`
`
Ο «Ιππότης του Ρόδου» είναι μια κωμική όπερα (opera buffa) σε τρεις πράξεις, που έκανε πρεμιέρα στη Δρέσδη το 1911 και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο αντίποδας στο δραματικό ρομάντζο Τριστάνος και Ιζόλδη του Richard Wagner. Στη Βιέννη, την εποχή της αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας, η αριστοκράτισσα Μαρσαλίν, μετά από μια άγρια νύχτα με τον κατά πολύ νεώτερο εραστή της, Οκτάβιαν, συνειδητοποιεί τη διαφορά ηλικίας και αποφασίζει να τον διώξει. Εκείνη ακριβώς την ώρα δέχεται επίσκεψη από τον ξάδερφό της, βαρώνο Οξ, ο οποίος θέλει να στείλει ένα ασημένιο ρόδο στη νεαρή μνηστή του Σοφί, ως ένδειξη αφοσίωσης. Ο Οκτάβιαν, μεταμφιεσμένος σε υπηρέτρια, για να αποφευχθεί τυχόν σκάνδαλο, αναλαμβάνει τον ρόλο του διαμεσολαβητή. Οι δυο νέοι συναντιούνται τελικά και ερωτεύονται. Όταν μια αγάπη πεθαίνει, μια άλλη γεννιέται, είναι η ιδέα που κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος του έργου. Στις κορυφαίες στιγμές αυτής της όπερας ανήκει το απόσπασμα που ακολουθεί, ο μονόλογος της Μαρσαλίν στο τέλος της 1ης πράξης.
`
ΜΑΡΣΑΛΙΝ:
Αργά ή γρήγορα!
Πως πληγώνουν τα λόγια…
Βασικά, ο χρόνος, μικρούλη, ο χρόνος
δεν αλλάζει τα πράγματα.
Ο χρόνος είναι κάτι παράξενο.
Όσο ζεις μες στον χρόνο, δεν τον αντιλαμβάνεσαι.
Αλλά έρχεται η στιγμή
που τον νιώθεις πέρα για πέρα:
βρίσκεται γύρω και μέσα μας,
κυλά στα πρόσωπα, κυλά στον καθρέφτη,
στους ύπνους μου στάζει.
Κι ανάμεσά μας κυλά.
Βουβά, σαν κλεψύδρα.
Ω μικρούλη!
Κάποιες φορές τον ακούω να κυλά ασταμάτητα.
Είναι στιγμές που μες στη νύχτα ξυπνώ,
και σταματούν τα ρολόγια.
`
ΟΚΤΑΒΙΑΝ:
Θησαυρέ μου πολύτιμε,
γιατί θες να πληγώνεσαι;
`
ΜΑΡΣΑΛΙΝ:
Όμως δεν πρέπει να φοβόμαστε τον χρόνο.
Είναι κι αυτός δημιούργημα του Ύψιστου,
του Πλάστη μας.
`
ΟΚΤΑΒΙΑΝ:
Σαν ιερέας μιλάς σήμερα.
(αμήχανη σιωπή)
Μήπως αυτό σημαίνει
πως δεν πρέπει πια να σε φιλώ,
και να σου κόβεται η ανάσα;
`
ΜΑΡΣΑΛΙΝ:
Μικρούλη, πρέπει να φύγεις τώρα,
να μ’ αφήσεις…







