Μπροστά πηγαίνει ένας κήπος,
Μπιγκόνιες κρύβουν το φανάρι,
Γκαζώνει στις στροφές ο τύπος
Και το περβόλι θα μπατάρει.
Βρυχάται το όχημα κι ορμά νευρώδες,
Τροχαία η Φύση προσπερνάει,
Την Άνοιξη έβαλε σε ρόδες
Κι όπου γουστάρει τήνε πάει:
Σκούρο γυαλί, μαλλί και γένι,
Τσακάλι ο λέχρος στο τιμόνι,
Πάλι με κόκκινο τη βγαίνει
Κ’ η ψόφια δίπλα καμαρώνει:
Γεράνια, ίριδες – γενετήσια κρίνα,
Πυκνές ριπές καυσαερίου
Αιθάλη, μόλυβδος, μονοξείδιο του θείου,
(λες να τη λέγανε Μαρίνα;)
Σειρήνες, σφυρίγματα, γορίλλες,
Περνά η πομπή ενός κηφήνα,
Φύγε πριν κλείσουνε οι πύλες-
Μυρίζει θάνατο η Αθήνα.
Της τα ΄δωσα όλα, σανιδώνω-
Σφήνα και, βέλος με εκατόν δέκα,
Τον άγγελο μέσα μου σκοτώνω,
(για να τελειώνουμε την λέω Ρεβέκκα.)










Αγάπη μου το ερώτημα παραμένει: Ο Πατιλισμός είναι η παιδική αρρώστια του Σοφιανισμού, ή ο Σοφιανισμός η παιδική αρρώστια του Πατιλισμού.
Διότι εγώ, ελεύθερος πλέον, ακολουθώ τον Ρενισμό.
Κώστα, αφού ο Νάσος πήρε Κρατικό Βραβείο με εσώρουχα της ποίησης, ξανασκέψου τα σατιρικά !!
Θυμάσαι; Αυτά που έλεγε κι ο Χορν: ‘Είχε στον κώλο μαύρα φτερά…
Γέλασες; Παιγνιωδώς άψογος. ( Πρόσεχε όμως γιατί κάτι μαλάκες θα σε ελέγξουν δια το ανισόστιχον. Να τους πω ότι ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος;)