ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Κλείστε τα φώτα
Σφαλίστε την πόρτα
Κλειστά τα παράθυρα
Κι ανοίχτε το παράθυρο να παίζει εμβατήρια.

Φέρτε τους τοίχους και βάλτε κρέπια
Μαζέψτε ψωμιά και κάντε παξιμάδια
Χοντρέμποροι συνάξανε τα λάδια
Εμείς θα φάμε ψάρια με τα λέπια.

ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ

Συνοικίες στα νοτιοδυτικά
Συνοικίες ντυμένες κουρέλια
Σχήματα καπνού σου κλείνουμε τις πύλες του ουρανού
Συνοικίες στα νοτιοδυτικά
Σουρούπωσε και σκίζονται
Στα στήθη της σιωπής σου
Σεληνιακά πετρώματα
Σεντόνια δίχως πτώματα
Σοβάδες πλίνθοι χώματα
Στην πόρτα της ντροπής σου.

ΛΕΥΚΟΣ ΙΠΠΟΣ

Οι καλπασμοί σπαθιών αιχμές
Απʼ του εδάφους τις σχισμές
Διάχυτος βόγκος στον αέρα
Μετράει το φως κλείνει τη μέρα
Οι άγκυρες του πληγωμένου σκάφους
Ίδιοι σταυροί πάνω στους τάφους

ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

Τώρα θα πω το πιο βαρύ:

Εκείνοι που φύγαν πριν αισθανθούν
Τη χαρά του δέντρου που βλέπει να μεγαλώνει
Να βγάζει κλαδιά και φύλλα μέρα τη μέρα
Πριν κατοικήσουν το σπίτι, ένα ήσυχο σπίτι στο πλάι
Της θάλασσας

Εκείνοι που φύγαν πριν μιλήσουν
Αυτά που θα θέλαν να πουν
Εκείνοι που κόπηκε η σκέψη τους
Στη μέση απʼ την αρρώστια
Που σαπίζε το κρέας η χαλνά το αίμα
Ή εκείνοι που μείναν στα βαθιά φαράγγια της Ασίας
Δίχως την αφή της γυναίκας στα μέλη τους που τέλειωσαν
Εκείνη που προπορεύονταν εξακόσια φεγγάρια
Παχιά σύννεφα σκεπάζουν το πρόσωπό τους
Οι πράζεις τους κοιμούνται στη χώρα των λωτοφάγων.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Λουλούδια φέρετρα και υγρασία
Είναι πικρό τα οργανικό ταʼ αλάτι
Την ώρα που ταʼ αμάξια περιμένουν πελατεία
Στη στρογγυλή πλατεία
Κι ο κόσμος κάνει υπομονή

Λουλούδια σύννεφα χοντρά βιβλία
Είκοσι χρόνια σκορπισμένα
Στα χαμένα
Κι αυτοί που σου σπρώξαν το χέρι
Στο στόμα τώρα βάλαν βουλοκέρι
Και σταμάτησαν κάθε ομιλία

Λουλούδια, σινεμά, χοντρά βιβλία…

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΓΡΙΑΣ ΠΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΕΥΕ

Δεν καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω
Μόνον η καρδιά μου πάει να χτυπήσει την ξύλινη πόρτα
Εκεί που η γριά, σταματημένο ρολόι σε άσπρό τοίχο
Προσμένει ταφή.

Χτες μάζευε στην ποδιά της ελιές
Προχτές νήστευε το ψωμί που δεν είχε
Τώρα η μνήμη της στέκεται ακίνητη σαν τη γυναίκα
Του Λωτ.

Ούτε που μπορεί να σκεφτεί τις συνέπειες
Την ώρα που οι άγγελοι με μαύρες πανοπλίες
Έχοντας μες στα μαλλιά τους αθανάτους
Την κουβαλούν μέσα από κεφαλαία διαστήματα.

Φωτεινή του στενού
Παρανάλωμα των σκύλων
Καλόγρια δίχως μοναστήρι
Ελονοσία ο σκύλος του φαρμακοποιού
Δεν ξέρω ποίος θα ρθει να σταθεί
Σα μεγαλώσει ο θάνατος
Κι αλλάξουν σκοπιές οι φρουροί.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Είναι μια πρόφαση θανάτου και το ταξί
Που τρέχει συντηρητικά σε κεντρική λεωφόρο
Η μυωπία του άλλου οδηγού
Ανεβαίνει την πάροδο
Δεν σε γνωρίζει, δεν σʼ αγαπά , δεν έχει το παραμικρό μίσος
Κι όμως είναι μια πρόφαση θανάτου
Για σένα που καπνίζεις ανύποπτος στο σκοτεινό ταξί.

Αυτό είναι καθαρός παραλογισμός
Και η ερμηνεία του σκοτεινή
Σα Μεσαιωνική Δικογραφία.

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΛΕΟΝΑΡΔΟΥ

Ο δεκαετής Λεονάρδος
Τρέχοντας με ποδήλατο
Έπεσε κι έγδαρε το γόνυ.

Απέθανε σε φρικτούς πόνους
Α η ασθένεια καλείται τέτανος
Οκτώ σειρές στην Εθνική Εγκυκλοπαίδεια.

Ο μικρός λεονάρδος πρέπει να είχε πολλή μοναξιά
Αν κρίνει κανείς πως φίλοι του
Ήσαν ο πεθαμένος του παππούς
Τον οποίον εγνώριζε από αφηγήσεις
Κι εκείνο το κοκκινόχρωμο ποδήλατο.

Απʼ τους τρεις μένει μόνο το ποδήλατο
Κλεισμένο σε σκοτεινή αποθήκη
Ανάμεσα σε φωτογραφίες παλαιστών
Και σκουριασμένα είδη ψαρικής

ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ

Το πλήθος έχει την στάση των ευκαλύπτων
Και την ακινησία των αγαλμάτων

Άνθρωποι με στολή και προβολείς οκτώ αυτοκινήτων
Ανιχνεύουν το βάθος της λεωφόρου
Εκεί που διαγράφουν τροχιές πελώριοι ίσκιοι
Και τα κυπαρίσσια εγγίζουν το δέρμα του φεγγαριού
Προκαλώντας ρίγος στους εξώστες του στερεώματος

Κανείς δεν κατάλαβε πως έγινε το κακό
Διέφυγαν όλοι
Και το κρεουργημένο θύμα διέφυγε, άγνωστον πως,
Αφήνοντας μόνον τρία ή τέσσερα δάκτυλα
Και το καμένο κτίριο έφυγε προς άγνωστον κατεύθυνσιν

Έμεινε μονό η μπανιέρα
Κι εκείνα το χρυσόχαρτα
Που μάζευεν η κυρία του τετάρτου για τους τυφλούς
Ή καλύτερα για το σκύλο που οδηγεί τους τυφλούς

Κανείς δεν ξέρει πως έγινε το κακό
Πολλοί διερωτώνται αν έγινε το κακό
Κι εξακολουθούν να έχουν τη στάση των αγαλμάτων.

ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

1
απʼ όλες τις γυναίκες που ήταν στο νησί
εκείνη που απουσίαζε ήταν και η πιο ωραία.

2
και αν σου κρατούσα το κεφάλι μέσα στο νερό
και να προσπαθούσα να σε σβήσω
σε ξένο κρεβάτι και νέες συνήθειες
ήταν γιατί σε αγάπησα πολύ
κι ετρόμαξα πολύ
να μη μου φύγεις.

3

κι ο πίθηκος σκυφτός πίσω από το πόμολο της πόρτας
σε μια βδομάδα κάτου απ την λάμπα
στο δρόμο του νοσοκομείου
σιωπή, σανίδες και ασετιλίνες εργατών
στα πληγωμένα πεζοδρόμια
σʼ αυ6τον το δρόμο με τη λάμπα
ένα ξένο δαιμονικό βλέμμα
στα μάτια σου
κράτησα σφιχτά τη σάρκα της Ελένης
με το ξένο βλέμμα
να με πανικοβάλλει.

4

άδειος όσο κι η στέπα
απαλλαγμένη από καμπάνες και βλάστηση.

ΟΔΟΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

Ο πίθηκος χορεύοντας με κρέπια και το αρμόνιο
Μες στην πισίνα τα ποντίκια
Όπως στη θάλασσα τα φύκια
Η λαμαρίνα και ο αετός
Άσπρα φεγγάρια κρεμασμένα
Η δυσπιστία αυτή μας πνίγει
Χρήμα συμβόλαια και κυνήγι
Σύρμα χοντρό για να μη φύγει
Η θάλασσα και ο αετός

Οι καλλονές ίδιες αντίκες
Τζάμια κινήσεις αρχαίες νίκες
Η ερημιά πηχτή και ο τρόμος
Οι καλλονές και οι ψυχώσεις
Φωτογραφίες και κομμώσεις
Γραμμόφωνα φωνές ο δρόμος

Ψέμα και ψέμα μες στο βλέμμα
Εδώ η ναυτία στις παρόδους
Ξερά στεφάνια στις εισόδους
Τα έντυπα και ο θυρωρός
Πίσω απʼ το σχήμα και τη σάρκα
Ίσκιοι στους τοίχους σιωπή στα πάρκα
Τα πρόσωπό σου κι ο καιρός.

ΟΙ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ

Δεν φοβάμαι το ρεύμα των ποταμών την αγρύπνια και
Το λεπίδι
Μόνον τους κλητήρες
Και τις κυρίες που πίσω από καρότσια νηπίων κατασκοπεύουν
Στο διάβα σου.

Όσο για τις αράχνες τρομάζω το σιωπηλό τους περπάτημα
Κι εκείνη τη μεταφυσικήν ικανότητα να στέκονται στο
Ταβάνι
Παρακολουθώντας με σκοτεινό μάτι τη σκέψη σου
Δίχως να βγάζουν τον παραμικρό ήχο φωνής.

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΛΗΠΤΙΚΟΥ

Κι όποιος μπορέσει να περπατήσει στη βροχή
Χωρίς να βρέξει τη σκιά του
Έχει το Θεό μέσα του
Πατήρ Υιός και Άγιον Πνεύμα
Φλεγόμενη Βάτος, Εσταυρωμένος και Περιστερά των
Λαών
Για τους άλλους λιμοκτονία, ταγιέρ, έλεγχος των γεννήσεων
Φωτογραφίες των σταρ.

Κατάματα στο Χάος
Ματαιότης Ματαιοτήτων
Κρεμασμένος στην οργή σου
Περιμένοντας το δαίμονα να βγει
Για να εξισωθείς με τους άλλους
Λιμοκτονία , ταγιέρ, φωτογραφίες των σταρ κτλ

ΣΕΞΟΜΑΝΙΑ

Απότομα πετιέται η μανία μέσα του
Για πόλεμο, ρυθμό ερωτική πράξη
Ο καιρός άλλαξε ξαφνικά
Ήπιος, ο αέρας μεσίστιος, η δύναμη στο χώμα και στα
Φυτά.

Η αλλαγή αντιστρέφει το αίμα, κλείνει βροχές
Εγκαινιάζει διαδηλώσεις, γιορτές αγρίων, επαναστάσεις
Εγχρώμων.

Ερωτική πράξη με τη συντέλεια του κόσμου
Όχι στον αμφιβληστροειδή
Ούτε σε φωταγράμματα ταινιών
Διάχυτη στις αισθήσεις και στην ψυχή σου
Με την συντέλεια του κόσμου
Για δέκα δευτερόλεπτα όσο και ο τελευταίος σπασμός

ΙΩΑΝΝΑ

Περιμένοντας στα σκοτεινά σε δρόμους κεντρικούς
Κυριακή βράδυ περιμένοντας
Κυριακή βράδυ
Ιωάννα του Αυγούστου την υψηλή σου σιλουέτα περιμένοντας
Αδύνατον να διώξω την σκέψη μου
Απʼ τα λεία στρογγυλά σου γόνατα
Κι εσύ ταξίδευες προς το βορράν.

Περιμένοντας την Αγία Ιωάννα
Ιωάννα πόρνη
Αγάπη μου Ιωάννα, το γνωστό βηματισμό σου περιμένοντας
Κυριακή Τρίτη Τετάρτη
Την Ιωάννα ματαίως περιμένοντας
Μην αντέχοντας το πλήθος
Πρώην επίσημοι τέως φίλοι νήπια καλλονές
Μπερδεύοντας επίτηδες τη σκέψη μου
ΑΣΤΗΡ Βουλιαγμένης Κοινή Αγορά
Μόνο και μόνο για να μη σκέπτομαι
Την Ιωάννα μισόγυμνη στα σκοτεινά της πανσιόν.

ΑΝΕΥ ΟΡΙΩΝ

Εινʼ ένας κόσμος άδειος από σένα
Επινοήσεις τα υπόλοιπα
Και τεχνάσματα της στιγμής
Το τοπίο
Λέγεται Μέξικο Σίτι
Ή ωρολόγιον του Κυρίστου

CLOSE- UP

Είδα την αγαπημένη μου
Σε δυσάρεστους διαδρόμους
Και παπάδες , ιερείς του Θεού

Αστυνομία πόλεων, ο φίλος του φίλου μου
Νύχτες Σαββάτου
Η τρέλα στις τσέπες
Είδα την αγαπημένη μου.

ΕΣΧΑΤΗ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ

Πράσινη πόρτα
Τα φώτα μελετώντας
Παιδικές αρκούδες που μιλούν με την κοιλιά τους

Ξεριζωμένος
Απελπισία
Κραυγή
Μαχαίρι
Απειλή
Φασματοσκόπιο σλάλομ αλμυρή έρημος

Τα φώτα του τρίτου ορόφου μελετώντας.

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΦΩΚΑ

Όταν ο πρίγκιψ απέβαλε τα σιδερικά της πανοπλίας
Κι εζήτησε να βαπτισθεί χριστιανός
Το εκκλησίασμα απειλητικόν μετά την βάπτισιν τον
Εκύκλωσεν
Κι ήρχισε να τον κτυπάν με μανίαν
Ο πρίγκιψ υπέμενε σοβαρός
Προσπαθών να διακρίνει γνωστούς
Που πιθανόν ηδικήθησαν
Δεν ηδυνήθη όμως να ιδεί πρόσωπα
Διότι το μίσος τα είχε μεταβάλει εις τροχούς
Στρεφομένους με ιλιγγιώδη ταχύτητα
Ούτω παρέμεινε κοιτάζων απλανώς
Ενθυμούμενος πιθανώς την παιδική ηλικίαν
Την οδόν Δεινοκράτους με τις γκαζές
Εις την προθήκην εμπορικού
Τα Τουρκοβούνια τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο
Την Λουκία κι ίσως πράγματα αξεδιάλυτα
Κι ασήμαντα για τον αναγνώστη

Αργότερα το εκκλησίασμα εκ κοπώσεως ή ανίας προφανώς
Εσταμάτησε τα ραπίσματα
Και καθείς εξ αυτών επανήρχισε
Τας καθημερινάς του ασχολίας
Κομμωτήριον ο εις, μέτοχος εις Εταιρείαν ο άλλος
Παίκται του μπέιζ- μπολ, ξεναγοί, ανθοπώλαι.
Ο πρίγκιψ λησμονημένος εγκαταλείφθη
Εις τας παρυφάς της πόλεως
Πλησίον εργοστασίου χολυβουργίας

Έκτοτε περιπλανάται καπνίζων
Με γκρίζον αμπέχονον της Αεροπορίας
Αδιφορών δια τα καυσαέρια, τας εκλογάς
Τους συγγενείς και το Θεάτρο
Δεικνύων Δε ιδιαιτέραν προτίμησιν
Εις τα παγωτά ΒΕΓΑΣ και τα ποδοσφαιρικάς συναντήσεις
Τας διεξαγόμενας απογεύματα Κυριακών ή Τετάρτες.

Η ιστορία δεν είναι φανταστική
Διεσώθη Δε υπό το όνομα «η δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά».

ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ

Είτε μπαλκόνια ή φώτα δρόμου
Το γεγονός τετελεσμένο
Μέσα σε φάκελο κλεισμένο
Στην διάθεση του ταχυδρόμου.

HIGH AND DRY

Το ξέρα πως με ήχους
Πως μονάχα με ήχους θα φτανα στην σελήνη
Στο πίσω μέρος της σελήνης
Πράσινο
Πράσινο χλομό
Με τις κούφιες κοιλιές των νταμαριών
Πράσινες
Κι έτσι καθώς πύκνωναν οι ήχοι
Φτάναν απʼ όλες τις μεριές
Γυναικόπαιδα και πολεμιστές
Με θάμνους ξεριζωμένους στʼ αριστερό χέρι
Και ξύλινα δόρατα στο δεξί ή χρυσόψαρα

Κι όσο ξεμακραίναν οι ήχοι
Πότε το βήμα το βαρύ της τίγρης
Πάνω στα μαύρα καμένα σπαρτά
Πότε μια τέλεια μαθηματική σκέψη
Σαν ιστός αράχνης
Κι όλα παγωμένα
Καμπάνες και κρύσταλλο
Καθώς κατέβαινε το πνεύμα
Να εξαγνίσει το μίσος
Και μεις αγγίζαμε την πράσινη φλούδα του φεγγαριού.

(Επιλογή-Επιμέλεια Νίκος Λέκκας)