Ακαδημία Ποιείν

Στάθης Λειβαδάς, “Meditationes”

Λένε ότι η ποίηση ταιριάζει περισσότερο στα χρώματα, τις οσμές και τους ήχους της άνοιξης. Εγώ προτιμώ τις πολιές μέρες του Γενάρη, τις σιωπηλές νύχτες πού ξεθάβουμε κάτω από το πυκνό στρώμα της λήθης τον σκύλο των μισοτελειωμένων ονείρων μας.

* Ακολουθεί εισαγωγή και 4 ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή Meditationes

Meditationes

Εγώ ένας ξένος βαδίζοντας με αργά, στακάτο βήματα στα βρεγμένα σοκάκια της Kashba, ακούγοντας τον μεταλλικό ήχο των παπουτσιών μου στο μωσαϊκό παράνομου λιθογραφείου όπου η ακινησία της μακροχρόνιας λήθης πνίγει τις κραυγές του μελλοθάνατου Maurice Audin, τις χυδαίες βρισιές των αλεξιπτωτιστών των Massy και Aussaresse: «Le type est mort sans rien dire. Je nʼai pensé à rien. Je nʼai pas eu de regrets de sa mort. Si jʼai regretté quelque chose, cʼest quʼil nʼait pas parlé avant de mourir».

Καπνίζω ένα άφιλτρο Gitanes σʼ ένα μπιστρό της Corniche έχοντας απέναντι μου τις κρεμασμένες μούρες των διοπτροφόρων τύπων με τα ξυρισμένα κεφάλια και τις κίτρινες μάσκες από την εποχή του Deux Magots, ακουμπώ σιγά-σιγά, νανουριστικά στο γλυκό φθινοπωρινό φως μετά την ξαφνική μεσογειακή νεροποντή πάνω από τις θολωτές στοές των αποικιακών σπιτιών, αμβλύνω στις παστέλ αποχρώσεις του ορίζοντα το κενό μέσα μου απειλητικό και συναρπαστικό ταυτόχρονα, αιωρούμενο πάνω από κάθε επικαιρική μου στιγμή, αναλλοίωτο και στην επόμενη ρωγμή πού θα αφουγκραστώ στην πολύχρωμη ροή του πλήθους προσώπων, φωνών, βλεμμάτων, επαφών, παιχνιδιών, φονικών, τις ώρες των αγοριών και κοριτσιών, τις ώρες της σιέστας του Αλγεριού, τις ώρες της νύχτας πού η μνήμη αναζητά τον γλυκό ήχο μιας αιματηρής εξέγερσης……

Διαβάστε περισσότερα