σε φίλη
κατοικούσα εις Αλεξανδρούπολη
(ή αλλιώς: μονόλογος Κ. Γ. Καρυωτάκη)
Τι να σου γράψω από το Ρέθυμνο
κακό που δεν παλεύεται η επαρχία
συγγράφω έργο θεατρικό
απʼ τη ζωή μου να εξορκίσω
το θέατρο του ασήμαντου
σʼ αυτή τη σκονισμένη πόλη
το παίζω περιηγητής
τάχα δεν είμαι εδώ δε ζω κανονικά
είμαι στο Ρέθυμνο περαστικός
κυκλοφορώ περιεργάζομαι βαριέμαι
δεν μʼ εμπνέει αυτή η θέα
και την αλλάζω
ορίστε: τα έχω όλα ετοιμάσει
ρούχα χαρτιά αισθήματα και ιδέες
όνειρα της ψυχής και του κορμιού
σʼ αυτό το σάκκο
και τώρα συσπειρούμαι
για το γενναίο σάλτο μου προς την ωραία Θράκη.
(Είτε εκεί που βρίσκεσαι είτε εδώ που είμαι
σʼ όλες τις cartes-postales η ίδια θέα.
Το Δίπορτο
(Κεντρική Αγορά Αθηνών)
Καθόταν μόνος πίνοντας κρασί
στης αγοράς τη δίπορτη ταβέρνα
όπου χωνεύονται τα αισθήματα του απάνω κόσμου
παίρνοντας πραγματικήν υπόσταση
εκείνο που τους λείπει αποκτώντας
στη φθαρτή ζωή των υλικών πραγμάτων.
Δεν πρόσεξε πώς μπήκε
ποιαν κατέβηκε από τις δύο πόρτες
αυτός την έψαχνε στην αγορά
και στη βουή του κόσμου άκουε τη φωνή της
τώρα τη βλέπει ξαφνικά σαν φως
από παντού να κατεβαίνει
όπου κοιτάζει είναι τη δύναμή της ξέροντας
σαν ανεράδα λυγερή σαν αερούσα
μες στους απλούς ανθρώπους να κινείται
καμωματούσα κι άνετη
και μακρινή και ποθητή κι ανθούσα
να κάθεται στο διπλανό τραπέζι
η αναζητημένη των ονείρων
να τον κοιτά παράξενα να τον κοιτά
σαν ξένη, να γέρνει να ζαλίζεται να βγαίνει
απʼ το όνειρο και τʼ όνειρο να φεύγει.
Το ποίημα του Σίδνεϋ
Δεν έρχεσαι και κάτι δεν πάει καλά.
Δεν κάθεσαι στο τελευταίο θρανίο
και δεν μπορώ νʼ αρχίσω την ανάλυση.
Γυρνάω γύρω-γύρω. Μένω στην εισαγωγή.
Αδειανή και πάλι σήμερα η θέση σου.
Δεν έχω πού νʼ απευθυνθώ.
Δεν έχω πού νʼ αποταθώ κρυφά
στα μυστικά να μπω της ποίησης.
Είσαι το ποίημα που λείπει απʼ αυτό το μάθημα.
Κι αυτό το τυπωμένο πράγμα που κρατώ
θα μείνει όπως είναι. Ένα κλειστό τετράγωνο.
Από τη Λακέμπα στο Σίτι
(επικερδής ζημία)
Ήρθα και πάλι. Είμαι στην ώρα μου.
Σε περιμένω. Μʼ όλο που είναι βέβαιο
πως δεν θα ʼρθείς. Μα πρέπει να σου πω
κι ας είμαι πάλι ο χαμένος. Σε τούτη
την υπόθεση υπάρχει και για μένα κέρδος.
Η σημερινή μέρα της ζωής μου.
Η ξεχωριστή. Σου την περίμενα
να ξημερώσει με τη σκέψη σου.
Ο δρόμος σήμερα που έγινε αλλιώτικος.
Οι χτύποι της καρδιάς που ξέφυγαν
απʼ την πεπατημένη τάξη του ρυθμού τους.
Όλα τα θαυμαστά που μου έτυχαν σήμερα.
Σήμερα που ήταν να σε συναντήσω.
Πέρασμα απʼ τη Θεσσαλονίκη
Δεν ήταν όνειρο, ήμουν ξανά στην πόλη
που με κράτησε στα σωθικά της
δέκα χρόνια. Στην πόλη που ροκάνισε
το πιο καλό μου σώμα.Περπάτησα
αργά στην προκυμαία, τις νύχτες
ανηφόρησα στα άστρα. Ήμουν εδώ
ξανά, κυκλοφορούσα διάφανος
σαν να ʼμουνα νεφέλη, εδώ σπατάλησα
τʼ ανίσχυρά μου χρόνια που δίχως
δύναμη καμιά και δίχως εξουσία
είχα παραδοθεί στην ηδονή.
Στην ηδονή μιας τέτοιας πόλης.
Θέλω μια πόλη να με κρύβει
Μια πόλη που νʼ ανέχεται μια πόλη να συντρέχει
μια πόλη να κατανοεί μια πόλη να συμπράττει
μια πόλη νʼ αποδέχεται μια πόλη να εγκρίνει
μια πόλη να παρακινεί μια πόλη να συμπάσχει
μια πόλη πιο κατάλληλη για τον κρυφό το βίο.
Μια πόλη διεγερτική μια πόλη να εξάπτει
μια πόλη να συνωμοτεί μια πόλη να μετέχει
μια πόλη να ξεσπά να παρασύρεται
έχοντας ενοχή σʼ έκνομες απολαύσεις…
Που ως θερμή νʼ ανοίγεται αγκάλη
σε ώρες ειδικές σε κάποιες περιστάσεις
και να σκεπάζει τʼ ανομήματα με την καλήν της όψη.
Μια πόλη θέλω, τι ζητώ, μια πόλη να με κρύβει.
Μια πόλη μʼ άγνωστες μορφές
καινούρια μέρη κάθε βράδυ
με δυνατότητες πολλών συνδυασμών
απρόσμενων συμπτώσεων και ευκαιριών τυχαίων.
Μια πόλη θέλω τολμηρή μια πόλη να θερμαίνει
μια πόλη να παθαίνεται μια πόλη να εμπνέει
μια πόλη καλομίλητη πόλη παραμυθία
πόλη γλυκειά παρήγορη και θαλπωρή του νου μου
μια πόλη στο ζεστό κόρφο της να με κλείνει
μια πόλη θέλω, τι ζητώ, μια πόλη να με κρύβει.
Όχι του αδιάκριτου χωριού την κρύα
σκληρή καρδιά του, το πρόσωπο το παγερό
με τους πολλούς καθρέφτες, τα σπίτια
τα διαφανή, τʼ ακουστικά στους δρόμους.
Ωραίο τοπίο του Ρεθύμνου
Απʼ όπου να το δεις, πανέμορφο.
Όπως και να το δεις, ωραίο.
Στον ήλιο, στη βροχή, στην πρωινή ομίχλη.
Στου βραδινού φωτός το πρώτο μούχρωμα.
Τοπίο μοναδικό. Με σπάνιες ομορφιές.
Το άστρο, το λιμάνι, οι λόφοι με τα πεύκα
το γαλανό και το μαβί της βορινής θαλάσσης.
Πανέμορφο. Καθώς ωραία φύση. Ή γυναικός
κορμί που πλάστηκε με τέχνη και με τύχη.
Μα πόσο να το ιδείς. Είναι κουραστική
η ίδια θέα όσο κι αν είναι όμορφη.
Θανατερό το στέριωμα στον ίδιο τόπο.
ʽο νάρκωμα το χώνεμα σαν της ψυχής
το βόλεμα μες στη χοάνη του ύπνου.
Φρικτή η άπραγη σιωπή της επαρχίας.
Η ατονία του μυαλού μες στη ρηχή κουβέντα.
Το βύθισμα το μόλεμα μες στη μουντή ανία
μονότονης συνάντησης γνωστών προσώπων.
(Σειρά ημερών διαδέχεται σειρά ημερών
λευκών. Οικιακών. Χαμένων.)
Ω η χαρά του πρωτοείδωτου! Έκπληξη
πρώτης επαφής και φόβος του αγνώστου.
Έλξη μοναδική του σκοτεινού περάσματος
ρίγος περαστικό αιφνίδιου έρωτα
ρωγμή στου χρόνου τη ροή σε τόπο νέο!
Οδυσσέας Δεσμώτης
ως έκδικα πάσχω…
ΑΙΣΧΥΛΟΣ: Προμηθέας Δεσμώτης
pur degli errori miei son io la colpa!
MONTEVERDI/BUSENELLO:
΄Il Ritorno dʼ Ulisse in Patria
to have heard the sirens and yet have fled
A. D. HOPE
Τι κρίμα! από ανόητη φροντίδα
τα σώματα της ηδονής να γίνουν άστρα
στον ουρανό της φευγαλέας μνήμης
το τερατώδες γνώρισμα του κόσμου
μες στο μυαλό που αλέθει αυτό που θέλει.
Τι κρίμα! να γευτώ μια στάλα μόνο
απʼ του στενού μου του μυαλού το φόβο
προνοητικός και πάντα κουμπωμένος
καλοί λογαριασμοί καλό το τέλος
να μπω μες στο ποτάμι και να βγω
στεγνός. Η πρωτινή μου γνώση
έχοντας σωστά προβλέψει για όλα:
ως και το μυαλό ευνουχίσει των συντρόφων.
Τώρα κοιτούν με δίχως σκέψη
μάτια αβαθή το γνώρισμα του ζώου
χωρίς νʼ ακούν αυτό που ακούω
τις εντολές μου αψηφούν
τις άγριες φωνές δεν τις φοβούνται
στο κλάμα μου χασκογελούν.
Η τωρινή ταπείνωση τη γνώμη
την αλλοτινή αδυνατεί νʼ αλλάξει.
Δεμένος μπρούμυτα στον πόθο
μες στο σχοινί να σπαρταρώ σφιγμένος
νʼ ακούω δήθεν το τραγούδι
στου καραβιού που φεύγει τις εικόνες
δίχως υπέροχη εκτροπή
απʼ τον καθορισμένο στόχο.
Ασφαλισμένου τρόπου ενοχή
στη μουσική να μαγευτώ για λίγο
με καρδιοχτύπι τεχνητό
πασάλειμμα της γνώσης
ανόητος περαστικός μιας νόθας τόλμης.
Βόδι δεμένο στο κατάρτι
θα μείνω πάντα διψασμένος
δεσμώτης στην παλιά μου γνώμη
που μου ʼχει τάξει για σκοπό την πλάνη
του γυρισμού στη νέκρα της Ιθάκης.
Κατάβαση μιας λυγερής
(σε υπόγειο μαγαζί της Λευκωσίας)
Επειδή μιλούσα για τη μουσική την άπαιχτη
που παίρνει τη λαλιά και το μυαλό θολώνει
κι άνοιξε πόρτα ξαφνικά κι ενέβεις
ήσουν η προσερχόμενη. Ανάλαφρη κατέβαινες
και σʼ ένιωθα, παράξενο που σʼ έλουζʼ ένα φως
μα τι αθώα που τα λες για σπάνιους ήχους
μαγικούς, τα μαύρα τίναξες μαλλιά
και μʼ έκοψε το ρίγος. Εδώ και χρόνια καρτερώ
τι περιμένεις, έτοιμη προχωρούσα, λάμπουσα
και λυγερή και μη πουλώντας τίποτε
γνωρίζοντας πως θα ʼρθεις ακριβέ μου…
Είπες κι αμέσως χάθηκες. Κοιτούσα και δεν ήσουν.
Με ζώναν μυρωδιές τα σωθικά μου ετρέμαν
σα να ʼσουν μέσα μου βαθιά, κατέβεις πάλι
τα σκαλιά σε νέαν έλευση. Ώρες πολλές
σε κάθε βήμα. άθε σκαλί κι από ʼνα ρούχο
ώσπου με σκέπασες κατάσαρκα γυμνή
ηγαπημένη και καλή γυναίκα ετοιμασμένη.
Ταξίδι να με στέλλεις φεγγερό του έρωτα.
Στο σκοτεινό ρυθμό τʼ απανωτού θανάτου.
Ο ποιητής και η Μούσα του ορθάδικου
(ή αλλιώς: μέρες του face control)
Και δεν υπήρχε πόρτα ούτε παράθυρο
να μπεις μες στη ζωή μου. Πώς μπήκες;
Από ποια χαραματιά; αι τώρα τι γυρεύεις;
Με σκορπισμένο το κορμί τι διάβολο ήρθες
με σκονισμένα αισθήματα και λέξεις
σκοτωμένες του συρμού; (Άρρωστος ήμουν
μέρες πολλές με πυρετό κι οράματα, κόκκινες
παραισθήσεις, χαλάσματα στο βάθος
του ματιού εικόνες τύρρανοι.) Τι να σου πω
λοιπόν; ʽι να σου δώσω πάλι; Βλέμμα σκληρό
φιλήδονο, κρυφές αισθήσεις μου ξυπνάς
τον παραλογισμό της σάρκας.-Έλα ωραίο
γέρικο θεριό και σκοτεινό μου κτήνος.
Έλα, μη σκέφτεσαι, ο κόσμος ο λειψός
είναι μικρός και ψεύτικος. Περνά ο καιρός
κι ο πόθος φθείρεται. Στο άβατο πατώ ξανά
και σʼ οδηγώ σε δρόμο απέραντο κι αγνοημένο.
Έλα να μπούμε στις σκιές. Κρυφό ποτάμι
σε καλεί. Γίνε ξανά αυτό που ήσουν.
-Όχι, μη προχωρείς. Μαύρος πορτιέρης
στέκεται στη ρύθμιση ροής προσώπων
σου λείπει το κορμί και τι γυρεύεις
θα σου πει, δεν θα σʼ αφήσει να διαβείς
με τέτοιο πρόσωπο. Κι ύστερα θα γυρίσεις
μόνος. Διαολεμένη ως το πρωί θα μείνει
ανάστατη χορεύοντας πότε γυμνή πότε ντυμένη
πνιγμένη πάντα στʼ αλκοόλ, σακατεμένη
από το φως κι από τους ήχους μιας άγριας
ντίσκο.Που κρέμεται απʼ το χαλκά
της εποχής, το κουρδισμένο πορτοκάλι.
Την άλλη αυγή λαχανιασμένη πέρδικα
στην εκηβόλο ηδονή γενναία αναλωμένη
εξαντλημένη, ξάγρυπνη θα ʼρθεί
σαν να ʼχε την Αστάρτη κοιμηθεί τη νύχτα
σε ορθάδικο. Ή σʼ άγριο κανένα beach party.
Όχι μη προχωρείς. Ας καρτερά ανυπόμονη
ή ας περάσει μόνη το πέρασμα το σκοτεινό
μιας τέτοιας κόλασης. Αλλιώς καινούριας.
Πώς έφυγε δεν άκουσα πώς σβήσανε τα φώτα
ώσπου η μνήμη λύθηκε μες στο πηχτό σκοτάδι.
Σε λασπωμένο φως τη γνώρισα (θυμόμουν
τώρα) την αναντίρρητη ματιά της. Ωραίο
χτικιό χλωμόθωρο, όχι λαμπρή κορώνα
του παντός. Συνένοχος στο σκοτεινό της σώμα
σʼ έρωτα δόθηκα σκληρό κι αψεύτιστο.
Θυμούμαι τώρα. Αλύπητα με κοίταζε
και δίχως μίλημα μιλούσε ξώφαλτσα
μʼ ένα σβηστό τσιγάρο. Όμως υπάρχει φως
μες στη φωνή σου είπα ύστερα στο γύρισμα
της μέρας, αν την αφήσεις να λυθεί.
Και τώρα που είναι η φωνή ψυχή
τραυλή. Μες στη φθορά δοσμένη.
Και μού ʼπες δίχως ταραχή, αμέτοχη ψυχρά
χαμογελώντας: ΄Έρωτας, φόνος, ηδονή-
είναι τα μόνα τρία καλά. Όχι κι εδώ
φενακισμός, οιακισμός και άλλα τέτοια
ποιητών, όπου βολεύεστε οι πανάθλιοι
επινοώντας στίχους μʼ ενοχές και θλίψεις
το σώμα ευτελίζοντας και την ψυχή.
Που δίχως να καεί μετέχει δήθεν.
Γυρισμός ξενιτεμένου
Μπήκα στο σπίτι απʼ την αυλή
εκεί που αναπαύουνταν τα ζώα.
Άκουσα τις φωνές από πολύ μακριά.
Ψίθυροι αχνοί από τον άτω όσμο.
Άγρια χόρτα ψήλωναν
μου ʼφτάναν ως τη μέση.
ούμνες πιθάρια και σταμνιά
στεκάμενα και παραπονημένα.
Σπίτι τυφλό κι ο φούρνος γέρημος
και σκοτεινός. Εκεί που φούρνιζαν
πινακωτές ψωμί, τάβλες ποξαματούθκια.
Μες στο παλάτι κοίταξα ένα γύρο.
Σκόνη της απουσίας με κάλυψε
με χτίζει ως την ψυχή.
Φίλος σκαλίζει τα παλιά
πράγματα δίχως να βλέπει το λευκό
ξάσπρισμα του θανάτου.
Ας πέσουν όλα στη βαριά σιωπή.
Να γίνουν στίχοι-κόκαλα
και μουσική. Μες στον αέρα.
Μόλις που πρόλαβα να πω και σφύριξε το φίδι.
Ακλούθησα για να το δω
και μπήκα μες στο σώσπιτο.
Μες στο σκοτάδι γυάλιζαν τα μάτια των νεκρών.
Προς Λεμεσό
Όταν ο έρωτας αρχίζει κάτι σαν κήπος
θορυβεί. Όταν ο έρωτας τελειώνει.
Υπάρχουν δρόμοι μακρινοί κλεισμένοι
κι ακοινώνητοι. Δρόμοι που βγάζουν
πουθενά. λειστοί κι ανεξερεύνητοι.
άτι χρωστώ σε τέτοιο δρόμο. Νυχτερινές
στροφές των αμπελιών που σʼ έφερναν
κοντά μου και σʼ άγγιζα και μʼ άγγιζες
κρυφά. άτι σαν μελωδία μυστική
της ηδονής, ρίγος που η μνήμη θέλησε
να κρατηθεί ζεστό που είκοσι χρόνια
ύστερα να ξαναρθεί, να φέρει την υγρή
νοτιά, το βραδινό λυγμό του θυμαριού
και του κορμιού σου τον σπασμό, καθώς
το τζιπ κατέβαινε αργά προς Λεμεσό.
Προς Λεμεσό. Τη βλέπω τώρα από ψηλά
την πόλη πʼ αναγιώθηκα. Άρρωστα φώτα
μʼ οδηγούν στη νοσηρή αγκαλιά της.
Ξενυχτημένη πόρνη με κοιτά, στα λούσα
τʼ ακριβά και τʼ άσχημα πνιγμένη
η πόλη που αγάπησα. Μια πόλη ξένη
κάλπικη, πόλη ξεπουλημένη.
Όμως το τζιπ κατέβαινε αργά μες στη νυχτιά
φίλους γεμάτο απʼ τα παλιά που τίποτα
δεν άκουγαν. Απʼ τον τριγμό του μέσα
πάθους. Σʼ αθέατο φιλί που ετοιμαζόταν
ποτάμι ξεροπόταμος που φούσκωνε κρυφά
κʼ έμελλε να ξεσπάσει στην αναπότρεπτη στιγμή.
Όσο που κάνει νʼ ανεβεί του πόθου ανελκυστήρας.
Περίπατος στις λαϊκές αγορές της Λευκωσίας
Τις νύχτες κατεβαίνουν φορτηγά, πολιορκούν
οι εργατικοί την πόλη. Ξημέρωμα στις λαϊκές
στήνονται γύρω οι μπάγκοι. Στην πόλη υπομένουν
σιωπηλοί το επιούσιο μαρτύριο της υπαίθρου.
Με δίχως τύψεις κʼ ενοχές τρώνε τα τρόφιμα
καταναλώνουν τʼ αγαθά, τʼ αφοδεύουν.
Βγάζουν ωστόσο έντυπα στην πόλη ψεύτικα
αναλώσιμα και άλλα τέτοια μικροπράγματα
διοικητικά, δικολαβικά, γενναίες πράξεις
και χαρτιά κυκλοφορούν στην πόλη κάτι επίσημοι
τερατικές μορφές. ύριοι ατσαλάκωτοι, κυρίες
εκτάκτου καλλονής, με το μουνί στο κούτελο…
… Ω!, να φυσήξει
ένας αέρας άξαφνα να τους σαρώσει
όλους! Μια καταιγίδα απʼ το βουνό ποτάμι
να τους πνίξει. Να έρθουν όλα ανάποδα
να καθαρίσει ο τόπος. αινούριος νιος
κατακλυσμός να τα ξεπλύνει, στα στήθη
χωρικών τα βάσανα να φύγουν
στο μπόι της να σηκωθεί ξανά
η πατρίδα.
(Στο μπόι της να σηκωθεί… Τρόπος του λέγειν.
Σώπασαν τα βιολιά, σώπασαν τα λαγούτα).
Αφοπλισμένη προχωρεί γονατιστή στο χώμα.
Λεόντιος Μαχαιράς, γραμματικός
Σαν έπεσαν οι ευγενικές πόλεις Μόρφου
και Κερυνία, η θαυμαστή Αμόχουστος,
η πανωραία Λευκωσία, κι όλα κουρσεύτηκαν
σκληρά, ζώα κι ανθρώποι και κτηνά
και πράματα, γέμισε ο τόπος με κάτι
επιτήδιους ποιητάδες που κλαίγανε
τον πόνο σε στιχάκια και τον πουλούσαν
ύστερα στα πανηγύρια (ίσα να βγαίνει
το ψωμί). αθώς ο πόνος έβγαινε
αχώνευτος και πήγαινε χαμένος.
Μα ο Λεόντιος του Μαχαιρά, γραμματικός,
κατάπιε το σκοτάδι του, έσφιξε την ψυχή του
και το καμίνιν της καρκιάς και τον καμόν
κι όταν βουλήθηκε να εξηγηθεί περί της ύπρου
ήταν η ώρα πρέπουσα και πλήρης και γιομάτη.
Μετρώντας λέξεις με θυμό, σελίδες με φαρμάκι
ζυγιάζοντας τον πόνο του με τον δικό μας πόνο
βγήκε απʼ τα χειρόγραφα περίλυπος
μέσʼ από καταχνιά κι από νεφέλες
ένας υπραίος ταπεινός γραφιάς με τόση γνώση
εκεί στο τέλος του μεσαίωνα δουλεύοντας
με ξένα γράμματα σε ξένους αφεντάδες,
βγήκε και ήρθε προς εμάς και κοίταζε
τα τάνκς που βγαίναν στην ερύνεια.
Κι όταν, γυρνώντας, μες τα μάτια του
είδαμε τα δικά μας και τι, καλοί μου,
να σας πω, ψιθύρισε ο μαύρος, που ό,τι είχα
να σας πω να βλέπεστε, σας το ʼπα.
Athenean Inn, 301
Σε ημερεύω λήθη
με δύναμη και προσευχή
νʼ αποσυρθείς. Γιατί η μορφή
που θέλω νʼ αναστήσω είναι αχνή
και σκοτεινή. Σε ικετεύω μνήμη.
Μείνε απόψε δυνατή.
Βενετικό σονέτο
Ζευγάρια ψεύτικα την πλήξη τους πουλούνε
γυμνά στο Florian σʼ αλλοπαρμένα ρούχα
κοιτάζοντας αν τους κοιτούν που ζούνε.
Ο έρωτας δεν ξενυχτά σε κόκκινα βελούδα.
Ζευγάρια πάνε κι έρχονται στη Calle Vallaresso
στο Harryʼs δεν θα μπω, ας έμπαινε ο γέρος.
Σε συντροφιά παιδιών που ξενυχτά με σφρίγος
κάτι θα ζήσω απʼ το υγρό κι ερωτικό της ρίγος.
Όλες δικές μου απόψε οι μνήμες. Ας είμαι μακριά
και τόσο μόνος, η ώρα περασμένη και η πλατεία
άδεια. Εδώ που χτες παιζόταν έξαλλη μια φάρσα.
Όλες δικές μου! Μα έγινα της θύμησης η λεία.
Θηλιά οι ηδονές που έζησα κι όσες κρυφά
ανάθρεψα ως όνειρο. Με σιωπηλή (κι εδώ!) λαγνεία.
Platoʼs Bar
(Παλιά Λευκωσία)
Θα το σκηνοθετήσουμε. Η νύχτα
θα ʼναι έναστρη κι η πόλη θα κοιμάται
αχάπαρη και σιωπηλή. Κουλουριασμένη
μες στη γλυκασιά του ύπνου. Κι εσύ
μʼ ένα δερμάτινο παλτό, γυαλιστερό
και μαύρο θα ʼρθείς στο μπαρ με τη φωτιά
τη δυνατή κοντά στο τζάκι. Και μόνο
εγώ θα ξέρω. Θα ʼσαι κατάσαρκα γυμνή,
ούτʼ ένα ρούχο από μέσα. Θα πιούμε
δυνατά πιοτά που πίνουν αντρειωμένοι,
θα στρίψουμε βαρύ καπνό να νιώσουμε
την τέλεια ζάλη. Και σαν θα γύρουν
τα μεσάνυχτα, θολοί και εκτεθειμένοι
θα μπούμε στο αυτοκίνητο, παρκαρισμένο
επίτηδες σʼ απόμερο και σκοτεινό σημείο.
Τα χνώτα μας κουρτίνες της αγάπης μας
στα τζάμια. Στη μηχανή της ηδονής
θα γίνουν ένα. Σώματα γυμνά, πόδια,
μοχλοί, χέρια, λαβές, χερούλια. Πώς γέρνουν
ξαφνικά και πέφτουν τα καθίσματα
κι ο ουρανός (όχι ο έναστρος!), της μηχανής
ο ουρανός, με μέταλλο και πλαστικό,
σκεπάζει σπλαχνικά τη γυμνωμένη σάρκα.
Ινδάλματα στον ουρανό της μηχανής
οι υδρατμοί πυρπολημένης σάρκας!
Μια νύχτα στη Γρανάδα
Μπήκαμε στην πόλη προς το σούρουπο
την είδαμε την ώρα που αλλάζει
χρώματα και τα νερά σκουραίνουν
στην ώρα την τσακώσαμε του μεταιχμίου
γυναίκα που ετοιμάζεται για έξοδο
της νύχτας, μισόγυμνη, ερωτική
στενά λιθόστρωτα κι οι στέγες κήποι
του ουρανού με γλάστρες που ευωδιάζουν.
Ας είσαι πόλη μαγική, θα ʼσαι και πόλη
μνήμης, ψιθύρισα και ξάφνου νύμφες
γεννιούνταν στα λευκά και το φεγγάρι
φώτιζε για μια στιγμή το πρόσωπό τους
κι ύστερα χάνονταν ξανά, γυρνούσαν
πίσω στη ζωή με μνήμη αυτή τη νύχτα.
Δεν ξέρω τι με φόβισε, δεν θα προλάβω
σκέφτηκα, πότε να μπω πότε να βγω
σε τέτοια πόλη καθώς σκυφτός περνούσα
τη στροφή απʼ τη Δελβίρα χόρτα, όπου
περνούσε ο Σιντ κι απʼ όπου πέρασες κι Εσύ
τρέχοντας ματωμένος. Τώρα στα δεξιά
το μαγαζί του sex κι αριστερά το Χάνι
της Αθήνας-, δεν ξέρω τι με γέμισε
τόση μελαγχολία, δεν θα προλάβω
το ένιωθα να πάρω τίποτα μαζί μου
δεν θα προλάβω τίποτα να δω -όταν
γυρνώντας σʼ είδα, σʼ ένα κατώφλι
στέκοσουν ωριόπλουμη και δυνατή
κι απότομα με κοίταξες με μια φωνή
μαγνητική στο πυρωμένο βλέμμα.
Ποτέ μην μπεις σε πόλη μυθική την ώρα
που βραδιάζει, που τρεμοπαίζουν όλα
αλλάζοντας μορφές και τα ρυθμίζει
αλλόκοτος ειρμός, χρόνος παλιός
τα κυβερνά λεπτουργημένος μυστικά
στην τέχνη των Αράβων. Ποτέ μην μπεις
σε πόλη προς το σούρουπο με τόση βιάση
γυναίκα λάμια γίνεται με βλέμμα
στοιχειωμένο. Τώρα θα φύγεις λες κι εγώ
θα στρίψω το στενό και θα χαθώ για πάντα.
Μα έχω στάξει, γνώριζε, φαρμάκι
στην ψυχή σου για να θυμάσαι πάντοτε
πως τίποτα δεν είδες, δεν περπάτησες
σʼ αυτή την πόλη που έτσι εύκολα
τα σκέλια δεν ανοίγει αν δεν τη θρέψεις
μʼ όνειρο, τα εκατό σκαλιά να κατεβείς
μες στους αιώνες. Τώρα να φύγεις λες
(να φύγεις!) μα χρωστάς επιστροφή
του έρωτα, μην το ξεχνάς. Στην πόλη
αυτή που καρτερά να κοιμηθείς μαζί της
σπλαχνικά σε νύχτες της Αλάμπρας.
Πόλη-παγίδα
Πάντα θα είναι αυτή η πόλη πόλη
δύσκολη, στρυφνή, γεμάτη λάκκους
κι όνειρα, όπως η πόλη-παρελθόν
κι η πόλη-μέλλον. Η πόλη πριν από αιώνες
κι η πόλη πριν από πενήντα χρόνια.
Η πόλη χτες, η πόλη σήμερα και αύριο
η ίδια πάντοτε παγίδα-πόλη-όμως,
ξυπνώντας απʼ τον θάνατο
κάθε προχωρημένη ώρα της νυκτός,
στο φως που αποστρεφόμουν έρχομαι
γυμνή και ευάλωτη για σένα.
Με τα ενδύματα ευωδιαστής σαρκός
προσέρχομαι, αυτή την άλλη
γύμνια σου προσφέρω, την αληθινή.
Στα πιο μεγάλα ξένα
Όχι! Δεν θα συρθείς στα πόδια μου
κι ούτε η πατρίδα κι η θρησκεία
μήτε κι η γλώσσα μου θα σε τραβήξουν
σκλάβα. Δεν θα περάσεις απʼ τη μια σκλαβιά
στην άλλη. Εξόριστοι θα μείνουμε
στην άλλη γλώσσα. Εκεί που σε συνάντησα.
”την ξενιτιά των αισθημάτων.
Να είσαι πάντα η ξένη, εσύ η άλλη
να τρέμω ταπεινός στη φλόγα του κορμιού σου
να σε φιλώ στα χνάρια των φρικτών παθών
του κεραυνού που σʼ έχει σημαδέψει
νʼ αγγίζω με δάκρυα στα μάτια σου τα μάτια
μαζί σου κινδυνεύοντας στα πιο μεγάλα ξένα.
Δεν είμαι ποιητής.Σε προσκυνώ.
Αθώοι από πατρίδα
Αμόλυντοι στην ξενιτιά, αθώοι
από πατρίδα, γυμνοί στην πιο δική μας
εξορία. Με μια πατρίδα πάντοτε χαμένη
εξόριστη μες στο βυθό της μνήμης.
Γυναίκα μακρινή, σαν μια μεταφορά
μες στην καινούρια μου ζωή στα ξένα.
Χωρίς τη νάρκη τη φυλετική
την έπαρση της κούφιας ρητορείας.
Καλύτερα γυμνοί κι ευάλωτοι
σε διαρκή ναυτία, μεθύσι νέας ηδονής
στην ξενιτιά που γίνεται πατρίδα εξορία.
Ας αφεθούμε στη χαρά να τʼ αρνηθούμε όλα.
Να γίνει πάλι απʼ την αρχή ο κόσμος.
Να γεννηθούμε φωτεινοί στο πιο βαθύ σκοτάδι.
Νύχτα στην παγωμένη Μόσχα
Σε πλήρωσα και σʼ άγγιξα τραυλίζοντας
μπροστά στην κάθε λέξη κι η μυρωδιά
μεθυστική με πήγαινε πολύ μακριά
μικρό παιδί πιτσιρικάς στη σκοτεινή
σοφίτα,-ας ήσουν πόρνη δεν ήσουν
έσκυψα σε προσκύνησα για μια στιγμή
σε κράτησα ψηλά που τίποτε το άσχημο
δεν έμεινεν εκεί, παρά μονάχα άθικτη
η ομορφιά μιας ηδονής γενναίας.
Ώσπου βαθιά μέσα στη νάρκωση
τρελλέ τι κάνεις φώναξες κι εγώ
ξυπνώντας κοίταξα κι απʼ το παράθυρο
είδα φως πνιγμένο φως της πόλης
και κατάλαβα. Δεν ήμουν στο σπίτι
το ακατοίκητο στο μακρινό χωράφι
μα σε ψηλό γκρεμό βρισκόμουν
δέκατος τρίτος όροφος στην παγωμένη
Μόσχα. Κι όταν μου ήρθαν δάκρυα
στα μάτια, έχεις ωραία μάτια μου είπες
απʼ αυτά θα σε θυμάμαι και τώρα
πρέπει να πηγαίνω κι έφυγες
κι ούτε που σʼ είδα πια ξανά
κι ούτε που θα σε δω ποτέ μου.
Το αγορασμένο σώμα
Πενθώ για την εμποδισμένη αγάπη
για μια στιγμή προσμένοντας
νʼ ανοίξει πάλι ο ουρανός. Για σένα
ξαγρυπνώ, μήπως μυρίσω πάλι
από σε, αγαπημένη του βορρά
μικρή τριανταφυλλένη.
Μελαγχολώ για την εμποδισμένη αγάπη.
Και δεν μιλώ γιʼ άστρα και θάλασσες
κρυφές για τέρατα πετρώματα
κατακλυσμούς. Μιλώ για κάμαρη
μικρή σε ύποπτο ξενοδοχείο.
Μιλώ γιʼ αγορασμένο σώμα.
Έρωτα σε στενό και πρόστυχο κρεβάτι.
Και δεν μιλώ για βότσαλα, κάβους
νησιά, λουλούδια. Μιλώ για σάρκα
πορνική. Για βουρκωμένο φως, υγρά
και σάλιο. Γεύσεις και μυρωδιές
έρωτα βρόμικου, φτηνού
που δεν γνωρίζει σύνορα κι αστείες προφυλάξεις.
Πρωινός καφές στη Λήδρας
Είμαι σαράντα εφτά ετών και είμαι
ευτυχισμένος. Επειδή κάθομαι εδώ
σε προνομιακή γωνία κι εντός αυτής της μέρας
που δεν είναι χτεσινή μήτε αυριανή.
Είμαι εδώ, σʼ αυτήν τη μέρα που είναι
σήμερα, δεν ήταν χτες δεν θα ʼναι αύριο
κι είμαι στην πόλη στον πεζόδρομο, σʼ αυτήν
εδώ την πόλη (την έστω μοιρασμένη)
και κάθομαι κι απʼ το γυαλί κοιτάζω τη βροχή
τον κόσμο που κινείται κι η σερβιτόρα
είναι όμορφη (και το γνωρίζει)
κι έχει και το χαμόγελο εύκολο.
Είμαι στʼ αλήθεια τόσο, μα τόσο
(έστω για λίγο) ευτυχής.
Πριν έρθεις σʼ ονειρεύτηκα
Πριν έρθεις σʼ ονειρεύτηκα, κρατούσα
τα κλειδιά της πόλης και σου τα ʼδωσα
ας ήσουν ξένος νόμιζα πως ήσουνα γνωστός
κάτι στο βλέμμα μʼ έσπρωξε κανείς εδώ
δεν νιώθει τίποτε, κανείς δεν βλέπει
τυφλοί γυρίζουν γύρω μου και τότε εγώ
νομίζω πως είμαι διάφανη, πως δεν υπάρχω
δεν είμαι πλάσμα ζωντανό, κι όμως
υπάρχουν γεγονότα, όπως στο μπαρ
προχθές (θυμάσαι;), θα το σκηνοθετήσουμε
μου είχες πει να ʼρθώ το βράδυ με φτερά
σαν άγγελος για να ʼναι αναμενόμενο
το θαύμα, στο νου σου θα ʼναι η έλευσή μου
οι άλλοι δεν θα ξέρουν, θα εκπλαγούν
θα γίνει αναστάτωση στο μπαρ, κάποιοι
θα σηκωθούν με την κρυφήν ελπίδα
και μόνο εσύ θα είσαι ήρεμος, θα μοιάζεις
στρατηλάτης της αγάπης, μʼ ένα χαμόγελο
θα πεις κάθησε άγγελε εδώ σου έχω θέση
είχα ετοιμαστεί και σε περίμενα κι εγώ
θα βγάλω τότε τα φτερά και θα καθήσω
δίπλα σου γυμνή να σε κοιτώ στα μάτια.
Θα ʼρθεί το τρένο στη Γενεύη
Θα ʼρθεί το τρένο στη Γενεύη, η ώρα
πέντε ακριβώς, θα κατεβείς απʼ το βαγόνι
με φτερά ξεδιπλωμένα κι ανοιχτά, βλέπεις
μετέρχονται και τέτοια μέσα στην εποχή μας
οι νεράιδες, στην εποχή μας που όλα
γίνονται με από μηχανής θεούς μπορεί
κι ο έρωτας νʼ ανατραφεί με τεχνικές
τι καρτεράς; Μη με κοιτάς σαν ναʼ μαι
άγγελος ή φάντασμα. Είμαι γυναίκα
αληθινή, του πόθου ετοιμασμένη
στην ώρα της και στον καιρό που πρέπει.
Μην την αφήσεις τη στιγμή
για κάποιαν άλλη, ο πιο σπουδαίος
μύθος δεν είναι αυτός των ποιητών
είναι το θαύμα που σʼ έφερε σʼ αυτή την πόλη
και τώρα τι κοιτάς;, όλα συμβαίνουν τώρα!
Θυμήσου τη στιγμή που γίνηκες Θεός
και μου ʼπες μείνε, αν φύγεις μπορεί
και να γραφτεί κανένα σκάρτο ποίημα
της ψευτιάς, όπως αυτά που γράφονται
σε προγραμματισμένο πόνο ποιητών
που κάθονται σε οίκους ανοχής
και εκδίδουν έντυπα με μόνη αρχή
(γιατί τʼ αρχίδια τους στερέψαν)
την προβολή καχεκτικών γραφτών
με ευφράδειες να σκεπαστεί η γύμνια
κι η ψευτιά κι η νύστα του μυαλού
με μόνη αρχή τη μαστοριά της προβολής
τσιμπούρια της συναλλαγής, κόλακες
βδέλλες, σάλιαγκες, καλύτερα να μείνεις
είπες, κι έμεινα!, να σε κοιτώ
στα μάτια, το χέρι σου να το κρατώ
να παίρνω από τη ζέστα σου
κι από τη μυρωδιά σου, νʼ ακούω υγρά
τραγούδια του κορμιού, φωνούλες
της αγάπης, καλύτερα ο έρωτας αμόλυντος
να μας κρατά, να ξεχαστεί (επιτέλους!)
μια στιγμή το πάθος της γραφής
αυτής της σκρόφας τέχνης.
Πριν έρθεις είδα όνειρο
Πριν έρθεις είδα όνειρο και στʼ όνειρο
γκρεμό και ξάφνου θάλασσα, ζεστό νερό
μας δέχτηκε πηχτό σαν να ʼτανε γυαλί
γαλάτου πριν κοπεί, κρυστάλλινο
τι θάλασσα είναι αυτή μουρμούρισες
δεν είναι θάλασσα σου είπα είναι ταξίδι
στʼ όνειρο, δεν βλέπεις που όλα γίνονται
σαν να ʼναι η γη καινούρια, σαν κάθε τι
να πλάθεται για τούτη τη στιγμή
και τι θα γίνει αύριο μη ρωτήσεις
γιατί θα βγεις απʼ τʼ όνειρο
και θα ʼσαι πάλι στο θνητό καιρό
κρατήσου δίπλα μου γερά, κρατήσου
σου ψιθύρισα φιλώντας το λαιμό σου
και τότε έγινες πουλί και πέταξες
και τότε πέταξες στον ουρανό
φύλλα φτερά και χνούδι έγινες
λέξεις λεξούλες συλλαβές και δάκρυα
της νοσταλγίας, δάκρυα πολλά
με βρέξανε την ώρα που χανόσουν…
Όταν ο έρωτας θα φύγει
Όταν ο έρωτας θα φύγει
θα με ξεχάσεις τόσο που σχεδόν
φοβάμαι να χαρώ αυτό που μας συμβαίνει.
Όταν ο έρωτας θα φύγει θα είναι το κενό
χώρος που θα θυμίζει φονικό.
Πάντα θα υπάρχει ένα ποίημα
Πάντα θα υπάρχει ένα ποίημα
να το κοιτάς να το παλεύεις.
Πάντα μπροστά σου αυτός
ο ήχος, να ξυπνάς, να πέφτεις
στο ρυθμό καινούργιου τρόπου
σε πυρετού ρυθμό, καθώς
χαλάζι και βροχή σε φτωχική
καλύβα με τσίγκους για σκεπή
και να ʼσαι θες ή δεν το θες
μες στην καρδιά της θύελλας.
Πάντα θα υπάρχει ένα ποίημα
Για να ʼναι όλα μες στο ποίημα.
Παρόντα, παρελθόντα, προσερχόμενα.
Απόντα και ευρισκόμενα.
Όλα παρόντα μες στο ποίημα.
Γλιστρώντας μες στην πόλη
Αγάπη είναι η αγάπη μιας γυναίκας.
Έρωτας είναι η τέχνη της ζωής
μες στο μακρύ ταξίδι. Η αγκαλιά
καινούριας πόλης, άγνωστης, μισο-
πραγματικής μισοπλασμένης μʼ όνειρο
στη δύναμη του πάθους γινωμένη.
Αγάπη είναι η τέχνη της σιωπής
η πλησμονή της ώρας του θανάτου.
Έρωτας είναι η τέχνη της ζωής.
Η αναπάντεχη ρωγμή μες στη ροή
του χρόνου, όπου γυρίζεις ξάφνου
σʼ ένα κοίταγμα το πέρασμα σε οσμή
που εκλύει το ωραίο σώμα φεύγοντας
γλιστρώντας μες στην πόλη…
… και να ʼναι αργά και να ʼναι απόγευμα
εκεί προς το σουρούπωμα, την ώρα
που τα πρώτα φώτα ανάβουν
και να ʼναι ώρα απόβροχου
πόλη βρεγμένη, ερωτική, με μυρωδιές
κι αρώματα κι η λυγερή να χάνεται
μες στις στοές κάτι ζητώντας, ψάχνοντας
την ώρα που βραδιάζει.
Αφήγηση
Αλήθεια μου η τέχνη μου
τα ψέματα που τρώνε το κορμί μου
τα λέπια μου να πέσουνε ξυσμένα
με μολύβι, ό,τι πετάξεις δύναμη
κι ό,τι κρατάς βαθιά ξεφλουδισμένο
αφήγηση ξερή, ανεξαγόραστη
τραγούδι ξεραμένο στο λαιμό
ξερολιθιά, ξερότοπος, άσπρο
της γης μου σάβανο και μαύρο
συναξάρι.
Η λέξη σαγαπώ
Λέγοντας τη λέξη σαγαπώ
δεν λέγω απλώς αυτή τη λέξη.
Γιʼ αυτό σιωπώ.Πώς να σου πω
αυτή τη λέξη χωρίς να είναι
η λέξη σαγαπώ. Πώς να σου πω
τη λέξη σαγαπώ χωρίς να είναι
σαν κι αυτές που κάθε μέρα
μαστροποί τις μαγαρίζουν.
Γιʼ αυτό σιωπώ.
Γιατί αν πω τη λέξη σαγαπώ
λέγω πως πια δεν είμαι εγώ
κι εσύ δεν είσαι πια εσύ
κι ο κόσμος γύρω πια
δεν είναι πια ο ίδιος.
Αυτό θα πει η λέξη σαγαπώ.
Πόλεις του ονείρου
Ξύπνησα κι ήμουν στʼ όνειρο. Οι τόποι μοιάζαν
γνώριμοι κι ας μην τους αναγνώριζα. άπου
τους έχω ξαναδεί σκεφτόμουν. Περπάτησα
σʼ αυτούς τους δρόμους. Θυμάμαι εκείνη
τη στροφή, τα δέντρα, το ποτάμι. ʽη γέφυρα
που στάθηκα να με φωτογραφήσεις.
Πώς γίνεται να βλέπω τώρα και να μην βλέπω.
Ή μήπως δεν τους είχα δει πραγματικά. Μήπως
τους ονειρεύτηκα. αι τώρα αυτές οι πόλεις μοιάζουν
να είναι πέρασμα.-Αυτό που νόμιζα πως είδα.
Τόποι γραφής
Κοιμήθηκα στο Πάνορμο ξύπνησα στο Παλέρμο.
Πρωί κι ομίχλη κι ήμουνα στο δρόμο
των Πρεσπών. Λίβας μεσημεριού στο Ρέθυμνο
με δρόσιζε η αύρα του Μολύβου. Απομεσήμερο
στον ποταμό της Ξυλοφάγου. Μαύρη σκιά
τον είδαμε. Ψυχή πυρπολημένη κι αλητεύουσα.
Του ποιητή. Το βράδυ με ψιλόβροχο. Χειμώνιαζε…
Τρώγαμε ψάρι στο ατάκολο μʼ εκείνες τις νεράιδες.
Νύχτωνε δεν ξημέρωνε. Και μες στο φως του σκότους
σε κοίταζα που στέκοσουν σε δροσερό λιβάδι
(πλασμάτων γηγενών την παροικία): μυριστικά,
ηδύοσμα, αυτοφυή. Γληφώνια και κυπάρισσοι.
Άη Λαρκού, του ουτσοβέντη, της αντάρας.
Από λοξό καθρέφτη κοίταζες.Στης ρήγαινας
τον κρύφτη κλεισμένη κι άφαντη τωρά
και χρόνια. Σηκώνω πέτρα βρίσκω σε.
Πίννω νερόν θωρώ σε.- Αγιομνήσι της αφής.
Τροφή και παρηγόρημα της άναυδης γραφής μου.
Το σκοτεινό σονέτο της Γρανάδας
Ο έρωτας κι ο θάνατος ίδιο σπαθί βαστούνε…
ΗΙ Η ΜΑΝΙΝΑΔΑ
Ύστερα γδύθηκες αργά, κι ένʼ άλλο
πρόσωπο μου δείχτηκε. Πράξεις
ακατονόμαστες μου ζήτησες με μίσος
και μʼ αγάπη. Στο σώμα σου τον άγγελο
να βλέπω και τον δαίμονα.Τον άντρα
δυνατό κι αδύναμο. Κτήνος και φοβισμένο
αγρίμι. Σʼ αγάπησα μʼ όλη την τρέλλα
του μυαλού μου, σώμα ακυβέρνητο
ριγώντας έτρεμε στο σκοτεινό ταξίδι.
Στα σύννεφα της κάμαρης ανέβαινα
και προσευχόμουν ήρεμη κι ετοιμασμένη.
Δος μου το θάνατο λοιπόν! Τι καρτεράς;
Νεκρή θα μοιάζω ομορφότερη. Στα χέρια σου
τα φονικά σαν το σπαθί θα λάμπω!
Ο Δράκος και η Κόρη
(γράφτηκε κοιτάζοντας τον πίνακα Angelica
saved by Ruggiero του Dominique Ingres)
Πάντα σκεφτόμουνα τον φοβισμένο δράκο.
Εκείνον που μας έλεγαν στα παραμύθια
πως κλέβει το νερό και τρώγει τις ωραίες
κόρες. Όμως ποτέ δεν είδα εικόνα με μέλη
ανθρώπου μες στα δόντια του. Αυτό που είδα
ήταν πάντα τον καημένο δράκο καρφωμένο
μʼ ένα μακρύ κοντάρι. Τʼ Άη Γιώργη ή άλλου στρατηλάτη.
Πάντα σκεφτόμουνα τον φοβισμένο δράκο.
Όμως σπαράζει η καρδιά μου σαν σκέφτομαι
τον δράκοντα που είναι ερωτευμένος.
Tέτοιο θεριό και να ʼν του πόθου αρρωστημένο.
Με επιχειρήσεις τολμηρές και ριψοκίνδυνες
με βάσανα και κόπους έχει κερδίσει την αγαπημένη
την έχει φέρει στο βασίλειό του λαμπρό στολίδι
της έρημης και σκοτεινής σπηλιάς του.
Τώρα είναι θαμπωμένος απʼ την ομορφιά της.
Ανίκανος για ό,τι άλλο δεν τρώει, δεν πίνει,
δεν κοιμάται. Tην έχει απλώς γυμνή, δεμένη
μην του φύγει. Kαι κάθεται και την κοιτά
και ψάχνει τρόπους να της πει πώς πρέπει
να τον αγαπήσει. Πως δεν είναι θεριό,
δεν είναι δράκος. Είναι ο πιο ιδεώδης εραστής,
ένας ρομαντικός που αγάπησε με όλη την ψυχή του,
που αν δει την ομορφιά του θα γίνει για πάντα
ευτυχισμένη, παντοτινά ανέγγιχτη κι ωραία.
Αλλιώς, την περιμένει συμφορά κι αυτήν,
κι αυτόν προπάντων.Που θα ʼρθει ένας Ρουτζιέρο
να την ελευθερώσει τάχα. Απʼ το βασίλειό του,
του μύθου και του ονείρου, να την πάρει πίσω
στη φριχτή ζωή.Στου χρόνου τα δεσμά που φθείρει.
Στη μαύρη σκοτεινιά του απάνω κόσμου.
Η πύλη του Δίχωρου
(της προδομένης πόλης)
Απόγευμα, χορτάριαζε στη μνήμη. Kάτι πουλιά πετούσαν
χαμηλά. Φεύγαν ξανά του ύψους. Πώς με κοιτάς,
ψιθύρισες -δεν σε κοιτώ σκεφτόμουν. Πνιγμένος
είμαι στο βυθό μιας λίμνης παγωμένης. Τριγύρω μου
σαλεύουνε νεκροί. Μάτια ανοιχτά κι ασάλευτα
και μέσα τους ταξίδια που τελειώσαν. Μορφές
που δεν τις γνώρισα ποτέ. Μα με κοιτούν παράξενα
σαν να ʼτανε δικοί μου. Μʼ ακολουθούνε σιωπηλοί.
Μπαίνουν στις πόλεις που περπάτησα.
Σκιές πʼ αναζητούν ξανά το πρόσωπο στο φως.
Με τόσο φως σκοτείνιαζε.
Απομεσήμερο στο Δίχωρο. Οδός Ερμού και μπύρες
παγωμένες. Ένʼ τσακρί; είπε ο κύριος Γιώρκος
και τις άνοιξε. Κτυπούσε τους σαράντα τρεις η Λευκωσία.
Υπό σκιάν. Ίδια πυρά κι εδώ και στʼ άλλο μέρος.
Τα κάρβουνα όμως αναμμένα. Μοσχοβολούσε παστουρμά
στου Άχμετ. Τριγύρω μου κυπριακά παράξενα.
Των Τούρκων. Καλά πώς βρίσκομαι εδώ, μουρμούρισα.
Tι κάνω; Tρώω στʼ αλήθεια; Πίνω ωσάν να μην είχε συμβεί
ποτέ του το κακό; Δεν έγινε ποτέ η Εισβολή;
Δεν χάσαμε τα σπίτια και τη γη μας;
(-ώς έχω βλέμμα και θωρώ.-ώς έχω φως και βλέπω).
Κι αυτός που κάθομαι εδώ ποιος είναι; Πρόσφυγας
ή έποικος σε ξένο τόπο. Ή μήπως αγνοούμενος;
Χωρίς ζωή. Ασώματος.Που ζει στη σκέψη μόνο.
Αυτών που δεν λησμόνησαν. Αυτών που είπαν όχι
στο σβήσιμο της μνήμης.Που στάθηκαν ανένδοτοι.
αι πεισμωμένοι. Ελιές τζιαι τερατσιές.Στη μαύρη
πέτρα της. Και στο ξερό χορτάρι. Που είπαν δεν πουλώ
σʼ αυτούς που ξεπουλούσαν. Αυτούς με τα πρησμένα
πρόσωπα. Tα ζουρωμένα. Που λέγαν ΄ουκ ελάττω
την πατρίδα παραδώσω-και την παρέδιδαν.
Με την ισχύ της προδοσίας.
Κ’ οι πρόσφυγες; Πού είναι οι πρόσφυγες;
Υπάρχουν πρόσφυγες σʼ αυτή τη χώρα;
Ή μήπως μόνο έποικοι; Ξένοι κι αλλοδαποί
στον τόπο τους. Και φταίχτες. Και τότε
πού πάει το δίκιο; Αν υπάρχει δίκιο.
Κι αυτή η πόλη ποια είναι; Σε ποιόν ανήκει;
Αν ανήκει.
Της ώριμης ηδονής
Πέφτει βροχή κι είμαι μεσήλικας, γκρίζος
και κουρασμένος. Στο σώμα μου διαβαίνουν
οι καιροί. Αλλάζουνε οι τόποι. Είμαι σε πόλη
άγνωστη, λοξή, σημαδεμένη. Πέφτει βροχή
κι είμαι ακόμη χτεσινός. Δεν βγήκα
στην καινούρια μέρα. Και τότε είπες.
΄Αυτός ο τόπος είναι δύσβατος και σκοτεινός.
Ακόμη και στα όνειρα. Είναι σαν να ʼμαι ξένη
μες στο σώμα μου. Σαν να ʼμαι φυλακή
μες στη ζωή μου. Με κυματίζει άνεμος
όπως στα κυπαρίσσια όταν κοντά σου
βηματίζουσα τον περασμένο χρόνο
σε είχα και σε έχασα. Σε μια στιγμή
περνάς απʼ την εδώ μεριά στην άλλη.
Την κοίταζα και σκέφτομουν το φόβο
της αγάπης, την άγρια σκοτεινιά
του στραγγισμένου πόθου. Θα μείνω
πάντα νέα, έλεγες, κι όμως γερνάς
κι εγώ γερνώ, ασπρίζουν, πέφτουν
τα μαλλιά, βαθαίνουν οι ρυτίδες.
Τρίζουν οξειδωμένα γόνατα, με σφάζουν
οι σκαρμοί κʼ οι νεφρικοί μου πόνοι.
Μα συ μʼ όλη την τρυφερότητα
αγιασμένου πάθους την ώριμη ηδονή
αντιπροτείνεις. Θα πρέπει να μαζέψω
τις δυνάμεις μου λοιπόν, θα πρέπει
να επιστρέψω κι όμως φοβούμαι
την επιστροφή. Τι μέσο να επιλέξω
μη ναυαγήσει το κορμί στη μέση
αυτού του δρόμου. Φοβούμαι
την επιστροφή. Μη με προδώσει ο τόπος.
Της λαθραίας πόλης
Και βγήκα απʼ το όνειρο του ύπνου
δίχως ύπνο κι ήμουν σε χώρα δίχως σύνορα
και δίχως καταδότες.Σε δρόμο που μου μέλλεται
περπάτησα δίχως του κράτους την τιμή,
την τάξη, την ασφάλεια.Σαν να ʼμουν άφθαρτος
έτσι όπως την έπλασα την πόλη μου λαθραία,
πόλη γλυκιά, φιλόξενη στον κάθε μετανάστη
και ξάφνου εκεί που κοίταζα δίχως να ξεχωρίζω
τις φυλές, τις γλώσσες, τις θρησκείες, ένιωσα
πως ήμουνα πουλί. Γνώριζα να πετώ. Ήμουν
ελεύθερος, χωρίς λουρί, χωρίς θηλιά, αδέσποτο
σκυλί να τριγυρνώ χωρίς το φόβο μη γλιστρήσω
στον παλιό ρυθμό. Κατάσαρκα γυμνός, χωρίς
κορσέ χωρίς δεσμά, έτσι όπως την έφτιαξα
την πόλη μου έξω από κάθε νόμο.
Αεροδρόμιο του Χίθροου
(εν αναμονή)
Στʼ αφτί το κινητό και μπήκες,
ήσουν όμορφη, όχι στηρίγματα
φτιασίματα, διάφορες ψευτιές.
Όχι. Ήσουν ατόφια ομορφιά.
Με τʼ άλλο χέρι σκάλιζες φορέματα,
μιλούσες κʼ έψαχνες δεν ήξερες τι θέλεις,
ίσως να σκότωνες την ώρα σου, ίσως
και να βαρέθηκες αυτή τη σχέση
με κάτι λέξεις που έπιανα στην τύχη
ο άλλος θα ήταν ποταμός, μιλούσε
διαρκώς κι εσύ τον έκοβες με κάτι ΄χμ!,
΄ναι!, ΄πώς!, φτάνοντας το πολύ
ως τα δισύλλαβα ΄μπορεί, ΄καλώς,
ή και φρασούλες δίλεκτες ΄θα δούμε,
΄δεν νομίζω, ΄καλά, καλά —ήταν σαφές
σου έγινε στενός κορσές, κοιτούσες
να ξεφύγεις, γυρνούσες μες στο μαγαζί
αγγίζοντας μηχανικά φορέματα,
μπλουζάκια, και μόλις είπες ΄γεια,
΄σʼ αφήνω τώρα, έστριψες και βγήκες
χωρίς να πάρεις τίποτα, ύστερα σε είδα
σʼ άλλο μαγαζί χωρίς το κινητό στʼ αφτί
ελεύθερη γυρνούσες, την προσοχή
στραμμένη τώρα σε όμορφα κοσμήματα,
στο τέλος κάτι διάλεξες το πήρες κι έτρεξες
μόλις που πρόλαβες την πτήση σου…
…κι εγώ σε λίγο θα ʼφευγα γιʼ αλλού
δεν ήμουν μόνος πια, δεν ήμουν ξένος
έχοντας την όραση γεμίσει με κίνηση
κάτι απʼ τον αέρα που άφησε το πέρασμά σου
ρυθμός της τέλειας ομορφιάς και φως.
Το φως που εξέπεμπε η εξαίσια μορφή σου.
Στο Άβατο του Αμβούργου
Ύστερα πήγαμε στη συνοικία
που ξαγρυπνά πουλώντας θάνατο
και σάρκα. Δεν μείναμε στην πλατεΐτσα
μήτε και στις παρόδους όπου
τραβεστί και πόρνες συνωθούνται
και νέα παιδιά που αναζητούν ανύψωση
τη σάρκα τους να δώσουν πρώτη φορά
στην ηδονή. Μα προχωρήσαμε εντός
και μπήκαμε στο Άβατο γυρεύοντας
κάτι δυνατό για τους ανδρείους,
γυάλλες κλουβιά βιτρίνες στη σειρά
πουλιά δίχως φτερά ψάρια στο ενυδρείο
σε κοίταζαν χωρίς να βλέπουν,
σε προκαλούσαν δίχως πρόσκληση,
σε γύρευαν χωρίς να σε αναζητούν
με της σαρκός το θέλημα (τα τρία κλουβιά,
σκεφτόμουν, στην εκκλησιά του Μιούνστερ
τη βάρβαρη μορφή της εξουσίας).
Το σώμα που δεν ένιωσε λαδιού
το τελευταίο χάδι μήτε στο χώμα
συγχωνεύτηκε μʼ αυτό που υπήρξε
μα τα άγρια πουλιά τα σαρκοφάγα
τσιμπί τσιμπί το αφανίσαν.
Όμως αυτά είναι χτεσινά και περασμένα.
Ανόσια μύρα της νυχτός που ήρθε η μέρα
και τα σκέπασε και τώρα ξεπλυμένοι
μες στο φως καθόμαστε γωνία μιας κεντρικής
οδού και μιας παρόδου ταπεινής με όνομα
σε τοπική διάλεκτο. Θα ήταν όλα ένα χτες
ανώδυνο σαν κάτι που ίσως δεν υπήρξε,
αν δεν είχε μείνει στο μυαλό εκείνο το καρφί.
Τα τρία κλουβιά στο Μιούνστερ.
Μητριά πόλη
Πώς είναι να μισείς την πόλη σου
να νιώθεις την πατρίδα σου σαν ξένη
σαν κάτι που σου δένει στο λαιμό θηλιά
για να σε πνίξει, πώς είναι να μισείς
τον κόσμο που την κατοικεί, τις άθλιες
φάτσες που κυκλοφορούν, ψυχές
αγριεμένες, δοσμένες στο κυνήγι άνομου
διεφθαρμένου κέρδους. Πώς είναι
να μισείς τις μέρες σου, το χρόνο σου
που φεύγει σκοτωμένος στο τερατώδες
σκηνικό που στήνεται τριγύρω.
Πώς είναι να αισθάνεσαι νεκρός
ή σαν σακάτης, αμέτοχος εις τα κοινά
ανήμπορος να κάνεις κάτι, πώς είναι
από την πόλη σου να θέλεις να ξεφύγεις.
Λόγια που βρέθηκαν σʼ ένα χαρτί βρεγμένο
στην πίσω τσέπη του παντελονιού ύστερα
που τον έβγαλαν πνιγμένο απʼ το ποτάμι
το βαθύ μιας ξένης πόλης. Δεν ήξεραν
ποιος είναι κι αν ήταν έγκλημα ή πράξη
αυτοκτονίας. Αργότερα μαθεύτηκε
πως ήταν ποιητής μιας ταλαιπώρου χώρας.
Πόλεις τέλος
Και να που ήρθε η στιγμή να μπω σε πόλη
άγνωστη χωρίς το ρίγος του καινούριου.
Λύπη μου προκαλεί μια τέτοια είσοδος.
Να είναι όλα γνώριμα σαν μια κοινή επωδός.
Λείπει η έσωθεν ορμή. Δρόμοι και σπίτια
τόσο οικεία σαν να ʼμουν σʼ όλα τους
ρυθμός κατοικημένος. Σαν να ʼναι κάτι
που βαρέθηκα να ζω. Μια κούραση που φέρνει
στην παραίτηση. Κινήσεις τόσο αναμενόμενες,
ήχοι, φωνές που δεν σημαίνουν τίποτα.
Μια όμορφη περνά και δεν σημαίνει τίποτα.
Δεν ξεσηκώνει ορμές μήτε τη φαντασία διεγείρει.
Κάθομαι εδώ, γωνία δυο πολύβουων δρόμων
κι όλα τριγύρω μου νεκρά. Ωσάν σε κοιμητήρι.
Στην άσπρη κόλλα
Έξω απʼ την άσπρη κόλλα δεν είσαι.
Μπορείς, λοιπόν, να φύγεις.
Να φύγεις ωσάν να μην υπήρξες καν.
Έχω την άσπρη κόλλα. Αυτό μου αρκεί.
Δεν θα σε ψάξω. ʽο έκανα ψες
στον ύπνο μου και χάθηκα σε πόλη
που γνωρίζω. Στέλλω μηνύματα
στο κινητό, έχεις την πρόσβαση κλειστή
ή βρίσκεσαι εκτός δικτύου. Γλιστράς
και χάνεσαι νερόφιδο της πόλης, γνωρίζεις
μυστικές στοές, υπόγειους θόλους
και στροφές, κάποτε αναδύεσαι στο φως
κάποτε χάνεσαι στο σκότος, δεν έχω μέσο
να σου παραβγώ, σʼ αυτή την αναμέτρηση
η νίκη είναι δική σου. Η πόλη είναι δική σου,
κάποτε γίνεται εσύ, δανείζει το κορμί της
και τότε γίνεστε ακτύπητες, εσύ κι η πόλη
δύναμη που δεν μπορώ νʼ αντιπαλέψω.
Γιʼ αυτό θα μείνω εδώ, κουλουριασμένος,
σιωπηλός, αναζητώντας ζεστασιά
μες στο κορμί μου. Θα μείνω εδώ
και γύρω μου χαρτιά και κόλλες
και μολύβια. Μʼ αυτά, αν σε νικήσω.
Τα όπλα μου, τα σύνεργα της τέχνης μου.
Μʼ αυτά να σε ξορκίσω δαίμονα,
γυναίκα-λάμια και στοιχειό που μπήκες
ξαφνικά στο δρόμο μου. Με κοίταξες
και μούδιασες το νου μου.
Πόλη πιστό σκυλί
Και μόνο η πόλη σίγουρη
πιστό σκυλί. Η πόλη σύντροφος
κι η πόλη παραστάτης. Σε συγχωρεί
για κάθε προδοσία, σε δέχεται ξανά
στην αγκαλιά της. Να λυτρωθείς
απʼ το κορμί που λαχταράς
και δεν το έχεις.











Υπέροχη ποίηση.!!1 Καλά Χριστούγεννα ωραίε ποιητή. μοιράστηκα λίγο απ’ το μακρύ ταξίδι σου αυτο το πρωινό, κι έγινε το πρωινό καλύτερο.
Μακάρι να σμίξουμε κάποτε σ’ ένα καλοκαιριάτικο περίπατο στα σοκάκια του Ρεθύμνου.