Ρωγμές γεννούν τη νύχτα

Απόψε για σένα τρυπιέται

το σκοτάδι απʼ το φεγγάρι.

Οι δρόμοι της Σαλονίκης παραμονεύουν

κι εσύ μαραίνεσαι με μια ζωή στην ταμπακιέρα

που δε σε κόφτει πώς να τη στρίψεις άφιλτρο

κι αφήνεις να στη φουμάρουν τυχοδιώκτες.

Δεν είναι γιʼ άλλον

τα φώτα των μακρινών χωριών

που τρεμοπαίζουν,

για σένα γεννήθηκε η νύχτα.

Αν ξεκολλήσεις απʼ τις σπασμένες πλάκες

των πεζοδρομίων

-κι οι τοκογλύφοι χάσουν ένα σίγουρο χαρτί-

τότε θα δεις θεούς και δαίμονες

να τριγυρνάνε στʼ απόμερα σοκάκια.

Θα δεις τη νύχτα να ξεπετιέται

απʼ τις ρωγμές παλιόσπιτων διατηρητέων

και θʼ ανασάνεις, στα γεννητούρια,

τʼ αρώματα των νυχτολούλουδων.

Καρφωμένος στα σύννεφα

Το μεσημέρι γυαλίζουν τα καρφωμένα σου φτερά

στα σύννεφα

-φεγγάρι που ξέφυγες από τις νύχτες-

κι όσοι μπορούν να ορθώνουν το κεφάλι

θα σε βλέπουν.

Ανυπεράσπιστος στη βαρβαρότητα της πόλης,

κατάληξες κι εσύ να αιωρείσαι

πλάι στον Προμηθέα.

Το δειλινό ματώνετε τον ουρανό.

Τη νύχτα αστράφτει η κρυμμένη φωτιά

απʼ τα καλάμια σας

κι οι ανυποψίαστοι λένε πως έρχεται βροχή.

Μη σπαταλήσεις όλα τα όνειρά σου

Μη σπαταλήσεις όλα τα όνειρά σου

μονάχα σε μια νύχτα.

Φύλαξε κάτι για τη νύχτα-φωτιά,

να ʽχεις κι εσύ νʼ ανάψεις

ένα δαυλό για το δρόμο.

Φύλαξε κάτι για μια νύχτα απόγνωσης

-που η ψυχή θα λαχταράει-

να ʽχεις να στρώσεις δίπλα σου

κορμί και πόθο,

ιδρώτα νʼ ανταλλάξεις.

Φύλαξε κάτι για μια νύχτα πόνου,

στίχους να κάνεις τα όνειρα,

να ʽχεις να σκάβεις μέσα στην καρδιά,

να μην πνιγείς,

πάτο να βρεις για να πατήσεις.

Φύλαξε κάτι για το τέλος.

Πρώτα θα φύγει η ψυχή,

μετά το χούι

κι ύστερα τʼ όνειρο.