ΣΑΠΦΟΥΣ
Η ομορφιά με βούβανε. Μα αγάπησα πολύ…
Το μήλο εγώ αγάπησα που παίρνει να ροδίζει
μακριά από ανθρώπου δάχτυλα στο πιο ψηλό κλαδί,
αγάπησα το βότσαλο που αφρός δεν το λικνίζει
και της σελήνης τον αχνό κι ασημωτό καπνό.
Αγάπησα τον ουρανό που δεν μπορώ ν’ αγγίξω,
το κρίνο που το πάτησε ένα πόδι απρόσεκτο,
αυτή τη νύχτα αγάπησα κι ας μη μπορώ να πνίξω
το ερπετό της μοναξιάς, αγάπησα το αηδόνι
της άνοιξης το ηδονικό που υψώθηκε απ’ το χιόνι,
αγάπησα το γέλιο σου το τόσο μακρινό.
Αγάπησα τον έρωτα που τους καημούς μοιράζει
όπως μοιράζει στα σπαρτά ο άνεμος το χαλάζι.
Αγάπησα τον διχασμό που μ’ έκοψε στα δυο.
~.~
ΚΑΣΙΑΣ
Τη γλώσσα μου δεν μάζεψα. Ναι, μίσησα πολλούς!
Τον δολοφόνο μίσησα που τα ’σουρνε του οργίλου,
μίσησα τον ακόλαστο που έκρινε τους μοιχούς,
μίσησα τις «διάνοιες» που είχαν τον νου του ψύλλου,
μίσησα αυτούς που κάθε τι το βρίσκουν βολικό.
Τους χρεοκόπους μίσησα που υπνώττουν εν ειρήνη,
τον λωβιασμένο μίσησα που διώχνει τον λεπρό
και τον ανίδεο που ποτέ το στόμα του δεν κλείνει,
Μίσησα τους σερνάμενους που στις κορφές γαυγίζουν,
τους παραλήδες μίσησα που σαν φτωχοί ολολύζουν,
μίσησα τους πολύξερους που όλα τ’ αγνοούν.
Μίσησα τους αγνώμονες ίδια με τον Ιούδα
και των μωροφιλόδοξων την ποταπή μουσούδα.
Μίσησα αυτούς που τη στιγμή που πρέπει δεν μιλούν.









