Μπροστά πηγαίνει ένας κήπος,
Μπιγκόνιες κρύβουν το φανάρι,
Γκαζώνει στις στροφές ο τύπος
Και το περβόλι θα μπατάρει.

Βρυχάται το όχημα κι ορμά νευρώδες,
Τροχαία η Φύση προσπερνάει,
Την Άνοιξη έβαλε σε ρόδες
Κι όπου γουστάρει τήνε πάει:

Σκούρο γυαλί, μαλλί και γένι,
Τσακάλι ο λέχρος στο τιμόνι,
Πάλι με κόκκινο τη βγαίνει
Κ’ η ψόφια δίπλα καμαρώνει:

Γεράνια, ίριδες – γενετήσια κρίνα,
Πυκνές ριπές καυσαερίου
Αιθάλη, μόλυβδος, μονοξείδιο του θείου,
(λες να τη λέγανε Μαρίνα;)

Σειρήνες, σφυρίγματα, γορίλλες,
Περνά η πομπή ενός κηφήνα,
Φύγε πριν κλείσουνε οι πύλες-
Μυρίζει θάνατο η Αθήνα.

Της τα ΄δωσα όλα, σανιδώνω-
Σφήνα και, βέλος με εκατόν δέκα,
Τον άγγελο μέσα μου σκοτώνω,
(για να τελειώνουμε την λέω Ρεβέκκα.)