Δημήτριος Μουζάκης, Αυτάρεσκη Σιωπή, Ενδυμίων
Σίγουρα ένας νέος ποιητής πρέπει να αποδείξει πρωτίστως πως ξέρει να γράφει.
Ο Μουζάκης, ξέρει. Διακόσια (περίπου) ποιήματα και διαβάζονται σας διαβεβαιώνω όλα, με μια χρήση της ελληνικής που εγώ τουλάχιστον είχα να δω από την εποχή του νεαρού Βαρβέρη, η οποία από μόνη της τον ξεχωρίζει από τη χορωδία των συνομηλίκων του, και τον βγάζει έξω από τη γραμμή. Ένα βιβλίο που θα μας απασχολήσει για πολύ καιρό και θα πρέπει αν μην τι άλλο να προσέχουμε τις βιαστικές κρίσεις…Η προσωπική μου γνώμη είναι πως έχουμε να κάνουμε με ένα φυσικό φαινόμενο απʼ αυτά που συμβαίνουν σπάνια στο μίζερο πολιτιστικό μας στερέωμα.
Ο Δημήτριος Μουζάκης (γεν.1979) πρέπει να αισθάνεται πολύ μόνος τώρα πια…γιατί έτσι θεαματικά που ξέκοψε από τη γενιά του (πληρώνοντας το φόρο του στο “ποίημα” που βασανίζει τους συνομήλικους του αλλά και μεγαλύτερους…), θα πρέπει να αναζητήσει συνομιλητές σε άλλες εποχές, όπως ορθά (εν μέρει) επισήμανε ο Γιάννης Λειβαδάς: “Ο υποφαινόμενος καταφέρνει αναμφισβήτητα την επαναφορά μιας αίγλης που παρότι δεν αποτελεί πλέον εναλλακτική δυνατότητα, προσφέρει μια νέα, οξυγονωμένη διευθέτηση των εσωτερικών χώρων, όπου η προσωρινή αλλαγή και επαναφορά των ποιητικών στοιχείων στην σταθερή τους θέση, μπορεί να δονήσει προσωρινά τον αέρα στα δωμάτια των νεκρών δημιουργών, τα οποία όμως θα παραμείνουν τελικά ως έχουν. Τους νεκρούς πάντως τους λατρεύει. Το ίδιο με τους ζωντανούς.”
Ή να δημιουργήσει εξʼ αρχής το αναγνωστικό κοινό του.
Θοδωρής Ρακόπουλος, Φαγιούμ, Μανδραγόρας
“Οι φωτογραφίες πάντα εγκαθιστούν έναν τόπο νέκυιας. Ο Ρακόπουλος (γεν. 1981), επιλέγει σκηνοθετικά λεζάντες από απούσες φωτογραφίες. Το ποίημα σαν ίζημα λεκτικό φωτογραφίας. Το φαγιούμ ως τίτλος είναι μια επισήμανση ότι η φωτογραφία διασώζει την ίδια άποψη χρόνου με τα νεκρικά πρόσωπα. ( Η Μυθολογία του βλέμματος του Ράμφου, υπό το πρίσμα του Φωτεινού Θαλάμου του Μπαρτ ). Στην ταινία Καπνός ο Χάρβεϊ Καϊτέλ φωτογραφίζει από το ίδιο σημείο την ίδια ώρα την ίδια άποψη. Ο πολλαπλασιασμός των ασήμαντων και τυχαίων απόψεων κάνει το πράγμα αισθητικό.” (κατά Μίχο)
Υπάρχει κάτι γοητευτικό σ’ αυτή τη συλλογή που ξαφνιάζει ευχάριστα με την πρωτοτυπία του βλέμματος, το μοντάζ των εικόνων και της σύνταξης των λέξεων. Το πρώτο βιβλίο ενός νέου ποιητή πρέπει να επιβάλει στον αναγνώστη τη “φωνή” του, άμεσα κι επιτακτικά, χωρίς να του αφήνει περιθώρια να σκεφθεί πως θα μπορούσε να πει διαφορετικά το ποίημα. Το “πρώτο βιβλίο”, ως γνωστόν, είναι αυτό που θα έχεις τα λιγότερα να απορρίψεις, μετέπειτα. Ο Ρακόπουλος δείχνει πως μέτρησε τα βήματά του, τα ποιήματά του, και με τη σιγουριά του τεχνίτη μας είπε “γι’ αυτά τα ολίγα εδώ δεν πρόκειται να μετανοιώσω”. Η καλύτερη πρώτη εμφάνιση της χρονιάς, επειδή μας αρέσουν οι ποιητές που δημιουργούν ιδίωμα στη γλώσσα μας, με την πρώτη.
Κωνσταντίνος Μπούρας, Ελευθερίας Ανατολή, Μεταίχμιο
Τώρα είναι “καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί αύριο η ψυχή μας κάνει πανιά” (για να δανειστώ και πάλι στίχους από τον Γιώργο Σεφέρη). Γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας σε ένα σχόλιό του στο ΠΟΙΕΙΝ, και γι αυτό ακριβώς εκτιμώ το βιβλίο του και το ξεχωρίζω από τα πολλά και καλά αυτής της φετεινής σοδειάς. Εκεί που οι του ’70 πάσχουν από τη συγγενή “αφασία”, του χώρου που τους έθρεψε (βλέπε αμφισβήτιση, βλέπε γενιά Πολυτεχνείου, βλέπε τη ξανθιά να ποτίζει τα λουλούδια στο απέναντι μπαλκόνι), ένας νέος ποιητής (γεν. το 1962), αρθρώνει τα “λιγοστά του λόγια” και μας κερδίζει.
Ο Κωνσταντίνος Μπούρας έχει στο ενεργητικό του 23 τίτλους βιβλίων, αλλά πιστεύω πως γίνεται “ορατός” πλέον (ακόμα και γι’ αυτούς που ως τώρα “δεν τον έβλεπαν”), με το εικοστό τέταρτο που κρατάμε ανά χείρας, (μια επιτυχημένη σύνθεση από παλιότερα και καινούργια ποιήματα) ένας ύμνος στη μοναχικότητα του δημιουργού, η μόνη ικανή να τον καταστήσει πραγματικά ελεύθερο και να αρθρώσει το λόγο του με απόλυτη αδιαφορία ως προς τους επιβεβλημένους σίγουρους τρόπους γραφής: “Μέσα στην υδάτινη μονοτονία/Ξεπηδάει η πύρινη αγωνία/Ενός νούφαρου”
Το στοίχημα παίδες στην ποίηση παραμένει αναλλοίωτο εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια: να πεις με δικά σου λόγια το σήμερα. Ο Κωνσταντίνος Μπούρας μας το λέει.
Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Συμεών Βάλας, Μελάνι
Μια συλλογή που προκάλεσε ιδιαίτερες αναγνωστικές αντιδράσεις. Μια κατάκτηση του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου (γεν. 1980), που στοιχηματίζοντας στον σπασμένο λόγο, παραδίδει ένα κείμενο γρίφο που άλλους τους γοητεύει κι άλλους τους απωθεί. Αλλά, πάντα έτσι δεν γίνεται με τα έργα που παραβιάζουν τις αναγνωστικές μας συνήθειες;
Παραθέτουμε κάποια ενδεικτικά σχόλια που ακολούθησαν την ανάρτηση του στο ΠΟΙΕΙΝ (και μαρτυρούν τον ορίζοντα αναμονής που δημιούργησε ο Συμεών Βάλας):
“Ο Παπαντωνόπουλος είναι ντόκτους ποιητής, άρα θα πληρώσει διακείμενο πιο πολύ από άλλους.
Το ζήτημα είναι να μην εγκλωβιστεί στο διακείμενο, όπως κάποιοι της γενιάς του, εξωθημένοι από την αναμονή που δημιούργησαν μικρά ταλέντα της προηγούμενης γενιάς.
Η διακινδύνευση δεν είναι του κέντρωνα, αυτά είναι για να χαίρεται ο μονόφθαλμος τους τυφλούς του. Ανάγκη να πετάξεις τον αναγνώστη που υπήρξες στα σκουπίδια και να αφήσεις τη στιγμή να φέρει στην επιφάνεια τόπους αγαπημένους…
Το λεληθότος δημιουργείν που απαιτεί η ποίηση έχει παραβιαστεί και θα φάει πολλούς.” (κατά Μίχο)
“Ο Παπαντωνόπουλος είναι απαιτητικός με τον εαυτό του και με τον αναγνώστη. Ρισκάρει. Εξάλλου το νέο στη ποίηση που τόσο πολύ συζητιέται, δεν θα προκύψει από το τι λέμε αλλά από το πώς το λέμε. Ο Παπαντωνόπουλος έχει κάτι να πει με τρόπο που ξεχωρίζει κι ας μην μας προσφέρεται τόσο εύκολα από την πρώτη ανάγνωση.”
“Γεγονός παραμένει, πάντως, ότι η ατμόσφαιρα αυτή μεγιστοποιεί τις απαιτήσεις… κι από ένα απόσπασμα, μόνο την πρώτη γεύση μπορεί κανείς να κρίνει. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σημεία που υπογράμμισε ο κ. Ρεούσης κι ίσως ορισμένα ακόμη (”Εγώ, ο Βάλας Συμεών, πέτρα σκληρό που ξέσπασα από τα σπλάχνα της μητέρας μου πριν είκοσι εννέα έτη”… πολλά υποσχόμενη προγραμματική δήλωση).” (κατά Μουζάκη)
Tristan Corbiere, Άνθρωποι της Θάλασσας/Gens de Mer, δίγλωσση έκδοση Γαλλικά-Ελληνικά, Απόδοση Νίκος Χειλαδάκης, Εκάτη
Χειμώνα του 1970 ο Νίκος Χειλαδάκης (γεν.το 1952), σε ηλικία 18 ετών, ακούει για πρώτη φορά τον Κωστή Νικολάκη να του απαγγέλλει ένα ποίημα του Τριστάν Κορμπιέρ σε ελληνική μετάφραση, και μένει καταγοητευμένος. Από τότε πέρασαν σαράντα ολόκληρα χρόνια, και το 2010, είχαμε τη χαρά να κρατάμε στα χέρια μας αυτό το βιβλίο, με μεταφράσεις των ποιημάτων (μια δημιουργική μετάφραση, σαν το είδος των ποιητικών μεταφράσεων που μας διδάσκει χρόνια τώρα ο Γιώργος Κεντρωτής): με απόλυτο σεβασμό στο μέτρο και τη ρίμα του πρωτότυπου.
Έργο ζωής λοιπόν, το συγκεκριμένο βιβλίο ή αν θέλετε η εκπλήρωση ενός τάματος.
Νίκο Χειλαδάκη, σαπώ: κράτησες την υπόσχεσή σου και σ’ ευχαριστούμε γι’ αυτό.















Αυτό κι΄ αν είναι αντίδωρο….. Ψάχνοντας για το πλήρες γεύμα στον ΙΑΝΟ, εύχομαι πολλαπλά υγειές το ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ.
Ευχαριστούμε τον Σωτήρη Παστάκα για τις εξαιρετικές επιλογές του.
Με αφορμή τα παραπάνω παραθέτω ενδεικτικά:
Η συλλογή “Φαγιούμ” του Θ. Ρακόπουλου συνομιλεί με τους νεκρούς του Χ.Μπότσογλου και κυρίως με τη σειρά του “Νέκυια”. Τα όρια των “δύο” κόσμων είναι ρευστά και το ποίημα “επιφάνια” δείχνει προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. παρακάτω).
http://critiquegolitsis.blogspot.com/2010/04/2010_30.html
Η ποίηση του Ρακόπουλου, στατική και εκρηκτική ταυτόχρονα, πονώντας ασπρόμαυρα σαν άλλη φωτογραφία, απλώνει τον κόσμο και τον πόνο και απλώνεται. Ουρλιάζει βουβά και βουβαίνει.
Βιογραφώντας τον θάνατο μιλάει για το πεπερασμένο του ανθρώπου. Κλαίει τους ζωντανούς ως ήδη νεκρούς και συνομιλεί με τους νεκρούς οικειοποιώντας την ύπαρξη που γλιστράει σχεδόν πάντα σαν ξένη.
Μια ποιητική-εικαστική-φωτογραφική κάθοδος στον Άδη ή αλλιώς ένα ανακάτεμα των ζωντανών και των νεκρών σε έναν τόπο λευκό, άλλοτε αστικό και άλλοτε υπαίθριο, που τυφλώνει.
Με δύο λόγια, η «επιφάνια» είναι ένα από τα πιο σημαντικά και ιδιαίτερα ποιήματα που έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική γλώσσα και το σύνολο της συλλογής, σύνθετο και πυκνό, απαιτεί διαρκείς αναγνώσεις. Σημαντικός ποιητής ο Θ. Ρακόπουλος.
Η ποίηση του, καθώς και ο ίδιος -ως ποιητής και άνθρωπος- όχι απλά φωτίζουν κάποιες αποχρώσεις της ύπαρξης, αλλά γίνονται -η ίδια η ποίηση του καθώς κι ο ίδιος ο ποιητής και ο ποιητικός του τρόπος- αποχρώσεις της.
Δεν συναντιούνται παρά σπάνια οι άνθρωποι, καθότι είναι ετεροχρονισμένοι. Με τον κ. Ρακόπουλο αξίζει να θυσιάσει κανείς πολλά προκειμένου να συγχρονιστεί.
επιφάνια
Στάθηκε λοιπόν μπροστά
με το πνευμόνι του διαμπερές
κι ένα μπουκάλι χωρίς πώμα
ή μέσα μήνυμα
με την αμηχανία του ακάλεστου
στο κατώφλι κυριακάτικα
όταν όλες οι κάβες έχουν κλείσει
«ρε Πάνο» του είπα, «από το χώμα έρχεσαι και μου μυρίζεις
σαν όταν έσκαβες χωράφια˙ ο ίδιος˙ κόπιασε».
εκείνος δεν απάντησε- ούτε καν φαίνονταν
να έχει καταλάβει˙ με κοίταζε αργά στο στήθος
σαν να ψάχνει τους υπότιτλους
κι έβγαζε ένα μαντήλι συνέχεια κόκκινο
σκουπίζοντας την ευφυΐα στάλα στάλα από το μέτωπο.
Δεν ήτανε στην γλώσσα ο Πάνος.
Δεν «τόʼχε» που λέν οι γλωσσοπλάστες.
Σε μια μαύρη φωτογραφία ήτανε, χωμένος στο παλιό του ρούχο.
σημ: αυτό το ποίημα βγήκε με αναμμένο το αλάρμ
μόλις προσπέρασα έναν που σου έμοιαζε ρε Πάνο
ακίνητος στο αεράκι του αμπελώνα
με το πουκάμισό του καπνισμένο
λογάριαζε την αριθμητική των πουλιών.
Θοδωρής Ρακόπουλος, Φαγιούμ, εκδ. Μανδραγόρας, 2010, σελ. 13.
Καλή ποιητική χρονιά σε όλους.