Μεταφραστικό Εργαστήρι

Rubén Darío, Νικαραγουανή ποίηση, (μτφρ-επίμετρο:Στέλιος Καραγιάννης)

LOS PESCADORES DE SIRENAS

Péscame una, ¡oh egipán pescador! que tenga en sus escamas radiantes la irisada riqueza metálica que decora los admirables arenques. Péscame una cuya cola bifurcada pueda hacer soñar en el pavo real marino, y cuyos costados finos y relucientes tengan aletas semejantes a orientales abanicos de pedrería. Péscame una que tenga verdes los cabellos, como debe tenerlos Lorelay, y cuyos ojos tengan fosforescencias raras y mágicas chispas; cuya boca salada bese y muerda cuando no cante las canciones que pudieran triunfar de la astucia de Ulises; cuyos senos marmóreos culminen florecidos de rosa, y cuyos brazos, como dos albos y divinos pitones, me aten para llevarme a un abismo de ardientes placeres, en el país recóndito en donde los palacios son hechos de perlas, de coral y de concha de nácar. Mas esos dos sátiros que se divierten en la costa de alguna ignorada Lesbos, Temple o Amatunte, son, ciertamente, malos pescadores. El uno, viejo y fornido, se apoya en un grueso palo nudoso, y mira con cómica extrañeza la sirena asustada y poco apetecible que su compañero ha pescado. Ese saca la red, y no parece satisfecho de ser pesca. De los cabellos de la sirena chorrea el agua, formando en el mar círculos concéntricos. Sobre las testas bicornes y peludas se extiende, al beso del día, un fresco follaje, mientras reina en su fiesta de oro, sobre nubes, tierra y olas, la antorcha del sol.
 

ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

Ψάρεψέ μου μια, ω Αιγύπτιε ψαρά!, που τα λέπια της να λαμποκοπάνε από τον ιριδωτό μεταλλικό πλούτο, που τις θαυμάσιες ρέγκες στολίζει. Ψάρεψέ μου μια, που η διχαλωτή ουρά της να μπορεί να με κάνει να ονειρεύομαι το θαλασσινό βασιλικό παγώνι, που τα πλευρά της τα φίνα και λαμπερά να έχουν φτερά όμοια καθώς οι ανατολίτικες βεντάλιες, οι καμωμένες από πολύτιμες πέτρες. Ψάρεψέ μου μια, που να έχει πράσινα τα μαλλιά, όπως πρέπει να τα έχει η Λορελάυ, και που τα μάτια της να βγάζουν φωσφορισμούς σπάνιους και μαγικούς σπινθήρες• που το στόμα της το αλμυρό να φιλάει και να δαγκώνει, όταν δεν τραγουδάει τα τραγούδια που θα μπορούσαν να νικήσουν την πανουργία του Οδυσσέα• που τα μαρμάρινα στήθη της να μεσουρανούν με μια ανθοφορία από ρόδα και που τα μπράτσα της, σαν δύο λευκοί και θεϊκοί πύθωνες, να με αιχμαλωτίζουν για να με ανυψώσουν σε μιαν άβυσσο από φλογερές ηδονές, σε μια χώρα απόκρυφη, όπου τα κάστρα και τα παλάτια είναι φτιαγμένα από μαργαριτάρια, από κοράλλια και από κοχύλια σεντεφένια. Αλλά εκείνοι οι δύο Σάτυροι που διασκεδάζουν στην ακτή κάποιας άγνωστης Λέσβου, Τέμπλου ή Αμαθούντας, είναι, ασφαλώς, κακοί και αδέξιοι ψαράδες. Ο πρώτος, γέρος και μεγαλόσωμος, κρατιέται σʼ ένα όλο ρόζους, κακοφτιαγμένο ιστίο και κοιτάζει με μια κωμική παραξενιά τη Σειρήνα, τη φοβισμένη και λίγο επιθυμητή, που ο σύντροφός του έχει ψαρέψει. Αυτός τραβάει το δίχτυ και δε φαίνεται ικανοποιημένος απʼ το ψάρι του. Από τα μαλλιά της Σειρήνας σταλάζει το νερό, σχηματίζοντας πάνω στη θάλασσα κύκλους ομόκεντρους. Πάνω απʼ τις τριχωτές και δικέρατες κεφαλές ξανοίγεται, στο φιλί της μέρας, ένα υγρό φύλλωμα, ενώ βασιλεύει, μέσα σε μια φιέστα από χρυσάφι, πάνω απʼ τα σύννεφα, τη γη και τα κύματα, η δάδα του ήλιου.

Διαβάστε περισσότερα