Στρατής Παρέλης, Πέντε ποιήματα
25Μαΐ
Ώσπερ θανάτου…
Σε όλα κερδίζουμε το χρώμα μα μένει
Μια οσμή από απουσία που επάνω της
τυμβωρυχούν οι τσαρλατάνοι
Χρόνοι και σήπεται η ρημαγμένη αιωνιότητα.
Παράξενα που ηχεί!
Κλεμμένη μουσική από ‘να πιάνο που οργάνωσε τις νότες της Αλήθειας.
Κερδοφορίες φωτιάς κι αν πεις και της ψυχής όπως την εννοούσαν
Πάλαι ποτέ οι ποιητές και την εξύμνησαν
Ονομαστοί κανταδόροι.
Ήρθε η Στιγμή:
Ανακαλύπτω θάλασσα μέσα στον ουρανό και ουρανό
Μέσα στην θάλασσα- ανακαλύπτω που πεθαίνω.
Κοράκια ζοφερά χυμούν τριγύρω απ’ το κεφάλι μου και θέλουν την λεπτή μου Ουσία.
Η μέρα δεν με προφυλάσσει- σκονισμένα μνήματα
Ξεχύνουν τους νεκρούς τους στα σοκάκια της γης
Ξεγίνεται η αιωνιότητα.
Πόσο ακούω θλίψη και
πόσο είμαι μελαγχολικός!
Ο αέρας σπέρνει τις προσευχές μου- πράο ήσυχο γάλα.
Συνάντηση με τον εαυτό μου τον άλλον, συνάντηση στο στεγνό υπερπέραν.
Όσες σκέψεις έφυγαν είναι σαν χλόη πια που επάνω της περπατώ και νοστιμευομαι το παράξενο χάος.
Παράξενη μάνα μου μοναξιά μου, έλα
Στον ύπνο μου αυτόν τον ξιπασμένο και δώσε μου
Ένα έλεος καυτό, όπως το δάκρυ
Που κυλά στα μάγουλά μου κλείνοντας και άλλο αυτήν την φυλακή
Του τάφου, όλα τα αποχωρίζομαι
Και θα μείνω με καβούκι ανελέητο κέλυφος.







