Tριαντάφυλλα

Ήταν τα μάτια μου μισάνοιχτα, ίσως γιατί φοβήθηκαν το πρώτο το
σκοτάδι ή για να αντισταθούν στο πρώτο-πρώτο φως.
Είδα τότε στα χέρια μου τα τρία τριαντάφυλλα
το ένα Μπλε, το άλλο Κόκκινο, το τρίτο Μαύρο.

Το Μπλε χάιδεψε το μέτωπό εδώ που παίζει δοξαριές η λογική,
τις παρειές όπου ανθίζει η παπαρούνα του έρωτα του οδηγητή,
άγγιξε το λαιμό μου απ’ όπου βγήκε το α! και το ί.

Το Κόκκινο κάθισε βιαστικά πίσω απ’ το αυτί, στόλισε τα μαλλιά μου
και σαν έτοιμο άνθρωπο μ’ έβγαλε στο σεργιάνι,
για να απαντήσω το άγνωστο την διδαχή του κόσμου.

Στο Μαύρο έχωσα την μύτη μου, να βρω την μυρωδιά του.
Ακόμα ψάχνω.
Έχει την βελουδένια την μαυρίλα του δικού μας εαυτού,
το αρχαίο βάθος του θανάτου, το πάθος του ανερμήνευτου,
την γλύκα που ξεφεύγει.

Πού να ‘ναι άραγε η αρχή τους, πού μας τραβούν;
Τί γέννησε τις μυρωδιές; Γιατί το Μαύρο είναι Μαύρο;
και είν’ πιο κοντά με την ψυχή, τόσο αλαφρές που είναι;