Λευκός πύργος

Μαύρα πουλιά πετούν
γύρω απʼ το λευκό πύργο
παιδιά μπαινοβγαίνουν
με χαρούμενες φωνές
να θαυμάσουν
τα βυζαντινά ευρήματα
Απʼ έξω κορνάρουν αυτοκίνητα
και στο βάθος ένα καράβι
γεμάτο τουρίστες
διασχίζει τη θάλασσα
Βαθιά από τους τοίχους
με τις μεγάλες πέτρες
ακούγονται οιμωγές
των βασανισμένων
και εκτελεσμένων
στον ίδιο πύργο
τον πύργο του αίματος

Νυχτερινό

Το καπέλο ένα άδειο πρόσωπο
Το παλτό ο κρεμασμένος εαυτός μας
Η ομπρέλα το μαύρο χέρι της νύχτας
Απόψε όλα μου δείχνουν την απουσία
Ένα πιάνο ακούγεται στη σιωπή
Δάχτυλα κινούνται αόρατα
η μελωδία με πλημμυρίζει
Ένα κομμάτι ξύλο
με μαγικές χορδές
μπορεί να με ενώσει
με το σύμπαν
που είναι το κενό
αυτή η λέαινα
που παραμονεύει
στο σκοτάδι
και κινεί τα πλήκτρα

Στο λιμάνι

Το κύμα σπάει στην προβλήτα
λούζει τους γλάρους
που αρπάζουν ψάρια
με κάθετες εφορμήσεις
Πίνουμε καφέ ακούγοντας μουσική
οι ράγες χορταριασμένες
οι δρόμοι δεν οδηγούν πουθενά
Τραγούδια αντηχούν στο καλντερίμι
οι γερανοί σιδερένιοι δεινόσαυροι
εκτός τόπου και χρόνου
Η πνιγμένη χορεύει στα κύματα
Δυό μάτια με κοιτάν στην αφίσα
έκθεσης ζωγραφικής
Σώματα δυνατά
κουβαλάνε σακιά στα καράβια
εικόνα άλλης εποχής στην ομίχλη
Απέναντι ο Όλυμπος
η κορυφή του κόσμου
για μένα ένα ποτήρι παγωτό με σαντιγί
σε μοναχικό τραπέζι
Δεν ξέρω τι θα συμβεί στο μέλλον
κοντά μου απόμεινε μονάχα ένα δέντρο
κι η παραλία αργά ή γρήγορα
θα αλλάξει όπως όλα

Παρέλαση

Χειροκροτήματα φωτογραφίες βλέμματα
θαυμάζουν τα νιάτα
την ομορφιά τη δύναμη
Πίσω από τα πόδια τους
πίσω από τη γυρισμένη τους πλάτη
κάτω στο πεζοδρόμιο
ένας άνθρωπος τρέμει
με κομμένα πόδια χέρια
και καμένο πρόσωπο
ίσως είναι νέος κι αυτός
κανείς δεν το ξέρει
κανείς δε τον κοιτάζει