Ο μεγαλύτερος εχθρός ενός δημιουργήματος στα μέσα δικτύωσης τείνει να γίνει ο ίδιος ο δημιουργός του. Ούτε οι αναγνωστικές ή «συναδελφικές» φιλοφρονήσεις ούτε οι ανταλλακτικές κριτικές ούτε η βιομηχανοποίηση των βραβείων, των φεστιβάλ κ.ο.κ. Ο ίδιος ο δημιουργός είναι το μεγάλο εμπόδιο του έργου του, αυτός που εμφανίζεται συνεχώς μπροστά του και δεν το αφήνει να ανασάνει. Να πάρει τον δρόμο του δίχως ολοένα να πέφτει πάνω σε αυτόν. Στις φωτογραφίες του, στις αναμνήσεις του, στους «δαίμονές» του, στις ευτυχισμένες του μέρες, στο καθημερινό του «ηλεκτρονικό» ημερολόγιο.
Κάποτε μια φίλη, σε μια συζήτηση, μου είπε ότι ασφαλώς και γνωρίζει τον τάδε δημοφιλή συγγραφέα γιατί τον ακολουθεί στην εξόχως ενεργητική και αυτοβιογραφική του διαδικτυακή σελίδα. Μου το έλεγε με ενθουσιασμό. Της άρεσε πολύ η κοσμοθεωρία του, ο τρόπος με τον οποίο της προσφέρει «αναγνωστικά κλειδιά», όχι ενδοκειμενικά αλλά μέσα από την καθημερινή δημοσιοποίηση φωτογραφιών του και την κοινωνική του σχολιογραφία. «Έχεις διαβάσει κάποιο βιβλίο του;» την ρώτησα. Το σκέφτηκε για λίγο και μου απάντησε «Νομίζω πως όχι». Ο τρόπος που το πρόφερε ήταν σαν να έλεγε «όχι, δεν χρειάστηκε». Σαν να αισθανόταν ότι αυτά δεν είχαν κάτι περισσότερο να της προσφέρουν σε σύγκριση με την καθημερινή «επικοινωνία» που είχε με τον ίδιο τον δημιουργό.
Μου φάνηκε πολύ «θλιβερό» ως συνθήκη για έναν συγγραφέα. Έναν δηλαδή μυθοποιό.
Δεν θα μπω στη διαδικασία να σκεφτώ το πώς θα φερόταν ο Προυστ ή ο Μπαλζάκ, ας πούμε, αν είχαν προφίλ σε κάποιο μέσο. Αν θα έκαναν το ίδιο ή θα συνέχιζαν να υπερασπίζονται το «προσωπείο» και όχι το πρόσωπό τους. Αυτές είναι αφελείς υποθέσεις. Ούτε μπορούμε να ξαναγυρίσουμε εύκολα (συγγραφείς και αναγνώστες ιδίως νεότερων γενεών) στη ρήση του Ουάιλντ ότι «Σκοπός της τέχνης είναι να αποκαλύψει την τέχνη και να αποκρύψει τον καλλιτέχνη», στην «επιθυμία» του Julio Ramón Ribeyro: «–Δε σε ενοχλεί να γράφεις εδώ και τριάντα χρόνια και να έχεις καταφέρει να αποκτήσεις τόσο μικρή διασημότητα; –ρωτάνε το Λουδέρ. –Εννοείται. Θα ήθελα να γράφω τριάντα χρόνια ακόμα για να φτάσω να γίνω τελείως άγνωστος» ή σε επιλογές όπως του Πεσσόα ή του Σάλιντζερ.
Αυτό όμως που σκέφτομαι είναι μια ασυνείδητη (ή το χειρότερο συνειδητή) εργαλειοποίηση μιας οποιαδήποτε διαφορετικότητας (δυσερμήνευτος όρος) ως το «όχημα» με το οποίο πορεύεται ένας δημιουργός. Όχι δηλαδή ως αφετηρία ή ως τερματισμός για τη δημιουργία ενός έργου, αλλά ως μέσο προώθησής του στο κοινό. Ως το σήμα κατατεθέν του το οποίο μπορεί ενίοτε και να ενισχύσει την εμπορική απήχηση των έργων του ιδίως αν μπει στο παιχνίδι και ο όρος «κοινωνικός αποκλεισμός» και η κοινωνική ευαισθησία. Και τα δύο σε συνθήκες πραγματικότητας απολύτως αναγκαία. Σε συνθήκες όμως μυθοπλασίας, όχι.
Όπως και όλες αυτές οι κατηγοριοποιήσεις των έργων, η εξειδίκευση του περιεχομένου και η ένταξή τους σε μια καταλογογράφηση με συγκεκριμένες συντεταγμένες παράλληλα με την ένταξη του δημιουργού σε υποομάδες περισσότερο εξαιτίας μιας κοινωνικής του ανάγκης και λιγότερο μιας συγγραφικής και ιδεολογικής συνταύτισης.
Ασφαλώς και όλα τα παραπάνω δεν δηλώνουν ή υποδηλώνουν κανένα δυστοπικό σενάριο για το μέλλον της λογοτεχνίας. Αυτή πάντα βρίσκει τον τρόπο να ξεγλιστρά από όλους και από όλα. Να ακολουθεί τον δρόμο της. Σύντομο ή μακρύ; Ποιος ξέρει…









