Γιάννης Δούκας, «Στα μέσα σύνορα», εκδ. Πόλις 2011. (επιμέλεια-επίμετρο: Χρήστος Α. Μιχαήλ)

ΜΑΙ 23

Κατηγορία: Αφίξεις, Νέοι Ποιητές, καταχώρηση από: Σπύρος Αραβανής

Ο Ταυρομάχος
Όπως αντίκρισες τον ταύρο
Και συλλογίστηκες πως αύριο
Θα ζει ο ένας απ’ τους δυο
Έτσι και στ’ άλλο σου φευγιό
Μονάχος ήσουνα∙ κι εγώ
Ξέμεινα εδώ για να διαβάζω
Τις αποχρώσεις του γαλάζιου

Και νιώθω λες και διατάζω
Έναν αόρατο στρατό
Και γι’ άλλα χρόνια εκατό
Στην πόλη θα υπνοβατώ
Όμως εσύ θα ταξιδέψεις
Σαν φάσμα της δικής μου σκέψης
Άλλα τραγούδια να γυρέψεις

Να σε φωτίζει το φεγγάρι
Νεφελωμάτων καβαλάρη
Δίχως ασπίδα και σπαθί
Αν απ’ τον κόσμο έχεις χαθεί
Γυρεύω μέσα σου για νά’ βρω
Και ν’ αντικρίσω το βαθύ
Όπως αντίκρισες τον ταύρο

Ωκεανίδων και Ευρυδάμαντος

Οι γειτονιές μας καίγονται και οι φλέβες μας φουντώνουν
Στα μαγαζιά τα σώματα, τα φώτα, οι μουσικές
Η Καλλιρρόης κι η Συγγρού καθρέφτες που θολώνουν
Σε ράγες πάνω η πόλη μας κοιμάται ηλεκτρικές

Φανέλες κυανέρυθρες και κόκκινες σημαίες
Συνθήματα που γράφουμε κι αμέσως θα σβηστούν
Θρησκείες τις βαφτίσαμε, μα ήτανε παρέες
Παρέες ποιοι θα διάλεγαν, αλήθεια, ν’ ασπαστούν;

Αφήνομαι στις νύχτες μας και ψάχνω τη φυγή σου
Τον πόνο της ελπίδας σου, το φως του ταξιδιού
Την πιο κρυφή κι ανείπωτη, την πιο παλιά πληγή σου
Για να την κάνω ν’ ακουστεί φωνή μικρού παιδιού

Κι εκεί στην Ευρυδάμαντος και στην Ωκεανίδων
Θα πάει πέντε το πρωί και πέντε το πρωί και τότε θα σ’ το πω
Σε πείσμα χρόνων και καιρών και αδειανών κερκίδων
Αμάντα, πάντα σ’ ήθελα, Αμάντα, σ’ αγαπώ.

Γάλα της λύκαινας

Η λύκαινα κατέβασε γάλα και την αρμέγει
Ο μύθος που τον πλάσανε και κατοικεί στους λόφους
Μαζεύει η πόλη λάφυρα για να σηκώσει ορόφους
Και χτίζει όλες της μνήμες της σαν σπίτι δίχως στέγη

Αυτό το κάστρο ποιος μπορεί να’ ρθει και να το πάρει
Και στο παλιό το σπίτι μας ξανά να κατοικήσει
Πενήντα χρόνια χάσαμε σ’ ένα στεγνό μεθύσι
Καθηλωμένοι σε κενό κι ατέλειωτο παζάρι

Έχει στερέψει από καιρό της λύκαινας το γάλα
Οι πολεμίστρες πέσανε κι οι έμποροι διαβαίνουν
Οι στρατιώτες στη σκοπιά ακόμη περιμένουν
Να δούνε πέρα τις φωνές σαν μακρινά σινιάλα

Κι ο βασιλιάς που ντύθηκε χρυσάφι και καστόρι
Χορεύει με τις πόρνες του γδυμένες στην οθόνη
Και στο γεμάτο γήπεδο που τον αποθεώνει
Δούλος κανείς δεν βρέθηκε να πει memento mori.

Prop

(στον Daniel Hoevels)

Για το μαχαίρι πάντα θα μιλάμε
Παρομοιώσεις πάλι θα ζητάμε
Μεταφορές      Κι όσες φορές
Μες στην πληγή βαθιά και να κοιτάμε
Ψεύτικο το μαχαίρι που θα μπαίνει
Μα αληθινό το αίμα σου θα βγαίνει

Σκηνή ο χρόνος είναι κι ανεβαίνει
Κι αυτό που ζει κι εκείνο που πεθαίνει
Στα ξαφνικά          Και σε νικά
Από το Βερολίνο ως τη Βιέννη
Πως κόβουμε ψωμί και θα το φάμε
Μαχαίρι ματωμένο κι ας κρατάμε

Αυτή η πληγή ποτέ της δεν θα κλείσει
Κι ένα σημάδι πάνω σου θ’ αφήσει
Τόσο βαθύ            Που θα χαθεί
Όπως νερό που κρύβεται στη φύση
Κάθεται το κόκκινο στα θεωρεία
Εξάρτημα παλιό, σε αχρηστία

Πόσα χωράει μια στιχομυθία;
Πόσα λεπτά ζωής του τραυματία;
Αιμορραγείς           Και της Σφαγής
Γυρεύεις τη χαμένη σημασία
Μονάχος του ο ρόλος θα μιλήσει
Αύριο πάλι η αυλαία σου θ’ ανοίξει

Οι Γέροι της Σιδώνος

Είπαν ψωμί και λευτεριά, είπαν παιδεία
Μάκρυναν λίγο τα μαλλιά με συστολή
Τους βρήκε ο Φοίνικας κι από την εφηβεία
Τους πήρε απότομα, τους φόρεσε στολή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Αλλά δεν έμοιαζε σκιά, μήτε γιορτή
Ήταν αδιάκοπη στην έρημο πομπή
Κι ήταν ασπρόμαυρη στην πόλη τους ταινία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Γήπεδα γέμιζαν και γέμιζαν πλατείες
Στου αμφιθέατρου την ξύλινη βουή
Αγώνες, χρόνια της αιχμής και αγωνίες
Γι’ αυτό που βάφτιζαν καλύτερη ζωή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Κι ας ήταν φάρσα που μετρούσε ποσοστά
Καθώς περνούσαν απ’ το μέλλον τους ξυστά
Να νοσταλγούν την κατοχή, την εξορία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Και τότε βρήκαν ανοιχτή την ευκαιρία
Και την κυνήγησαν — γιατί να της κρυφτούν;
Αν τ’ ομολόγησαν, ουκ έστιν αμαρτία
Φτηνά τα λόγια, μ’ ευκολία θα τους βγουν
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Έχτιζαν σπίτια και μεγάλωναν παιδιά
Ήταν που πέρναγε απ’ τις φλέβες στην καρδιά
Κείνο το πρόσταγμα, να ζεις μ’ ευημερία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Κι όσο τους έπλαθε η κάθε δεκαετία
Όπως το χέρι του τεχνίτη τον πηλό
Δεν πήραν πρέφα πως η τρίτη ηλικία
Τους είχε ήδη ροκανίσει το μυαλό
Για πάντα νέοι κι αν προσπάθησαν να μείνουν
H Ιστορία δεν μπορούσε να σταθεί
Βαθιές ρυτίδες, μα το τραύμα πιο βαθύ
Στο τέλος τίποτα δεν μπόρεσαν να γίνουν

Zeitmaschine

(στην Hedviga Golik και τον Heiko Braun)

Σαν διαδήλωση νεκρών, χωρίς πανό και σλόγκαν
Στον κήπο με τ’ αγάλματα, είδα, θαρρώ κι εσένα
Παλιά μου χρονομηχανή, φτερά παλιά, σπασμένα

Κι έγινε ο κόσμος σκαλωσιά για τη δική μας γύμνια
Σαν την παλιά αρματωσιά που μπήκε στις προθήκες
Μα κάθε νύχτα τη φορά ο γέρο- στρατιώτης
Και στον καθρέφτη του μπροστά κοιτά και κουβεντιάζει
Με τον νεκρό πατέρα του: Σε βρήκα και με βρήκες

Εδώ, στα μέσα σύνορα, πέρα στον πέρα χρόνο
Εδώ που αλέθουν τις στιγμές, μες στις ρωγμές του τείχους
Όχι στο αίμα της δουλειάς και στου πικρού αγώνα
Μα στον λυγμό που αντηχεί στα έγκατα του κόσμου
Απ’ του γκρεμού τον χορευτή ως την καρδιά του ψύχους

Σκηνή, πλατεία. Τρεις φορές χτυπάει το κουδούνι
Κέρινοι βγαίνουν αρχηγοί, δεσπότες του ιλίγγου
Ποιος είναι αφέντης, θα ρωτάς, ανάμεσα στους ίσους;
Στην τελευταία Διεθνή και στο χλωμό ρεφρέν της
Που άφησε στα χείλη μας γεύση πικρή, του τσίγκου

Άσημα τα παράσημα, σαν κέρματα στον δρόμο
Βρήκε ο καιρός παράθυρα και μπήκε σαν τη σκόνη
Στην κλειδωμένη Ανατολή, στο Ζάγκρεμπ, στη Λειψία
Και στα διαμερίσματα, στις πολυκατοικίες
Τους πεθαμένους σκέπασε με χτεσινό σεντόνι

Σαν όνειρα που γέννησε άρρωστη μεσημβρία
Και σαν σκιά που κρύβεται στη θερινή σου αιθρία
Αστέριωτη μου μηχανή, βάλε μπροστά και φύγε

Επίμετρο

Ο Γιάννης Δούκας γεννήθηκε το 1981. Σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα και Digital Humanities στο Λονδίνο. Το 2001 εξέδωσε μια συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων με τον τίτλο Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα από τις εκδόσεις Κέδρος. Στις περσινές παραστάσεις του Θάνου Μικρούτσικου και του Χρήστου Θηβαίου στον “Σταυρό του Νότου', ακούσαμε σε στίχους του το τραγούδι “Στην ίδια πόλη υπό βροχήν.' Τον Φεβρουάριο του 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις η πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο “Στα μέσα σύνορα'. Γενικώς, δεν πιστεύει ότι η ποίηση πρέπει να είναι ένας κόσμος περίκλειστος. Είναι της άποψης ότι ο ποιητής όσο περιορισμένη και αν είναι η απήχησή του έχει την ευθύνη να δοκιμάζεται στον καιρό του, εν ανάγκη και κόντρα σε αυτόν. Γράφει έμμετρα γιατί- όπως έχει επισημάνει και ο Νάσος Βαγενάς- βρισκόμαστε σε μια εποχή κρίσης για τον ποιητικό λόγο και ο ελεύθερος στίχος έχει, καθώς φαίνεται, εξαντλήσει τις δυνατότητές του. Είναι, λοιπόν, θεμιτό να χρησιμοποιεί κανείς την έμμετρη φόρμα, εφόσον προσπαθεί να την επανατοποθετήσει, φέρνοντάς την στο σήμερα. Αγαπά τη λογοτεχνία και τη μουσική, τον Παναθηναϊκό και την Barcelona, τους Beatles, τους Monty Python και άλλα πολλά. Επιδίδεται σε κριτικές βιβλίων ποίησης και τις δημοσιεύει αρχικά στο περιοδικό “Διαβάζω' κι έπειτα στο blog του http://dokime.wordpress.com/.

Μοιραστείτε τη δημοσίευση:

7 σχόλια »

  • 1. Απάντηση από Γιάννης Βαρελλάς

    Υπάρχει σαν αποκομίζουσα αίσθηση μια έφεση προς την ύφεση χωρίς όμως αυτή να είναι στερητική αλλά τουναντίον σε πλείστα σημεία των ποιημάτων μπορεί να πει κάποιος ότι μέχρι και γονιμοποιός αποδεικνύεται πως μπορεί όντως να γίνει..

    Η καλλιέπεια του λόγου σε συνάρτηση με την ευρύτητα που παρατηρείται στην άντληση της αρχικής ιδέας ,μορφοποιούν μια ακινητοποιημένη κατά τα πρώτα στάδια κατάσταση σε κάτι ξέφρενα εξιστορητικό που ανά τακτά χρονικά διαστήματα διακόπτεται από την επιτομή της προσέγγισης που επιχειρείται..

    στις 23-5-2011  11:17 am

  • 2. Απάντηση από Παναγιώτης

    Ωραία τραγούδια. Με μερικές προσεκτικές επιλογές, θεωρώ βέβαιο ότι θα προκύψουν ενδιαφέροντα digital media. Βέβαια, η επιλογή του έμμετρου στίχου, ως προσπάθεια ξεπεράσματος του ελεύθερου στίχου και των εξαντλημένων του δυνατοτήτων, δεν μπορεί να είναι άλλοθι για τη δημιουργία τραγουδιών - και σε καμιά περίπτωση η αναδίπλωση σε παραδοσιακά είδη δεν συνιστά υπέρβαση του καθιερωμένου και κίνηση προόδου.
    Έξοχο βιογραφικό που πλαισιώνει μια έξοχη μέχρι στιγμής πορεία και υπόσχεται μια εξίσου εντυπωσιακή συνέχεια.

    Κύριε Βαρελλά, επιτρέψτε μου να απευθυνθώ σε σας, ζητώντας σας να μου εξηγήσετε τα παρακάτω:
    α) το υποκείμενο και το αντικείμενο (εάν υπάρχει) της μετοχής “αποκομίζουσα”
    β) τη σημασία της λέξεως “επιτομή”

    στις 23-5-2011  1:29 pm

  • 3. Απάντηση από Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος

    Άξιος!!!!!

    στις 23-5-2011  1:38 pm

  • 4. Απάντηση από Τυρταιος

    Με αφήνουν παγερά αδιάφορο τα curriculum
    του κ. Δούκα .
    Τουναντίον με ζεσταίνει η γραφή του , χωρίς
    να συμφωνώ με την άποψη “ο ελεύθερος στίχος
    έχει καθώς φαίνεται , εξαντλήσει τις δυνατότητες του”.
    Και αυτό , να σκεφθεί κανείς , πρεσβεύει ένας
    φανατικός ισομετρηστής-ριμαδόρος !

    στις 23-5-2011  4:36 pm

  • 5. Απάντηση από Κώστας Χρυσόγελος

    Κατ’ αρχάς δεν μου αρέσει καθόλου που κάποιοι σχολιαστές αρλουμπολογούν αντί να κρίνουν και να προτείνουν. Ειδεμή, ας φτιάξουμε όλοι οι λάτρες της λογοτεχνίας έναν ωραίο πύργο στην κορυφή ενός βουνού να τα λέμε μεταξύ μας. Κατά δεύτερον, μου αρέσουν πάρα πολύ κάποιοι στίχοι, ειδικά από το Zeitmaschine: Άσημα τα παράσημα, σαν κέρματα στον δρόμο /
    Βρήκε ο καιρός παράθυρα και μπήκε σαν τη σκόνη /
    Στην κλειδωμένη Ανατολή, στο Ζάγκρεμπ, στη Λειψία /
    Και στα διαμερίσματα, στις πολυκατοικίες /
    Τους πεθαμένους σκέπασε με χτεσινό σεντόνι

    Κάτι που με κούρασε όμως: Πολύ βαρυφορτωμένα τα ποιήματα σε σημεία. Η ανάγνωση πάνω από δύο ποιημάτων μου φάνηκε δύσκολη, κι αυτό αποβαίνει εις βάρος του ταλαντούχου, απ’ ό,τι διάβασα, νέου ποιητή. Συνέχισε έτσι και καλύτερα, Γιάννη!

    στις 20-4-2012  9:58 pm

  • 6. Απάντηση από Σπύρος Αραβανής

    Κε Χρύσογελε, να υποθέσω οτι το δικο σας σχόλιο εμπεριείχε ΄”κρίση και πρόταση”;
    Γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση οι σχολιαστές που κατηγορείτε, ήταν σαφείς και ξεκάθαροι ενώ το δικό σας σχόλιο στην ουσία δεν προσέφερε -όπως και η δική μου παρέμβαση τώρα- ούτε ένα εποικοδομητικό -θετικά ή αρνητικά- λιθαράκι.

    στις 21-4-2012  10:26 am

  • 7. Απάντηση από O Αλυσίδας

    Θα συμφωνήσω με τον κ. Αραβανή και θα επιχειρήσω να προσεγγίσω την “ουσία”.

    Το Προπ και οι Γέροι της Σιδώνος είναι δύο ενδιαφέροντα, πολύ, ποιήματα.

    Κάποια άλλα, παραδόξως (;), χωρίς καθόλου ποιητικό ρυθμό.Ίσως με τη συνοδεία μουσικής να λύνεται το πρόβλημα, αλλά στην ποίηση θα συνεχίσει να υφίσταται διαρκώς.

    Η αρχή είναι πάντως καλή και η συνέχεια μπορεί να γίνει ακόμη καλύτερη!

    Βαθμός:7

    στις 21-4-2012  3:25 pm

  • RSS για τα σχόλια του post.

    Θα ήθελα να μάθω τη γνώμη σας

    Η email διευθυνσή σας δεν εμφανίζεται στα σχόλια.