«Νίκος Γκάτσος- Οδυσσέας Ελύτης: Μια συγκριτολογική προσέγγιση» [Α΄ΜΕΡΟΣ] (γράφει ο Σταύρος Καρτσωνάκης)
19Μαΐ
Μια συγκριτολογική προσέγγιση
με άρωμα καλοκαιρινής μεσημεριανής ραστώνης
`
Αυτή, τους λέει, παιδιά μου είναι η Γη
του σύμπαντος αρρώστια και πληγή:
Εκεί τραγούδια λένε γράφουν στίχους
κι ακούραστοι του ονείρου κυνηγοί
κεντάνε με συνθήματα τους τοίχους
(«Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά1» Ν.ΓΚΑΤΣΟΣ)
Αυτοδίκαια, στην Αφροδίτη Μάνου
“Σ’ ένα πράσινο άστρο” ήταν η αφιέρωση που υπήρχε στην πρώτη έκδοση της μοναδικής (από κάθε άποψη) Αμοργού του Νίκου Γκάτσου. Η Μαρίνα, αγαπημένο όνομα και σύμβολο ελληνικής ιθαγένειας στον Οδυσσέα Ελύτη, στα Ρω του Έρωτα, προσφωνείται κι αυτή στο ομώνυμο ποίημα ως ‘πράσινό μου αστέρι’. Τυχαίο, ή όχι, δεν έχει τόση σημασία. Όμως με αφορμή αυτή τη μικρή εισαγωγική παρατήρηση μπορούμε να διαπιστώσουμε παρακάτω, σε πόσες πολλές περιπτώσεις τέτοιου είδους ηχητικές συγγένειες αντανακλώνται και διαθλώνται πολυποίκιλα στα τραγούδια που έγραψαν (ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, στους στίχους τους προς μελοποίηση), Ελύτης και Γκάτσος.
Πρόκειται για κάτι που συνήθως γνωρίζει -και αναγνωρίζει- κάποιος που έχει μελετήσει την παράλληλη αισθητική -αλλά και χρονολογική- σύμπλευση των δύο συνοδοιπόρων. Και οι δυο ποιητές γεννιούνται το 1911. «Βέβαια η ποίηση υπάρχει και λειτουργεί κατά κύριο και αποκλειστικό λόγο όταν κανείς τη γράφει ή τη διαβάζει. Όμως για να υπάρξει ολοκληρωτικά και με πλήρη απόδοση η ποίηση, είναι απαραίτητη η δημιουργία μιας προσωπικής επικοινωνίας, γραπτής ή προφορικής, ανάμεσα στους ποιητές, και γενικότερα ανάμεσα στους ανθρώπους που την ξέρουν καλά την ποίηση και τη ζουν με πάθος, γιατί τη θεωρούν σαν ύψιστο αγαθό».2 Μια τέτοιου είδους προσωπική επικοινωνία ήταν κάτι που χαρακτήρισε την πορεία των δύο ποιητών, πολύ έντονη τις πρώτες δεκαετίες συνάντησής τους, αραιότερη, αλλά διαρκώς παρούσα, τα τελευταία χρόνια. Αυτή η επικοινωνία, μεταφέρθηκε και αποτυπώθηκε συχνά και στα μελοποιημένα ποιήματα Ελύτη και Γκάτσου.
«Με εξαίρεση τον Ν. Γκάτσο, κανένας από τους ποιητές της Γενιάς του Τριάντα που συνδέθηκαν από την κριτική με τον υπερρεαλισμό δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε ποιητική συγγένεια με τον Ελύτη».3
Μια συγκριτολογική προσέγγιση σαν αυτή που επιχειρείται εδώ είναι, πιστεύουμε, πάντα άκρως χρήσιμη για πολλούς λόγους. Σε ένα πρώτο επίπεδο μπορούμε να διαπιστώσουμε ταύτιση σ’ αυτό που θα ονομάζαμε ‘υλικό εκκίνησης’, δηλ. μια μεγάλη κοινή δεξαμενή προσώπων, εικόνων, μοτίβων, ακόμη και ομοιοκαταληξιών, που ‘σφραγίζουν’ έντονα τους μελοποιημένους στίχους των δύο ποιητών. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, αυτό που ήδη έχει επισημάνει ο Μ. Ελευθερίου ως τηλεγραφική επικοινωνία,4 δηλ. έναν υπόγειο διάλογο-(παιχνίδι;) του ενός προς τον άλλο, που ξανά θα ήταν ριψοκίνδυνο να τον χαρακτηρίσουμε συνειδητό, που όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι βέβαια να παρατηρήσουμε την εκάστοτε διαφορετική αποτύπωση της ίδιας εικόνας, ή του ίδιου θέματος (π.χ. ‘ο Χριστός ως έφηβος’) στα κείμενα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να υπερισχύει κάποτε ‘στα σημεία’ η οργιώδης φαντασία, ο λυρισμός και η μουσικότητα του Ελύτη, σε αντιδιαστολή με τη δωρικότητα, το μέτρο, την πλήρως χωνεμένη και αναδημιουργημένη απαστράπτουσα παράδοση, κάποτε την πικρία, και μια ρομαντική μοναχικότητα που πάντα απέπνεε το έργο του Γκάτσου, στοιχεία που αναδεικνύουν και τις διαφορές τους.
Διαβάστε περισσότερα





