Πόνος κωφάλαλος

 

Υπάρχει ένας πόνος

διακριτός από τους άλλους

κάτω από το δέρμα

σαν μόρφωμα ασταθές.

Τα όριά του αλλάζουν

ανάλογα με το κλάμα,

με τη φλέβα που πετάγεται στο κρόταφο,

με τον αριθμό των δακρύων.

Αλλά να μην  ξεχάσω

το χειρότερο  είναι το κλάμα το βουβό,

κλάμα βουβό, πόνος κωφάλαλος,

τον ψηλαφείς με τα χέρια σου

μα πουθενά στον κόσμο δε διδάσκεται η νοηματική του.

 

Τη σιωπή του τώρα την ακούμε και οι δύο

σαν κάτι που ακούγαμε από πάντα

όπως αυτοί που ναι κωφοί από γεννησιμιού.

Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε

και συνεχίζουμε να μιλάμε,

ο καθένας μόνος του.

Καμιά φορά κοιταζόμαστε  από ατύχημα

χωρίς να το θέλουμε.

Μέσα στη σιωπή τελικά

κανείς δε θέλει κανέναν.

`

*

Θερισμός

Σε πάγωσα

κι ας έβραζα ολόκληρη κοντά σου

σαν ξάπλωνα.

Σε ράγισα

κι ας πρόσεχα τον τρόμο των  χεριών μου

σαν σ’ έπιανα.

Σε χλώμιασα

κι ας έπαιρνες κατάσαρκα το φως

σαν σ άφηνα.

Σε άδραξα

κι ας μου γλιστρούσες απ τις χούφτες

κρατήθηκα.

Σε έσπειρα

με νύχια και με δόντια

περίμενα.

Σε θέρισα

κι ας ήταν ο χειμώνας σου βαρύς

το έκανα.

Μετάνιωσα

κι ο θερισμός πίσω δε γυρνά

Με τίποτα.

Με έσπειρα.