Ερημώνει η ποίηση το πρόσωπο μου
Ερημώνει η ποίηση το πρόσωπο μου
Άλλοτε εσήμαινε ουρανό το μπλε του χρόνου
Τα λόγια ξεκλειδώναν μουσικές
Καρφιτσωμένη στα φυλλαράκια των δέντρων
αμίλητη στραφτάλιζε η νεότητα
και απερίγραπτη
Άχ δε μιλιέται αυτό το ποίημα
διακλαδώνεται
στα κλάματα που το γέννησαν-
εκείνη τη μέρα ήταν σίγουρο
πως θα χιόνιζε
και θα τα σκέπαζε όλα
πα πατημένα μεγάλα τίποτα
……..τότε ο Άγγελος
Θα ξαναφέρω πίσω το ρυάκι
μου αποκρίνεται τότε ο Άγγελος
Τον ουρανό που έφυγε
κατάκοπος και οργίλος
Τώρα που τα έπιπλα βλέπουν παράξενα όνειρα
πως τα ʼχουν πάρει από πίσω οι ξυλοκόποι
Τώρα που οι φωνές των παιδιών γίναν
χασμουρητά γερόντων
Θα ξαναφέρω πίσω το ρυάκι
Τώρα που σπάσαν τα φράγματα των αιώνων
κι από κάτω
μυρίζει όμορφα το χώμα
Βροχή Φυσούσε
Βροχή φυσούσε
στʼ ανοιχτά του ονείρου
Πρώτοι περνούσαν οι πεθαμένοι
ακολουθούσαν τα ερείπια της νέας εποχής
Αχρείαστος να ʼσαι, θεέ μου,
μονολογούσε η Ηγουμένη με φριγμένο στόμα
και σαρώνοντας πίσω της
την κάθοδο των καιρών
Σκοτάδι φύλλα στα βλέφαρα μου
στα δάχτυλα μου σκοτάδι φύλλα
Κι αυτό που σαν ρίγος ερχόταν,
φεύγοντας ερχόταν
δ΄
Μεσʼ στον καθρέφτη
εμφύλιοι σπαραγμοί.
Μα έλα απόψε Βύρων να σου πώ
που μεσʼ στο οβάλ μιας ραϊσμένης χάρης
είδα τη μάνα σου παιδούλα
πίσω απʼ την πόρτα με μια κόκκινη ποδίτσα
σαν πεταλούδα να ʼμοιαζε
καθώς ξεκουμπωνε το πουκάμισο της
να ρεμβάσει
(επιλογή: Βάκης Λοϊζίδης)











*
Όσο περισσότερο
την έσπρωχνε να τον εγκαταλείπει,
τόσο πιο απίστευτο γινότανε το παρελθόν
Τόσο πιο μυθικές
οι παλιές μέρες
Σα γιορτή κρυμμένη σε δροσερά φυλλώματα
σαν φωτιά αναμμένη μέσα σε δυο χούφτες
αφουγκραζόμουνα τα ερείπια
αφουγκραζόμουνα τα ερείπια
όταν έπεσε πάνω μου
αυτή η πρωινή δρόσος
Κύριε των Δυνάμεων…
Μέσα απ’ τα δέντρα γύρευε
ποιος ξέρει τί
Τα μάτια σου στα περασμένα βλέμματα
τα λόγια του στα περασμένα λόγια
Φανταστικός βασιλικός εμύριζε
και τελείωνε το θαύμα
Ζέφη Δαράκη, η Κυρία της Ποίησης
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1984 – 2004 μου κράτησαν συντροφιά ένα ολόκληρο Φθινόπωρο
ζέφη δαράκη…
τι υπέροχα ποιήματα!
Παντοδύναμο σώμα
Παντοδύναμο σώμα σε ανέχομαι ακόμα
Αν και φοράω κάτι ρούχα μόλις καρφιτσωμένα
στη χάρη των ώμων και γλιστράω
ανάμεσα στο πλήθος και σε σένα
Διαφορετικά
να παίζω με τα τροχοφόρα
Βλαστημάνε και κάνουν κάτι τρελούς ελιγμούς
γύρω απ’το μέλλον μου
σα να θέλουνε να μ’αποφύγουν
Αλλά γιατί
χειρονομώ και κλαίω
Ή δεν χειρονομώ και ούτε κλαίω
όμως είναι σα να τους λέω
Μη με αφήνετε σε τόση μοναξιά η αυτοκτονία
είναι η πιο βαθιά επικοινωνία
(Από τη συλλογή «Ο λύκος του μεσονυχτίου»,
*
Έρμαιο των λέξεων
φτάνει
σού είπα Φτάνει
Μάς ελεούν οι λέξεις μόνο
αγκαλιάσε με
[έγραψε αποκαλυπτικά στη συλλογή
“Ο απέναντι χρόνος”, 2006]
ανεξάντλητη φλέβα! Ευτυχώς!
” Στην άκρη του δρόμου περπατάει το σκοτάδι μου-
μουσική
που την πυροβολήσανε στα πόδια”
Ζέφη Δαράκη (Κοιμήθηκα η αχάριστη, 1992)