computerfreak1.jpg
Ι. Γιώργος Βέης:

ΔΙΑΊΡΕΣΗ

”Μόλις που χωράνε, το ένα δίπλα στο άλλο,

δύο γράμματα απλά, κεφαλαία,

δώρο φίλoυ που τώρα πια έχει χαθεί μέσα στους ίσκιους

«Δεν είναι τίποτα σπουδαίο,

ένα φυλαχτό,

κάτι που να σε προστατεύει από την τρέλα της ανωνυμίας»,

είπε, δίνοντάς μου το σφραγιδάκι από νεφρίτη.

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω σήμερα τα δύο αρχικά: G. V.

και δεν ξέρω τι σημαίνουν

ποιο πρόσωπο, άντρα ή γυναίκα, ν’ ανακαλούν

ίσως να είμαι ήδη κι εγώ ο ίδιος ένας ίσκιος

που μπαινοβγαίνει στις πόρτες αυτής της αβέβαιης αυγής

μπορεί να με λέγανε κι εμένα κάπως

δεν ξέρω πως και τι.”

————————————–

Απαντώ κατ’ αρχήν με το παραπάνω ποίημά μου στο θέμα των σχολίων, τα οποία βλέπουν το διαδικτυακό φως στο poiein.gr , με έξοδα, οίκοθεν νοείται, των ιδικτητών του. Δηλαδή, εν ολιγοις, συμφωνώ απολύτως με τον προλαλήσαντα δόκιμο ποιητή κ. Γιώργο Μπλάνα, ο οποίος βεβαίως συμφωνεί με τη σειρά του, εμμέσως πλην σαφώς, με τον κραταιό Σκότο φιλόσοφο Ντέιβιντ Χιουμ, ο οποίος, ως γνωστόν, διεκήρρυτε και απεδείκνυε μιαν ολόκληρη ζωή ότι δεν είμαστε σε θέση ούτε καν τον εαυτό μας να διακριβώσουμε σε βάθος.

Έρρωσθε,

Γιώργος Βέης

ΙΙ. Ι. Ν. Κυριαζής:

Το Ποιείν είναι οι άνθρωποί του-οι συνεργάτες του,οι σχολιαστές του,οι επώνυμοι-ανώνυμοι-αλλώνυμοι αναγνώστες του.

Χωρίς αυτούς το Ποιείν θα ήταν ένας «μη χώρος»,αφού κανείς δε θα κινούνταν μέσα του…

Κι αν το πρώτο μας μέλημα είναι η προστασία αυτού του χώρου,τότε πρέπει αυτό να ισοδυναμεί με την προστασία όλων όσοι  τον στηρίζουν με οποιονδήποτε τρόπο-από την «κορυφαία» θέση του  διαχειριστή έως και  την «απλή» θέση του σιωπηρού επισκέπτη.

Και φυσικά η επιβαλλόμενη προστασία της αισθητικής του χώρου συνάδει με τη φύση του τελευταίου,που αναφέρεται στην ποίηση.

Έχοντας ως γνώμονα αυτό,θα πρέπει μάλλον  να οριοθετηθεί κι η επιτρεπόμενη φύση των σχολίων.


Μια ανεξέλεγκτη «δημοκρατική» ανοχή πάσης φύσεως σχολίων είναι το ίδιο ενοχλητική όσο  και μια «αυταρχική» στάση απέναντι σε μια ακόμη και δειλή απόπειρα ελευθεροστομίας.

Όσο δεν χρειαζόμαστε την ασυδοσία της «ελεύθερης έκφρασης» άλλο τόσο θα έπρεπε να μας ενοχλεί και ο συντηρητισμός ενός…άμετρου μετριασμού σχολίων.

Τα όρια,η χρυσή τομή δεν μπορούν να οριστούν προγραμματικά παρά μόνο νʼ ανιχνευθούν από τη λογική,την ευαισθησία και προπαντός το ένστικτο των διαχειριστών που θα πρέπει να εμπιστευθούμε.

Φυσικά ο σχολιαστής θα πρέπει να μπορεί να παρουσιάζεται με όποιον τρόπο θέλει-δεν θα ήταν σωστό να οριστεί από τους οικοδεσπότες η «αμφίεση» των επισκεπτών στο χώρο-μα μπορούν να … «εκδιωχθούν» κακήν κακώς οι τελευταίοι, αν για παράδειγμα διαφανεί ότι στόχος τους είναι η «άλωση»- «αλλοτρίωση» του χώρου απομακρύνοντάς τον από την ίδια του τη στόχευσή του: την υπηρεσία της ποίησης.

Ένας  χώρος που διατείνεται πως αφιερώνεται στην ποίηση δεν είναι δυνατόν να …αποποιηθεί την ευθύνη της προστασίας της από άτομα που μετέρχονται ηθικώς επιλήψιμα μέσα για την ικανοποίηση ιδίων συμφερόντων,υπηρετώντας αδυναμίες ή φιλοδοξίες τους….

Οι διαχειριστές αναλαμβάνουν το κοπιώδες αυτό έργο.Και θα πρέπει όλοι μας  να τους στηρίξουμε.

ΙΙΙ.Δημήτριος Μουζάκης
Περί σχολίων…

για το ζήτημα της μεροληπτικής προβολής ποιητών και, κατά συνέπεια, ποιημάτων (μεροληπτική: στη βάση της δοσοληψίας, της γνωριμίας, της καταγωγής, της οικονομικής συναλλαγής, της αντισφαίρισης επικεφαλίδων επικεφαλών περιοδικών, της σεξουαλικής προσφοράς) έχω χτυπηθεί τόσο πολύ, που ‘βαψα το βράχο μπλε και δε μου ‘μεινε πλοκάμι.

ένα πρώτο βήμα (και παράδειγμα προς μίμηση) για μια κατάσταση αποδοτικότερη της υπάρχουσας, είναι η προβολή των πάντων. στο βάθος, άλλωστε, δεν έχει σημασία ποιος (ποιο όνομα, ποιο ψευδώνυμο, ποιο πρόσωπο) λέει τι, αλλά τι λέει. όπως δε μ’ ενδιαφέρει το αν ο ποιητής υποδύεται στο ποίημα το νόημά του (αλλά ενδιαφέρομαι σφόδρα για το κατά πόσο κλαίω με το νόημα που διαπερνά τις λέξεις του, για να με φτάσει κει που δεν ήξερα ότι υπήρχα), έτσι δεν ενδιαφέρομαι και για το χαώδες παιχνίδι της σχολιάζουσας ψευδωνυμοανωνυμοεπωνυμίας (αλλά φλέγομαι γι! α το περιεχόμενο του σχολίου).

κατά τα άλλα, υπάρχουν οι νόμοι, τους οποίους όλοι υποχρεούμαστε να τηρούμε (εξ όσων γνωρίζω, απαγορεύουν ύβρεις, απειλές, σατραπείες και τέτοια).

αν θα προέτρεπα προς λήψη “μέτρου”, θα ήταν η ενεργητικότερη στάση του τακτικού αναγνώστη του ποιείν, που διαθέτει και το χρόνο να μετέχει στη συζήτηση. στο βαθμό που πρεσβεύει την επιμονή στο επιχείρημα και την ευπρέπεια, ας βοηθήσει με τη στάση του στην ανάδειξή τους, αποκαλώντας τον εαυτό του όπως επιθυμεί. ? σιωπή οχυρώνει το χάος των ασχημονούντων και δολιοφθορέων.

σ’ ένα ανοικτό βήμα, είναι δική μας ευθύνη να ‘ναι παράταιροι (αλλά όχι φιμωμένοι) οι αφοριστικοί των αποφθεγμάτων, οι ατεκμηρίωτοι, οι εμπαθείς, οι εριστικοί, οι μετέωροι, και ρυθμιστές οι επιχειρηματολογούντες, οι ευγενείς και οι άδολοι λάτρες της ποίησης.

ΙV. Γιώργος Μπλάνας:

Αγαπητοί φίλοι,

παρακολουθώντας τακτικά την σχολιογραφία του ΠΟΙΕΙΝ, ομολογώ πως με εξερέθισε ο σύντομος διάλογος περί της φύσης και της θέσης ανωνύμων, ψευδωνύμων και επωνύμων. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να καταθέσω ορισμένες σκέψεις και μία πρόταση.
Γιατί κάποιος προτιμά να κρύβει το όνομά του σε μια διαδικασία επικοινωνίας; Διότι, γνωστός ων, δεν θέλει να δεχθεί τις υποτιθέμενες συνέπειες των απόψεών του. Γεγονός το οποίο δηλώνει ούτε λίγο ούτε πολύ πως ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ θα μπορούσε να ΕΧΕΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ενδεχομένως ΔΥΣΒΑΣΤΑΧΤΕΣ για έναν -όποιον- Έλληνα συγγραφέα ή τέλος πάντων ασχολούμενο περί τα συγγραφικά ΣΗΜΕΡΑ. Ποιες μπορεί να είναι αυτές οι συνέπειες; Ασφαλώς, η αποπομπή του από την ομάδα αναφοράς στην οποία ανήκει ο θιγόμενος -ή οι θιγόμενοι- από τα λόγια του. Προτιμά, νομίζω, να είναι ο εαυτός του, αρνούμενος την ταυτότητά του. Σαν να λέμε πως δεν είναι ο εαυτός του! Τι είναι λοιπόν; Τι είναι αυτός που παραμένει ο εαυτός του μόνον όταν δεν είναι ο εαυτός του; Τίποτα, θα μπορούσε νʼ απαντήσει κάποιος. Αλλά θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός πως ο άνθρωπος αυτός υφίσταται στο πλαίσιο μιας επικοινωνιακής διαδικασίας, στην οποία εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες, των οποίων τα πρόσημα οφείλουμε να εξετάσουμε επίσης. Και το οφείλουμε αυτό, διότι ενδέχεται ο κώδικας επικοινωνίας, το μέσο επικοινωνίας, καθώς και οι δέκτες να μην είναι επίσης καθόλου ο εαυτός τους, παρά την επωνυμία τους. Θέλω να πω πως το Διαδίκτυο -λόγου χάρη- θεωρείται a priori ένα μέσο ελεύθερης έκφρασης κάθε γνώμης, ενώ οι μη ψηφιακές κοινωνικές σχέσεις όχι μόνο δεν είναι έτοιμες να υποστηρίξουν μια τέτοιου είδους λειτουργία, αλλά βρίσκουν μιαν ακόμα ευκαιρία για να ασκήσουν το παραδοσιακό προνόμιο της τιμωρίας του «απείθαρχου». Στην προκειμένη περίπτωση το μέσο δεν είναι καθόλου ο εαυτός του όταν ακριβώς ισχυρίζεται πως είναι ο εαυτός του. Έχει διαρκώς αρνητικό πρόσημο και, συνεπώς, εισάγει τον χρήστη σε μιαν αρνητική διαδικασία, στην οποία το γεγονός πως αρνείται τον εαυτό του δεν σημαίνει καθόλου πως δεν είναι ο εαυτός του. Νομίζω, λοιπόν, πως έκαστος ανώνυμος είναι πραγματικά ανώνυμος, δεν έχει όνομα, διότι είναι δημιούργημα του μέσου, το οποίο μόνο ως μέσον ανωνύμων επικοινωνιακών υποστάσεων μπορεί να είναι ο εαυτός του, να καλύπτει, δηλαδή, τις προϋποθέσεις του ως μέσον. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να είμαστε άδικοι με τους ανώνυμους, συγκαταβατικοί με τους ψευδώνυμους και καλοί με τους επώνυμους. Είναι προφανές -χωρίς να προτίθεμαι να αμφισβητήσω τη γενναιότητα, την ευθύτητα ή την φερεγγυότητα οποιουδήποτε- πως οι επώνυμοι (εμού συμπεριλαμβανομένου) δεν είναι απόλυτα βέβαιο πως ταυτίζονται απόλυτα με τον εαυτό τους. Ασφαλώς χρησιμοποιούν τον επικοινωνιακό κώδικα με τρόπους που αμβλύνουν τα αρνητικά πρόσημά του, οξύνοντας ωστόσο την αρνητικότητα του επικοινωνούντος. Θα πρότεινα, λοιπόν, να σχολιάζουν άπαντες ως ανώνυμοι, περιορίζοντας τα αρνητικά μεγέθη της ψηφιακής επικοινωνίας και καθιστώντας τή μη ψηφιακή επικοινωνία ανίκανη να ασκήσει την παραδοσιακή της εξουσία ως ρυθμιστής των σχέσεων μεταξύ πομπού και δέκτη.