Η Κρίση της Ποίησης

Η Δεσκάτη μέσα από το έργο του Χρήστου Μπράβου, Β΄μέρος (γράφει ο Θεοδόσης Τζιαφέτας)

ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΛΩΡΟΣ

Μαῦρες γυναῖκες/ περνοῦν στό δρόμο/ πᾶνε βουβές/πᾶν μέ τά κόλλυβα./Ξάφνου ξυπνᾶ τό αἷμα/βάφει τόν οὐρανό/καί τό δρόμο/σφαίρες πέφτουν/στήν πίσω πλαγιά/τοῦ χρόνου./Κατρακυλοῦν κεφάλια/καίπέφτουνε στό δρόμο/ μπρός στίς μαῦρες γυναῖκες/ πού πᾶνε μέ τά κόλλυβα./Ἐγώ τότε εἶπα:/Τά κεφάλια εἶναι ρολόι/οἱ μαύρες γυναῖκες/τοπίο.

(0ρεινό Καταφύγιο)

Μια ευαίσθητη ψυχή, όπως του ποιητή, δεν μπορεί να ησυχάσει μέσα σε τόσο θάνατο κι άλλο θάνατο, μένει άγρυπνος, ανησυχεί, βασανίζεται, πονά για το αίμα που χύνεται και απλώνεται από τη μικρή Δεσκάτη, που αποτελεί τη μικρογραφία των εξελίξεων, μέχρι τη μεγάλη πατρίδα, την Ελλάδα, που πνίγεται στο κόκκινο και είναι άρρωστη:

ΕΡΩΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Γράφεις κύκλους/ στό νωπό νταβάνι/ ζυγιάζεις τά φτερά σου./Δέ θα ʼρθει ὁ ὕπνος./ Θά τρῶς τά σωθικά μου/ οληνύχτα/πατρίδα μου ἀπέραντο κόκκινο.(Ορεινό καταφύγιο)

ΑΡΡΩΣΤΗ ΜΑΝΑ

Σάπια δοκάνια/ δόκανα σιωπῆς/ καί τόψωμάκι κάρβουνο/τό γάλα σου φαρμάκι./Κακή αρρώστια σάπισε /πατρίδα τούς μαστούς σου
(Ορεινό καταφύγιο)

Ακόμα και η σκηνή του Γάμου, που θυμίζει Δεσκατιώτικο Γάμο εκείνων των καιρών, εκτυλίσσεται μέσα σε μια διασπορά χρωμάτων, που στο τέλος κυριαρχεί το κόκκινο, καθώς. για να θυμηθούμε τον Λόρκα, που ιδιαίτερα αγαπούσε και θαύμαζε ο Χρήστος, καταλήγει να είναι Ματωμένος Γάμος:

Η ΝΥΦΗ

Στό Νικόλα Κληρονόμο

Φυσᾶ βοριάς καί τό πέπλο/σηκώνεται. Κόκκινο κι ἄσπρο/καί βαθύ. Ὅπως οἱ γάμοι./Μπρός μου πέρασαν/μέ τʼ ἄλογα καί τά βιολιά•/μʼ ἄσπρα μαντίλια/πέρασαν μπροστά μου./Σιγανά περπάτα νύφη, τῆς ἐφώναξα/σιγανά περπάτα νύφη, καί δέν άκουσε./(Τό κόκκινο ἦταν ἄλογο/κι αὐτός στά μαῦρα ξένος).
( Μετά τα Μυθικά)

Οπτικές και ακουστικές εικόνες αντιτιθέμενες. Ισχυρές αντιθέσεις στο άσπρο και κόκκινο βαθύ πέπλο της νύφης, το μαύρο του γαμπρού, το κόκκινο του αλόγου, τα βιολιά, τα άσπρα μαντήλια. Στο τέλος, όμως, κυριαρχεί το κόκκινο, το φονικό, το αίμα και το μαύρο, ο ξένος καβαλάρης, ο θάνατος. Αξιοπρόσεκτη σʼ αυτό το ποίημα και η διπλή προειδοποίηση του ποιητή προς τη νύφη – σιγανά περπάτα νύφη -.Σε όλους μας αυτό θυμίζει το ντόπιο δημοτικό τραγούδι, ενδεικτικό στοιχείο πόσο ζυμωμένος είναι ο ποιητής με τη ντόπια παράδοση:
Σιγανά περπάτα νύφη, σιγανά κι αγάλια-αγάλια/ μη λερώσεις τα κουρδέλια, τις μεταξουτές τις κάλτσις/σι μαλώσει η πιθιρά σου, σι μαλώσει ο πιθιρός σου…
Ακόμα και τα άψυχα αποκτούν ζωή για να τη χάσουν μέσα σʼ αυτόν τον κυκεώνα του θανάτου:

Ὁ φράχτης ἔσταζε αἷμα (Δίκοπη μέρα- Ὀρεινό Καταφύγιο)
Σαλεύει ὁ φράχτης, φέγγουν κοντακιές (Οἱ ἦχοι- ὀρεινό καταφύγιο)
Οἱ φράχτες κʼ οἱ φωλιές τῶν βράχων κρατοῦν ἀκόμα βογγητά.
Γενέθλιος τόπος (Ὀρεινό Καταφύγιο)

Σέ φράχτη θά τό δεῖτε τό κεφάλι μου. / Σέ καθαρή πετσέτα νά τό βάλετε/ καί νά τό πᾶτε. / Στάχτη καί πριονίδι μή σκορπίσετε– / πίνουν τό αἷμα ὄχι τή φωνή του. (Μέ τῶνν ἀλόγων τά φαντάσματα, Τυπογραφείο ΚΕΙΜΕΝΑ, Αθήνα 1985)

Διαβάστε περισσότερα