Ακούστε τον Τάσο Λειβαδίτη να απαγγέλει

tassos-leivaditis.jpg

1. Ο πρώτος στίχος

2. Οι ορτανσίες

3. Το παράπονο του ποιητή

1. Ο πρώτος στίχος

Αλλά γιατί καμιά φορά στεκόμαστε στη μέση ενός άγνωστου δρό-
μου ή μπροστά σ’ ένα παλιό σπίτι. Τί μας θυμίζουν; Ποιόν
αναζητούμε;
Κι άλλοτε κάτω από μια γέφυρα ή πίσω από μια κουρτίνα νιώθεις
να ζεις πιο αληθινά-
πράγματα που θα τα εξοφλήσεις κάποτε με τη ψυχή σου.
Ώσπου ένα πρωί ακούγοταν το πρώτο κελαήδημα στον κήπο.
Άνοιξη.
Η μητέρα άλλαζε καπέλο, η νεαρή υπηρέτρια ανέβαινε στη σοφί-
τα και έκλαιγε κι ο παππούς ξεχνούσε να διαβάσει τη Βίβλο…

Τώρα κάθομαι στην παλιά κουνιστή πολυθρόνα που κάθησαν τρεις
γενιές. Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι;
Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου
μέσα σ΄ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να
σκόρπιζε γιασεμιά
φωτιζόταν για λίγο η νύχτα.

Θυμάμαι παιδί που έγραψα τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω οτι δε θα πεθάνω ποτέ-
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.


2. Οι Ορτανσίες

Το κουδούνι της εξώπορτας χτυπούσε επίμονα, εγώ αργοπορούσα
ν’ ανοίξω, απολαμβάνοντας όπως πάντα την αγωνία μου. Όταν
άνοιξα ένας νέος στεκόταν έξω. “Έισαι ο Αρθρούρος Ρεμπώ απ΄τη
Σαρλεβίλ, είπα-τί θέλετε;” “Κινδυνέυουμε και οι δυο” μου λέει.
Όμως εγώ δεν έδωσα σημασία. Συνέχισα να σηκώνομαι αργά το
πρώι, έψηνα τσάι και διόρθωνα λίγο το καπέλο μου που για να πα-
ραπλανώ τους διώκτες μου το φορούσα ακόμα και στον ύπνο μου. Αλλά
το πρόβλημα ήταν μετά. Πώς θα περνούσαν οι ώρες; Η μικρή κόρη
του κηπουρού είχε πεθάνει σ’ ένα νοσοκομείο απόρων, οι φυλακισμέ-
νοι έκοβαν βόλτες στα γκρίζα προαύλια χωρίς να κοιτάζουν τον ου-
ρανό και το καφενείο “Η Ωραία Εποχή” που μαζευόμαστε νέοι
είχε κλείσει. Καθόμουν λοιπόν και χαιρόμουν την ησυχία ή ξεφύ-
λιζα δρομολόγια τραίνων ή πλοίων (η αεροπλοΐα ήταν ακόμα για
τους πολύ τολμηρούς κι η λήθη πάντα για τους χαμένους). “Αρ-
θούρε, του λέω, πως μ΄ανακάλυψες; εμένα κανείς δεν με ξέρει.”
Χαμογέλασε. “Πάντα αγαπούσα τις ορτανσίες” είπε. Και κατεβή-
καμε τη σκάλα και πήραμε τους μεγάλους δρόμους
που δε βγάζουν πουθενά…
3. Το παράπονο του ποιητή


Ένα παλιό αισθηματικό κερί έκαιγε πάνω στο τραπέζι
τα φθαρμένα έπιπλα μου είχαν διδάξει την υπομονή
μόνο ένα, Θεέ μου-δεν έζησα:έχοντας να μεριμνήσω
για τόσα φύλλα την άνοιξη.

(Από την συλλογή: “Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου”