«Γέρε χρόνε φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά / έρχεται ο νέος με τα δώρα με τραγούδια με χαρά»
Υπάρχουν στιγμές που όσο μεγαλώνεις, αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο. Όχι άλλο. Κι άλλο. Έχει μεγάλη διαφορά. Δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο. Με οποιαδήποτε έννοια και μορφή της αγάπης. Ό,τι αγάπησες, αγάπησες. Πάει και τελείωσε. Κανένα νέος κρίκος στην αλυσίδα της προσωπικής σου αγάπης. Κανένα νέο «δώρο» όποια μορφή και να έχει. Πάει, γέμισες, τελείωσες. Αισθάνεσαι πως από εδώ και στο εξής όσα έρχονται θα είναι παραλλαγές μιας ηλιαχτίδας. Οι ζωντανοί σου και οι νεκροί σου, άνθρωποι, ζώα, τόποι, τραγούδια, βιβλία, χρώματα, σπίτια, ποδήλατα, playmobil, μικρά αντικείμενα, οποιοσδήποτε και οτιδήποτε αγάπησες εκπληρωμένα ή μη, δοτικά ή ανεπίδοτα, αληθινά ή φαντασιακά, γέμισαν τη χωρητικότητά σου. O% πλέον χώρος για άλλα.
Αισθάνεσαι πλήρης με αυτή την αγάπη που αξιώθηκες. Πολύ ή λίγη δεν έχει σημασία. Σημασία είναι ότι για σένα είναι όση «χρεώθηκες» και «χρέωσες». Κανένας και τίποτα δεν φαίνονται ικανά να μετακινήσουν τον άξονά σου. Επιστρέφεις πάντα εκεί που αγάπησες. (Όχι, λάθος χρόνος το «αγάπησες». Δεν μπορεί να αγαπάς και να είναι αόριστος. Για αυτό ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς γίνεται να ξε-αγαπάς. Μόνο τα μικρά παιδιά λένε: «δεν τον/την αγαπώ πια» όταν χωρίζουν τον πλατωνικό τους έρωτα. Και το εννοούν.)
Υπάρχουν, λοιπόν, στιγμές που αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο. Μπορείς να αισθανθείς μια νέα γλύκα, αλλά και πάλι αυτή δεν είναι τόσο ισχυρή για να εξελιχθεί σε αγάπη, όπως η χρυσαλλίδα που γίνεται πεταλούδα. Στέκεσαι τότε με μια βαθιά και ειλικρινή θλίψη απέναντι σε αυτό το νέο, όποιος και ό,τι κι αν είναι, σαν να του λες: «Λυπάμαι, αλλά ως εδώ. Η πόρτα έχει κλείσει. Το μαγαζί είναι γεμάτο. Δεν χωράει άλλους». Ακόμη κι αν αυτό το νέο στέκει και σε κοιτάζει με μάτια απορημένα, γεμάτα ανυπομονησία, γεμάτα αγάπη, εσύ μένεις πιστός στις αγάπες σου όχι από κάποια συναισθηματική ή ηθική υποχρέωση, αλλά γιατί δεν μπορείς να αισθανθείς ξανά το ίδιο.
Το ξέρω, είναι ύβρις να σου υπόσχονται αγάπη και να μη τη δέχεσαι. Όχι γιατί είσαι ανήμπορος λόγω παλαιών τραυμάτων, αλλά γιατί δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο. Τόσο απλά. Κι αν κάποιος αναρωτηθεί: «Γνώρισες όλα τα είδη της αγάπης για να αισθάνεσαι πλήρης;» του απαντάς κατηγορηματικά: «Όχι. Γνώρισα τα βάθη όσων αγαπώ». Και το βυθόμετρο είναι πάντα υποκειμενικό.
Υπάρχουν, ναι, στιγμές που αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο. Και στιγμές που νιώθεις ότι μπορείς αυτό το αίσθημα να το εκφράσεις. Δίχως να τρέμεις να μαρτυρήσεις την αγάπη μήπως και χαθεί, πετάξει, σου φύγει. Όπως, δηλαδή, τότε, μικρός, που φοβόσουν να μετρήσεις στον ουρανό τα αστέρια μην τύχει και βγάλεις πανάδες στα χέρια. (Μα ποιος στ’ αλήθεια σκέφτηκε αυτή την απειλή; Ποια θεότητα, ποια δεισιδαιμονία, ποιος αναλφαβητισμός μάς «γλεντούσε» τόσο άχαρα;) Υπάρχουν, λοιπόν, στιγμές που αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο.
Και τότε έρχεται ένας στίχος από το παρελθόν: «Μόνον όποιος αγάπησε πολύ, / μπορεί να αγαπήσει πάλι.»*
Και ξημερώνει ο νέος χρόνος.
Καλή χρονιά σε όλες και όλους. Με υγεία και αγάπη.
*Από το βιβλίο του Σωτήρη Παστάκα, «Νήσος Χίος».









..εξαιρετικό κείμενο……