`

Πρώτη νύχτα της άνοιξης
[Prima note di primavera]

Πεθαίνει κάτι, γεννιέται κάτι,
τη στιγμή που μια βροντή θρυμματίζει
το απόγειο της νύχτας, αναγγελία
άνοιξης ξαφνική που τον ύπνο διακόπτει…

Γενεές επί γενεών,
άνθρωποι ηττημένοι, άνθρωποι ανυψωμένοι
μες στην έπαρση των συμφορών τους, αιώνες
μεστοί από πόνο ο ένας στον άλλο μέσα,
σε μια μόνο ταλαιπωρία, σʼ ένα σημείο μονάχα
όλοι πιέζονται, στριμώχνονται∙ και στενάζει
και τρίζει από αρμό σʼ αρμό η γέφυρα
καθώς σκοτεινιάζει μέχρι το έσχατο βάθρο:
το δέντρο τεντωμένο απʼ τη ρίζα ως τον καρπό.

Tο χέρι αγγίζω κει που πονά: ακούω.
Η πρώτη νύχτα της άνοιξης, πρησμένη
χάσκει ανάμεσα σε ό,τι είναι και σʼ ό,τι γίνεται.

`

*

Μεταξύ νύχτας και μέρας
[Tra notte e giorno]

«Ποιος τόπος είναι τούτος;», μουρμουρίζει κοιμισμένα ο σύντροφος
ξαφνισμένος απʼ το ταρακούνημα
του τρένου που σταμάτησε σʼ ανοιχτή γραμμή.
«Κάπου στο δρόμο για την Πίζα», αποκρίνομαι
ενώ κοιτώ μες στη βαθιά γκριζάδα, το βιολετί-
σταχτί των βουνών να το τυλίγει της ίριδας το χρώμα..
Ένας σταθμός στο μακρύ πηγαινέλα
απʼ το σπίτι στο ύπαιθρο, απʼ το καταφύγιο στο ευρύ πεδίο,
συλλογίζομαι∙ κι έχω στο νου μου κείνον
που συχνομιλάει για τη ζωή μας
όπως για τον αγώνα ενός παράξενου ζώου,
ανάμεσο μυρμήγκι και τυφλοπόντικα.
Και θα πρέπει ακόμα να ʼναι και μια σκέψη
παρόμοια με τούτη
που φέρνει ένα χαμόγελο
ένοχο στα χείλη
κείνου που ʼχει το πρόσωπο στο κάθισμα στραμμένο τούτη την αυγή.
Να πεθάνεις ή να υποκύψεις στο ζυγό
της φαυλότητας του είδους μας: αυτό διαβάζω
σε τούτο το πρόσωπο το άπληστο και δουλικό,
που ʼχει πίστη στης ψυχής την καλοσύνη
και, γιατί όχι, στην επανάσταση που είναι -αδυσώπητη- επί θύραις.

«Ακόμα κι εσύ είσαι στο κόλπο,
κι εσύ κουβαλάς πέτρες
κλεμμένες απʼ τα ερείπια
για τους τοίχους του κτίσματος», σκέφτομαι∙
και συλλογίζομαι μια αγάπη μεγαλύτερη απʼ τη δικιά μου,
που να νικά τούτη την απέχθεια,
μαζί με μια σοφία πιο τέλεια, που το καλό φέρνει –
και για το καλό κλείνει το μάτι στο χαλασμένο και το σάπιο.

Φεύγει φλόγα από χελιδόνια,
σαϊτεμένη απʼ τη βροχή∙
ανεβαίνει, σβήνει
του σταθμάρχη η κραυγή, καθώς δίνει το σήμα
στην πομπή που απόμεινε νωθρή μες στο παχύ γρασίδι.

«Πρέπει να ωριμάσεις: να ωριμάσεις σε αγάπη
και σοφία», με προστάζει το πρόσωπο αυτό
το παραμορφωμένο, που ιδρώνει σε τούτο το φως αβέβαιης μέρας.

`

*

Έρωτας Απρίλης
[Aprile – Amore]

Θανάτου σκέψη με συνοδεύει
ανάμεσα στους δυο τοίχους του δρόμου τούτου που πάει
με κόπο καθώς καμπυλώνει. Το κρύο
της άνοιξης τα χρώματα ερεθίζει,
ξαφνίζει το γρασίδι και τις γλυσίνες, κάνει το χαλίκι
πιο τραχύ∙ μες από κάπες και παλτά
τρυπά τα ξεραμένα χέρια, ένα ρίγος φέρνει.

Εποχή που πονά και πόνο δίνει, εποχή
που σε στρόβιλο δροσιάς φέρνει λουλούδια
μαζί με οπτασίες φριχτές∙ κι η καθεμιά,
καθώς αναρωτιέσαι τι να ʼναι, σβήνει
γρήγορα μες στη σκόνη και τον άνεμο.

Το μονοπάτι οδηγεί σε μέρη γνώριμα
που αν δεν είναι της φαντασίας
σημαίνουν εξορία και θάνατο.
Συ που είσαι, εγώ που ʼχω γίνει
-καθώς πλανιέμαι σε τέτοιο τόπο ανεμισμένο-
άνθρωπος που ακολουθεί χνάρι αχνό κι αδύναμο!

Είνʼ απίστευτο πως σε ψάχνω σʼ αυτόν
ή σʼ άλλο τόπο πάνω στη γη, όπου
θα είναι αρκετό αν μπορέσουμε νʼ αναγνωριστούμε.
Μα είνʼ ακόμα η εποχή, η δικιά μου εποχή
που απʼ τους άλλους περιμένει
κείνο που ʼναι μέσα μας – ή δεν υπάρχει.

Η αγάπη μάς βοηθά να ζούμε, νʼ απαντέχουμε,
η αγάπη ακυρώνει και δίνει μιαν αρχή. Κι όταν
ένας υποφέρει ή ξέψυχα ελπίζει -αν τυχόν ελπίζει-
πως μια βοήθεια αγγέλλεται από μακριά,
τότε είναι μέσα του μια ανάσα αρκετή για να τον αναστήσει.
Τούτο το ʼμαθα και το λησμόνησα χίλιες φορές∙
τώρα από σένα μου επιστρέφει ξεκάθαρο,
τώρα έχει ζωντάνια κι αλήθεια.

Ο δικός μου ο κόπος είναι νʼ αντέξω πέρα από τούτη τη στιγμή.

`

********************************************************

`

Ο Μάριο Λούτσι υπήρξε ένας από τους νεότερους εκπροσώπους της «ερμητικής» ποίησης, που κυριάρχησε στην Ιταλία κατά τον Μεσοπόλεμο. Το νεανικό έργο του έχει επίσης ρομαντικές επιδράσεις, ενώ κατά την ωριμότητά του (από τη δεκαετία του 1950 και εξής) ακολουθεί έναν προσωπικό δρόμο, όπου η μελαγχολική και μεταφυσική διάθεση συνδυάζεται συχνά με έναν ιδιόμορφο ποιητικό ρεαλισμό. Το ποιητικό του έργο, που συνεχίζεται μέχρι την αυγή του 21ου αιώνα, είναι εκτενέστατο, ενώ ο Λούτσι προτάθηκε επανειλημμένα για το Βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Στα ελληνικά έχει εκδοθεί ένας τόμος με ποιήματά του, ενώ συμμετοχές του υπάρχουν και σε ανθολογίες. Πάντως, από όσο γνωρίζω, τα συγκεκριμένα ποιήματα δεν υπάρχουν σε καμιά ελληνική έκδοση σε τόμο, αν και είναι από τα πιο δημοφιλή και υποβλητικά ποιήματα του Λούτσι.