Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Βισέντε Ουιδόβρο, “Αλταζώρ ο Υψιέραξ ήτοι Πλους αλεξιπτώτου”, Μανδραγόρας, 2018 (μτφρ: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Γεννήθηκα ηλικίας τριάντα τριών ετών, τη μέρα που ξεψύχησε ο Χριστός, γεννήθηκα με ισημερία, κάτω απʼ του καύσωνα τις ορτανσίες και τα αεροπλάνα.
Το βλέμμα μου ήταν απύθμενο, βλέμμα περιστεράς και σήραγγας κι αισθηματία αυτοκινήτου. Κι έκλαιγα με λυγμούς ακροβάτου.
Τυφλός ο πατέρας μου, κι ήταν τα χέρια του πιο θαυμαστά κι από τη νύχτα ακόμα.
Πόσο αγαπώ τη νύχτα, σκούφια πασών των ημερών.
Τη νύχτα, νύχτα της ημέρας, νύχτα της μέρα-παρά-μέρας.
Η μάνα μου μιλούσε με φωνή αυγής κι αεροστάτων έτοιμων να πέσουν. Η κόμη της είχε χρώμα σημαίας, τα μάτια της ήταν γεμάτα πλοία αρόδο.
Κάποιο απομεσήμερο φόρεσα το αλεξίπτωτό μου κι είπα: «Ανάμεσα σʼ ένʼ άστρο και δύο χελιδόνια». Ιδού ο θάνατος που όλο σιμώνει, όπως η γης το αερόστατο που πέφτει.
Η μάνα μου κεντούσε δάκρυα έρημα επάνω στα παρθενικά ουράνια τόξα.
Και τώρα το αλεξίπτωτο που πέφτει από όνειρο σε όνειρο μέσα από τις εσχατιές του χάρου.
Την πρώτη μέρα συνάντησα στο δρόμο μου ένα πουλί πρωτόγνωρο, που μου ʼπε: «Αν ήμουνα καμήλα δε θα δίψαγα. Τι ώρα είναι;» Ήπιε δροσιά από τα μαλλιά μου, μου ʼριξε δυο ματιές ολάκερες και μία μισή κι έφυγε αποχαιρετώντας με με το εξαίσιο μαντήλι του.
Την ίδια μέρα, ώρα δύο, συνάντησα κι ένα ωραίο αεροπλάνο με λέπια και κοχύλια στο κορμί του. Γύρευε μια γωνιά του ουρανού για να προστατευτεί από τη βροχή.
Στο βάθος τα καράβια, όλα αγκυροβολημένα μέσα στο λυκαυγές από μελάνη. Ξαφνικά πήραν ένα-ένα να σαλπάρουν, σέρνοντας σαν παντιέρα στα κατάρτια ράκη από αναμφίβολα χαράματα.
Όταν πια και τα τελευταία έκαναν πανιά, η χαραυγή εξαφανίστηκε κι αυτή πίσω από κάτι παραφουσκωμένα κύματα.
Τότε άκουσα να ομιλεί ο Δημιουργός, ο άνευ ονόματος, ο που δεν είναι παρά μόνο μια τρύπα στο κενό, σαν αφαλός.
«Βούιξα βουητό τρανό, κι αυτό έγινε ωκεανός και του ωκεανού τα κύματα.
»Τούτο το βουητό θα μένει κολλημένο στα κύματα της θάλασσας, κι εκείνα εσαεί κολλημένα επάνω του, όπως τα γραμματόσημα σε ταχυδρομικά δελτία.
»Έπειτα έπλεξα ένα σκοινί από ακτίνες φωτός για να ράψω τις μέρες τη μια με την άλλη· τις μέρες που όλες έχουν τη νόμιμη, ανασυσταθείσα, πλην όμως αδιαμφισβήτητη, ανατολή τους.
»Κατόπιν χάραξα τη γεωγραφία της υδρογείου και τις γραμμές της παλάμης.
»Μετά έπλασα το στόμα και του στόματος τα χείλη για να αιχμαλωτίζουν διφορούμενα χαμόγελα, καθώς επίσης και τα δόντια, για να φρουρούν όσες παλιοκουβέντες τυγχάνει να μας έρχονται στο στόμα.
»Ύστερα ήπια μια γουλιά κονιάκ (ένεκα της υδρογραφίας).

Διαβάστε περισσότερα