Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας

Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κινείται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σʼ αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σʼ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.

Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιον παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ.
Το κρύο του Νοέμβρη σʼ άρπαζε απʼ τον λαιμό,
ακόμα και τʼ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.
Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα.

Με έδεσαν σʼ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
μόνο το ραδιόφωνο που παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο
από μένα. Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;

Η γέρικη καρδιά του νάνου

Είναι αλήθεια. Μεγάλη αλήθεια. Ποτέ δεν ένιωσα άνετα με τη ζωή. Σάπιζα κι ήμουν παιδί ακόμα.
Henderson , ο βασιλιάς της βροχής, του Saul Bellow

Όταν ξαπλώνομαι στο έρωτα
η γέρικη καρδιά του νάνου αποδοκιμάζει.
Γεννήθηκε γριά, σαν βλάκας
τα μάτια της ανοίγουν μέσα από τριάντα μία
παχιές πτυχώσεις δέρματος
να με κοιτάξουν άγρια
πάνω σε τούτο το τρεμάμενο κρεβάτι.
Γνωρίζει από τι σαπίλα είμαστε φτιαγμένοι.

Όταν πληγώνεται, γίνεται απότομη.
Τώρα είναι συμπαγής, σαν λίπος
σαν κότα πράσινη στη σκόνη
που ασθμαίνει. Όμως, αν δω στον ύπνο μου τον έρωτα,
τότε τα όνειρά μου είναι για ξένους που γρυλίζουν.
Εκείνη, παράξενη, παράξενη και διεφθαρμένη,
ονειρεύεται ότι…

Μα Θεέ μου, πόσα πράγματα γνωρίζει!
Χειρότερα ακόμα, πόσες πληγές κρατά
στα χέρια της να φωλιάζουν εκεί σαν σοδειά
παρατημένου αγρού. Μα στα καλύτερά της
είναι ολόκληρη μυς κατακόκκινος
που σφύζει καθώς την καλοπιάνει ο χρόνος.
Όπου κι αν πάω, πηγαίνει.

Ω, τώρα που ξαπλώνομαι στον έρωτα
πόσο αλλόκοτα τα χέρια της ανοίγουν
με τι υπομονή ξεμπλέκω τους καρπούς της
ίδιους κόμπους. Παλιό στολίδι, παλιά γυμνή γροθιά
κι αν φόραγα εβδομήντα πανωφόρια
πάλι δεν θα μπορούσα να σε κρύψω…
Από μάνα και πατέρα είμαι φτιαγμένη.

Νοικοκυρά

Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια.
Το σπίτι είναι ένα άλλο είδος δέρματος. Έχει καρδιά,
στόμα, συκώτι και συσπάσεις των εντέρων.
Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ροζ.
Όλη τη μέρα είναι στο πόδι
να καθαρίζει με προσήλωση.
Ο άντρας με τη βία εισβάλλει και σαν τον Ιωνά
η μάνα του από σάρκα τον ρουφάει.
Μια γυναίκα είναι η δική της μάνα.
Το βασικό είναι αυτό.

Ο θάνατος της Σίλβια
για την Σίλβια Πλαθ

Ω Σίλβια, Σίλβια,
μ’ ένα νεκρό κουτί γεμάτο πέτρες και κουτάλια,

με δυο παιδιά, δυο διάττοντες
που τριγυρνούν αδέσποτοι σ’ ένα μικρό δωμάτιο παιχνιδιών,

με το στόμα σου στο σεντόνι
στο δοκάρι της στέγης, στη βουβή προσευχή,

(Σίλβια, Σίλβια
πού πήγες
αφού μου έγραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια της πατάτας
και τη μελισσοκομία;)

σε τι παραστεκόσουν,
πώς πλάγιασες μέσα του έτσι απλά;

Κλέφτρα! –
πώς σύρθηκες μέσα του

πώς σύρθηκες μονάχη
μέσα στο θάνατο που επιζητούσα τόσο έντονα,
για τόσο καιρό

μέσα στο θάνατο που και οι δυο μας λέγαμε πως ξεπεράσαμε
αυτόν που φορούσαμε στα λιπόσαρκα στήθη μας

αυτόν για τον οποίο μιλούσαμε τόσο συχνά, κάθε φορά
που κατεβάζαμε τρία έξτρα ντράι μαρτίνι στη Βοστόνη

τον θάνατο που μίλαγε για αναλυτές και θεραπείες
τον θάνατο που μίλαγε σαν πολύφερνη νύφη

τον θάνατο που του κάναμε προπόσεις
– τα κίνητρα και μετά η αθόρυβη πράξη;

(Στη Βοστόνη
οι πεθαμένοι
μπαίνουν σε ταξί
ναι, ο θάνατος πάλι,
αυτή η επιστροφή στο σπίτι
με το το αγόρι μας).

Ω, Σίλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο τυμπανιστή
που κρατούσε τον ρυθμό στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία

πώς ήθελε να τον αφήσουμε σαν σαδιστής
να πλησιάσει ή σαν νεράιδα Νεοϋορκέζα

να κάνει την δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα παράθυρο στον τοίχο ή ένα λίκνο·

κι αυτό περίμενε από τότε
κάτω από την καρδιά μας, στο ντουλάπι μας,

και βλέπω τώρα ότι τον αποθησαυρίζουμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες

και δοκιμάζω με το νέο του θανάτου σου
μια γεύση του απαίσια, που μοιάζει με αλάτι.

(Κι εγώ,
κι εγώ επίσης.
Και τώρα, Σίλβια,
εσύ ξανά
με τον θάνατο ξανά
αυτή η επιστροφή στο σπίτι
με το το αγόρι μας).

Και λέω μόνο,
με τα μπράτσα απλωμένα σ’ αυτόν τον πέτρινο τόπο,

τι άλλο είναι ο θάνατός σου
από ένα παλιό προσωπικό αντικείμενο,

ένα σημάδι που έπεσε
από ένα σου ποίημα;

(Ω, φίλη μου,
όσο έχει κακό φεγγάρι
και ο βασιλιάς έχει εξαφανιστεί
και η βασίλισσα είναι σε πλήρες αδιέξοδο,
ο θαμώνας των μπαρ πρέπει να τραγουδά!)

Ω, μικροσκοπική μητέρα
κι εσύ επίσης!
Ω, αστεία δούκισσα!
Ω, ξανθό κορίτσι!

Ονειρεύομαι τα στήθη

Μητέρα,
πρόσωπο παράξενης θεάς
πάνω από το γαλατένιο σπίτι μου,
αυτό το εκλεπτυσμένο άσυλο,
σε έφαγα ολόκληρη.
Όλη μου η ανάγκη
σαν γεύμα σε κατάπιε.

Αυτό που πρόσφερες
θυμάμαι σε ένα όνειρο:
τα μπράτσα όλο φακίδες να με σφίγγουν,
το γέλιο κάπου πάνω από το χνουδωτό μου καπελάκι,
τα ματωμένα δάχτυλα να δένουν τα κορδόνια μου,
τα στήθη κρεμασμένες νυχτερίδες,
και τότε να με σαϊτεύουν,
να με κάνουν να λυγίζω.

Τα στήθη που εγνώριζα τη μεσονύκτια ώρα
χτύπησαν σαν τη θάλασσα που έχω τώρα μέσα μου.
Μητέρα, εγώ για να μην φάω
έβαλα μέλισσες στο στόμα μου
όμως καλό δεν σου ‘κανε.
Στο τέλος έκοψαν τα στήθη σου
και γάλα χύθηκε από αυτά
στου χειρουργού το χέρι
κι εκείνος τα αγκάλιασε.
Τα πήρα
και τα φύτεψα.

Σε κλείδωσα Μητέρα,
αγαπητή νεκρή γυναίκα,
έτσι που οι μεγάλες σου κουδούνες,
αυτά τα αγαπημένα άσπρα πόνι,
μπορούν να συνεχίσουν να καλπάζουν, να καλπάζουν
όπου κι αν βρίσκεσαι.

Η Ερινύα των πετραδιών και του κάρβουνου

Πολλοί μεταλλευτές μπήκαν
σε σήραγγα βαθιά
για να δεχτούν τη σκόνη ενός φιλιού,
ένα μετάλλευμα- κελί.
Πήγαν με τα φανάρια τους
γεμάτα μάτια που τρυπούν
βαθιά, πολύ βαθιά κι έβγαλαν
τον Χριστό στη Γεσθημανή.
Σώμα γεμάτο βρύα, σώμα από γυαλί,
σώμα από τύρφη
κείτεσαι τόσο κοφτερό, βαρύ σμαράγδι
όσο ένα γήπεδο του γκολφ, ρουμπίνι σκούρο
σαν υπόλειμμα γέννας,
διαμάντι άσπρο σαν τον ήλιο
πάνω στη θάλασσα, κάρβουνο, σκοτεινόχρωμη μητέρα
μητέρα που γεννοβολά, άφησε τα θαλασσινά πουλιά
να σε φέρουν στη ζωή μας
σαν από μακρινό νησί,
βαριά σαν θάνατο.

Νυχτερίδα

Το απαίσιο δέρμα της
τεντωμένο από κάποιον έμπορο
μοιάζει με το δικό μου, εδώ, ανάμεσα στα δάχτυλα,
σαν κάποιου είδους υμένα, σαν του βατράχου.
Σίγουρα όταν γεννήθηκα το πρόσωπό μου ήταν μικρούλι
και σίγουρα πριν γεννηθώ μπορούσα να πετάω.
Όχι καλά, υπʼ όψιν, μόνο ένα πέπλο δέρματος
από τα μπράτσα μου ως τη μέση.
Πετούσα και τη νύχτα. Νύχτα να μη με βλέπουν
αλλιώς θα με χτυπούσαν.
Ίσως τον Αύγουστο, καθώς τα δέντρα υψώνονταν ως τʼ άστρα
πετούσα από φύλλο σε φύλλο μες το πηχτό σκοτάδι.
Αν μʼ έπιανες με το φακό σου
θα ʽβλεπες ένα ροδαλό πτώμα με φτερά,
έξω, έξω απʼ την κοιλιά της μάνας του, γεμάτο τρίχες
και τραχύ, να πετά πάνω απʼ τα σπίτια, τους στρατώνες.
Γι αυτό με μυρίζουν τα σκυλιά του σπιτιού σου.
Ξέρουν ότι είμαι κάτι που πρέπει να πιαστεί
κάπου στο κοιμητήριο που κρέμομαι ανάποδα
σαν μισερός μαστός.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ:

Στις αρχές του 1960, η Anne Sexton κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή και ταράζει τα νερά της κλασικής, μετρημένης και “αξιοπρεπούς” αμερικανικής ποίησης. Η θεματολογία της κινείται γύρω από ψυχιατρεία, θεραπείες και απόπειρες αυτοκτονίας, υλικό που μέχρι τότε δεν θεωρούνταν αξιόλογο ποιητικά, ειδικά από γυναίκες ποιήτριες. Ποιήματα όπως το “Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας” ή “Το κεφάλι που περιμένει” έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση σε κοινό και κριτικούς, αποτυπώνοντας τις συνέπειες του αστικού αμερικανικού ονείρου που εγκλώβιζε χιλιάδες δημιουργικές και ευαίσθητες γυναίκες αποκλειστικά στο ρόλο της συζύγου και της μητέρας. “Προσπαθούσα όσο πιο αναθεματισμένα μπορούσα να κάνω μια συμβατική ζωή γιατί έτσι είχα ανατραφεί και αυτό ήταν που ήθελε ο σύζυγός μου από εμένα […] Η επιφάνεια ράγισε όταν ήμουν εικοσιοκτώ. Υπέστην ψυχωτική κατάρρευση και προσπάθησα να αυτοκτονήσω” θα πει η Σέξτον μερικά χρόνια αργότερα. Φυσικά, η Σέξτον ήταν ασθενής. Υπέφερε από κατάθλιψη και αυτοκτονικό ιδεασμό και ακολουθούσε θεραπείες σε όλη της τη ζωή. Η ποίηση ήταν για εκείνη ένας τρόπος να μιλήσει για όσα συνέβαιναν στη ζωή εντός του μυαλού της. Εξέδωσε συνολικά επτά ποιητικές συλλογές όσο ζούσε και με τα χρόνια καταπιάστηκε με θέματα όπως ο έρωτας, η λαγνεία, οι γονεϊκές σχέσεις και ο Θεός χωρίς ποτέ να απεμπολεί την έλξη της για τον θάνατο. Αυτοκτόνησε τελικά το 1974. Μετά τον θάνατό της, η κόρη της εξέδωσε άλλες τρεις ποιητικές συλλογές με ποιήματα της μητέρας της. Για την παρούσα ανθολογία σταχυολόγησα χαρακτηριστικά ποιήματα από όλο της το έργο έτσι ώστε η παρουσίασή της στο ελληνικό κοινό να είναι όσο το δυνατόν πιο σφαιρική. Η δημοφιλία και η αναγνώριση που είχε το έργο της κατά τη δεκαετία του 1960 μέχρι και τον θάνατό της, συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, κατατάσσοντας την Anne Sexton στις σημαντικότερες Αμερικανίδες ποιήτριες του 20ου αιώνα.