Παρουσιάζουμε σήμερα στο ΠΟΙΕΙΝ ποιήματα από τη δυσεύρετη ποιητική συλλογή του Άλκη Αλκαίου, «Εμπάργκο», η οποία κυκλοφόρησε το 1983 από τις εκδόσεις «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΝΕΑΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ»

Α’
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΠΑΓΟΥ
Στον πατέρα μου

 

ΑΡΑΤ’ ΑΘΕΜΑΤΑ

Μες σε πανάθλιες καιρικές συνθήκες
Ο Φοιβίδας ο Λακεδαιμόνιος ενώ
Το στρατό στη Σπάρτη οδηγούσε
Και μες από τη Θήβα πέρναγε
Γιουρούσι εσάλπισε ανέντιμο και την Καδμία
Ακρόπολη της Θήβας εκυρίευσε
Μα σαν στη Σπάρτη τα κακά μαντάτα εφτάσαν
Σφόδρα οι Λακεδαιμόνιοι εταράχτηκαν
Και δίχως την παραμικρή χρονοτριβή
Μες σε πανάθλιες καιρικές συνθήκες
Τον Φοιβίδα απ΄το Στρατό ανακάλεσαν
Τιμώντας τον μ’ εξάμηνη διαθεσιμότητα
Την καδμία των Θηβαίων την Ακρόπολη
Εκ παραδρομής εκράτησαν δική τους

Βρέχει στην Ελλάδα ασταμάτητα
εδώ και δυόμισυ χιλιάδες χρόνια.

ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΤΡΑΙΑΝΟΥ

Φυσάει απόψε στο παληό Βυρσοδεψείο
Και τα παράθυρά μας ανοιχτά
Ηχούν ακόμα σαν κακό κακόγουστο αστείο
Τα τελικά σου λόγια τα ζεστά

Τούτο το τρεχαντήρι πού τραβάει
Δεν ξέρω Αλέξη- μαχαιριά εαρινή
Μ’ ανάμεσα μεσάνυχτα κι αυγή
Τρίαινα μαύρη η Χαλκιδική
Μες στα πιστά της δόντια μας κρατάει

Τώρα μ’ άσπρα χέρια ηλεκτροφόρα
Ανάβεις σιωπηλός σημαίες μυστικές
Κι η Σαλονίκη αναμετράει την ώρα
Που θάρθει να μας γιάνει τις πληγές

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
«Τί το ορώμενον θέαμα
Τισ η παρούσα κατάπαυσις»

Τόσον πόνο περπάτησα για ν’ απατηθώ
Και τα μύρα του έρωτα έγιναν νερό
Δε σε ξέρω δε γνώρισα ούτε το κορμί Σου
Κι από τον ξένο είσαι πιο ξένος τρεις φορές

Το χιτώνα Σου μου άρπαξαν σε καλή τιμή
Μπεχλιβάνηδες έμποροι της Ανατολής
Τα νομίσματα δεν ξέρω τι να τα κάνω
Πτώχευσαν τα μαγαζιά στη Σωζόπολη

Στο κρεββάτι Σου ξάπλωσα και μερίζομαι
Σε νοήματα απρόσιτα σε γυμνό οφθαλμό
Να ‘ρθυν τύμπανα και μουσικές να ορθρίσουν
Να ‘ρθουν οι Φονιάδες μου να τελειωθούν

ΧΟΑΝΗ
Στον Ζ.Ι. Ντίνο

Χτες έλεγα:
Στο ‘να μου χέρι η καρδιά σου
Και τ’ άλλο ΄χερι μου φρουρός
Μην τήνε πάρει ο άνεμος

Απόψε λέω:
Να στήσω καρτέρι στο Σταυροδρόμι
Κι αν κάνει και φανεί
Η ακατάδεχτη η Άνοιξη
Να τήνε φτύνω κατάμουτρα
Μέχρι να σωθεί το σάλιο μου

Β’
ΕΚΔΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΜΗ
Στον Θάνο Μικρούτσικο

 

COMITIA CYRIATA

Μες στα comitia curiata ωραία περνάνε
Κι οι δαρδανάριοι το forum ξεπουλάνε
Ποιος θα πει πως αδικήσανε κανένα;
Sine lege nullum crimen nulla poena!

Μα τον ύπνο τους χαλάνε δράκοι δέκα οργιές
Κουρελήδες γυρολόγοι άμυαλοι ποιητές
Ποιος θα πει πως αδικήσανε κανένα;
Sine lege nullum crimen nulla poena!

IPSE DIXIT

-Galileo Galilei
Σ’ εξορκίζω ο Πάπας κλαίει
Άσε ήχυχα τα ουράνια
Κι εύκολη είναι μια μετάνοια

-Ο Ιεροεξεταστής μου
Θε να γίνει μαθητής μου
Μη φοβάσαι τη φουρτούνα
Jam fuerunt signa in luna!

FRANCOIS VILLON

Οι λεγεώνες διάβηκαν σε θριαμβική πομπή
Βωδάμαξες ιππάρια τροπαιοφόροι αγγέλοι
Στην παγωνιά του Μορφωκόν οι δρόμοι είναι αδειανοί
Τους κοπετούς σου ποιος κοιτάει ποιον η ζωή σου μέλει

Ήλιος φαφούτης ξεμυτάει πάνω απ΄την Προβηγκία
Μαντάτο στέλνει στα παιδιά κι ένα κρύο φιλί
Θα σου σφυρίξω στα κλεφτά στην πρώτη ευκαιρία
Οι τσιριμόνιες πως περνούν στου ρήγα τη βουλή

Παραμιλάνε οι Φρυκτωροί με τα γυμνά τους ξίφη
Κι οι δούλοι πια στον κύρη τους δεν κράζουν Ωσαννά
Στο ικρίωμα που θα σε παν οδύρονται τα στίφη
Τέτοιο κακό για ένα ληστή δε γίνηκε ξανά

Το Ιωβηλαίο αρχινάει τελειώνει ο βραχνάς
Ψευτιές κι αλήθειες πνίγονται σ’ ένα συχωροχάρτι
Ποιος ήταν η Φάλαινα και ποιος ο Ιωνάς
Φρανσουά Βιγιόν πικραδελφέ κανείς δε θα το μάθει

Γ’
ΕΜΠΑΡΓΚΟ
Στον Κωστή Μοσκώφ

 

ΜΕΣ ΤΟ ΧΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΜΑΓΙΟΥ

Στο φόρτε οι μηχανές την ώρα που γελάς
στο φόρτε οι μηχανές την ώρα που φωνάζεις
ανατριχίλα του κοσμάκη, μη μιλάς
στο μακελειό το ομηρικό που ωριμάζεις.

Γρηγορείτε, κελιά, μες στο χημείο του Μαγιού!

Χέρσα μου μάτια, τί αλκοολικός καιρός
με Βάγκνερ νανουρίζονται οι πρεζονόμοι
κι όλο ρωτάνε αν είναι νόμος φυσικός
να κάνει ο Χικμέτ διαδήλωση στη Ρώμη.

Γρηγορείτε, πουλιά, μες στο χημείο του Μαγιού!

Τώρα μαθαίνεις στο Ικόνιο αποκλεισμένος
ποιοί σαμποτάρουν με καλώδια το κορμί σου
πατριωτάκι, τρώει τα νύχια ο ανακριτής σου
κι είναι το ίδιο αγέλαστος και γελασμένος.

Γρηγορείτε, παιδιά, μες στο χημείο του Μαγιού!

ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟ

Η νύχτα είναι μαγική
πέφτει στον ουρανό ένα αστέρι
μια μυστική θα κάνω ευχή
(Αλίκη τι κρατάς στο χέρι)

Ένας διαβάτης προσπερνά
κι απ’ το τραγούδι του μαντεύεις
πόσο τρελά την αγαπά
(Αλίκη πού να ταξιδεύεις)

Τρέχει η σελήνη η μικρή
μες στους αιθέρες σαν ελάφι
δρόμο να κάνει έχει μακρύ
(Αλίκη δώσ’ μου το ξυράφι·)

Η νύχτα φευγει μοναχή
κι ο ραγισμένος μας καθρέφτης
σού λέει με παγερή φωνή
Αλίκη στο κενό μην πέφτεις

ΤΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΜΕΛΑΝΩΜΑ

Μνήμη Νίκου Πουλαντζά

Σε παίρνει για ταξίδι μια σειρήνα
και μια πικρία μας ματώνει ανείπωτη.
Tη σκοτεινή σου μελετάμε πείνα
καχύποπτοι, ανύποποι και ύποπτοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά,
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Τα ναύλα μου πώς ν’ αγοράσω
τώρα που απόμεινα στον άσσο.

Στο μέτωπο τριγύρω στις ραβδώσεις
μια μύγα παίζει ως κορασίδα άπορη.
Οι φίλοι σ’ επισκέπτονται με δόσεις
παράφοροι, ανυπόφοροι κι αδιάφοροι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά,
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Απόψε πρέπει να προφτάσω
γιατί αύριο θε να σε χάσω.

Ιωνικές κολώνες σε μαγκώνουν
και σου χαρίζουν τιμωρία άδικη.
Σ’ αυτή την άσπρη πρέσσα δε γλιτώνουν
διάδικοι, υπόδικοι, κατάδικοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Τα ναύλα μου δε θα αγοράσω
γιατί απόμεινα στον άσσο.

Μέχρι να αρχίσεις, μέχρι να τελειώσεις
το πρόσωπό τους αποστρέψανε άφωνοι
οι φίλοι και γελούν στις συγκεντρώσεις
μεγάφωνοι, μικρόφωνοι, παράφωνοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα φτάνουν φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Κι εγώ απόψε θα σε χάσω
και αύριο θα σε ξεχάσω.

ΓΡΑΜΜΑΓΡΑΦΙΑ

Το μπάντζο σφίγγανε στα χέρια οι μιγάδες
δέκα ρεπόρτερ καταγράφαν τα συμβάντα
πριν στο χορό τους μας τραβήξουν οι μαινάδες
οι ανεμώνες μας βρεθήκαν μείον σαράντα.

Πού πας χλομός καλέ μου Μιγκέλ
γέμισε ο τόπος κίτρινες τουλίπες
και στην πλατεία Χόρχε ντ’ Αλβαράδο
περιπολούν δεινόσαυροι και γύπες.

Ο σεισμολόγοι στο Παλάσιο Νασιονάλ
τα βάζανε με τους κρατήρες της Σάντα Άννα
φοράς σομπρέρο κι έχεις πρόσωπο οβάλ
κι ούτε που πρόλαβες να παίξεις στην αλάνα.

Πού πας γυμνός καλέ μου Μιγκέλ
γέμισε ο τόπος με κηλίδες απουσίας
τις τεφροδόχους κλείσαν σε κρυφή σπηλιά
και μας πουλάν ενέσεις ευθυμίας.