Το βιβλίο καταγράφει την 60χρονη μουσική πορεία και τα 76 χρόνια ζωής του Θέμη Ανδρεάδη, περιλαμβάνοντας άγνωστες πτυχές από τη διαδρομή του.
«Θεωρώ ότι η ζωή του Θέμη Ανδρεάδη είναι σχεδόν κινηματογραφική, αφού ξεκινά με τη λήξη του εμφυλίου, διασχίζει τη δεκαετία του ’50 της “ανοικοδόμησης” της χώρας, περνάει από τη μουσική δεκαετία του ’60 και τις μπουάτ, τη δικτατορία και τον Μαρκόπουλο, τη μετάλλαξη του ελληνικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’70 με την παραλία και τις μεγάλες πίστες, τα λαμέ πουκάμισα και τα ψηλά μεροκάματα, τη δεκαετία του ΠΑΣΟΚ, και φτάνει ως τις μέρες μας με τα μνημόνια, τον covid, την τεχνητή νοημοσύνη. Λίγοι τραγουδιστές ή δημιουργοί έχουν οδηγήσει ή οδηγηθεί αλώβητοι (;) σε μια τόσο εκτενή και ζουμερή διαδρομή σε εύρος, λίγοι έχουν αφηγηθεί τη μικρή τους ιστορία. Γι’ αυτό, το βιβλίο αυτό βασίζεται αρκετά στις αυθεντικές αφηγήσεις του βιογραφούμενου».
Από το εισαγωγικό σημείωμα του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη
Τραγούδι για τα καφενεία
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Ερμηνεία: Θέμης Ανδρεάδης – Σοφία Μιχαηλίδου
Δίσκος: Σαν Ξαφνικό Ταξίδι (1982)
Στα τζάμια τα θολά κεντάει τ’ αγιάζι
καράβια και πουλιά του ποταμού
χρυσές κλωστές τον ύπνο μου σκεπάζει
με το βραχνό τραγούδι που στενάζει
για θάνατο κι αρρώστιες του συρμού.
Το φως ραγίζει μες στο παραθύρι
μα συ σαν σπίτι καίγεσαι παλιό
σε λένε Κώστα, Ιάκωβο κι Αργύρη
και πάνω σου τα χρόνια έχουν γείρει
δελφίνι κεντημένο σε πηλό.
Απ’ τις παλιές γιορτές στη Μικρασία
κι από τους δρόμους που είδανε σφαγές
γυρνάς τον εαυτό σου στα πορνεία
δεν έχει πια ζωή στα καφενεία
στον τόπο αυτό που γέμισε πληγές.
Η λάμπα γράφει κύκλους με σκοτάδι
κι η τράπουλα σαν ανοιχτή πληγή
μαρμαρωμένοι οι ναύτες ένα βράδυ
στον κήπο βγήκαν γύρω απ’ το πηγάδι
και χόρεψαν μαζί με την αυγή.
Τα χάρτινα πουλιά δε σε ξαφνιάζουν
μήτε το φως τη νύχτα που αγρυπνά
στα καφενεία μόνο σε τρομάζουν
καθρέφτες που ποτέ δε σε κοιτάζουν
με την πικρή αμαρτία που ξυπνά.
Ο ένας τοίχος κίτρινος σαν θειάφι
κι ο άλλος απ’ τον ήλιο βυσσινής
όπου ακουμπήσεις όμως δεν ξεβάφει
παρά το άσπρο που έχουνε οι τάφοι
και δεν το συλλογίζεται κανείς.
Τα λόγια είναι παλιά μα είναι δικά μας
κι ο θάνατος δικός μας την αυγή
έναν καιρό θα γράψεις στη χαρά μας
και θα μετράς ξανά τον έρωτά μας
και θα κρατάς στα δόντια τη ζωή.
Η θάλασσα γυρίζει τον πνιγμένο
με δυο σπαθιά στα μάτια καρφωτά
μ’ αγέρα και βροχή σε περιμένω
και τα μαλλιά με θάνατο σ’ τα δένω
απ’ τη στερνή σου εικόνα π’ αλυχτά.
Η μνήμη σ’ άλλη μνήμη σε γυρίζει
και ξέχασες τους δρόμους που περνάς
νεράντζι και κυδώνι σού μυρίζει
μα η Ρωμιοσύνη τώρα σε ποτίζει
χολή στους καφενέδες που γερνάς.
Κοιμήσου πια και γίνε σαν το στάχυ
δεν έφταιξες εσύ για τις φωτιές
θα σκοτωθούν πολλοί μέσα στη μάχη
κι όσοι δεν τρελαθούν θα ζουν μονάχοι
στα καφενεία και στις ρεματιές.









