Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος η βιογραφία του Ένιο Μορικόνε από τον γιο του εμβληματικού συνθέτη Marco Morricone και τον Valerio Cappelli, με τίτλο   “Ennio Morricone, Η ιδιοφυΐα, ο άνθρωπος, ο πατέρας”, σε μετάφραση της Στέλλας Αναστασοπούλου  και της Ιωάννας Καραμαλή.

 

 

Η Μνήμη ως Παρτιτούρα

 

Υπάρχουν βιογραφίες που μοιάζουν με φωτογραφίες — τεκμήρια ζωής, μετρονόμοι γεγονότων, ψυχρές παράγραφοι ανάμεσα σε ημερομηνίες και βραβεία. Και υπάρχουν κι άλλες, πιο σπάνιες, που λειτουργούν σαν παρτιτούρες: δεν καταγράφουν τη ζωή, την ερμηνεύουν. Το Ennio Morricone: Η ιδιοφυΐα, ο άνθρωπος, ο πατέρας, γραμμένο από τον γιο του Μάρκο και τον δημοσιογράφο Βαλέριο Καπέλι, ανήκει ολοφάνερα στη δεύτερη κατηγορία. Είναι μια βιογραφία που δεν κοιτάζει το αντικείμενό της, αλλά το ακούει.

Από την πρώτη σελίδα, το βλέμμα του παιδιού που κοιτάζει τον πατέρα του πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα γίνεται το μόνιμο κάδρο της αφήγησης. Ένα παιδί —ο Μάρκο— που κοιτάζει έναν άνδρα σκυμμένο πάνω στο πεντάγραμμο, να χαράζει νότες με την εμμονή ενός μοναχού. Η περιγραφή αυτή, λιτή και σιωπηλή, είναι κάτι παραπάνω από ένα στιγμιότυπο μνήμης· είναι το θεμέλιο της σχέσης τους, το αξεπέραστο χάσμα που η μουσική άλλοτε γεφυρώνει κι άλλοτε βαθαίνει. «Ήταν ο πατέρας μου, αλλά ανάμεσα σε εκείνον και σ’ εμένα υπήρχε μια τεράστια απόσταση» γράφει ο Μάρκο, και αυτή η φράση λειτουργεί σαν μοτίβο που επανέρχεται, σαν επωδός σε μια συμφωνία για δύο σιωπές.

Ο ήχος της μοναξιάς

Ο Ένιο Μορικόνε, όπως παρουσιάζεται εδώ, δεν είναι ο μυθικός μαέστρος των σπαγγέτι γουέστερν, ούτε ο βραβευμένος με Όσκαρ δημιουργός των The Mission και Cinema Paradiso. Είναι, πρωτίστως, ένας άνθρωπος απολύτως απορροφημένος από το έργο του — τόσο που η ζωή του γύρω μοιάζει να διαλύεται μέσα στις γραμμές της παρτιτούρας. Ο Καπέλι, με τη δημοσιογραφική του ακρίβεια, μας προσφέρει τα γεγονότα: τα φτωχικά χρόνια, τη μαθητεία κοντά στον Πιτζι Πέτράσι, τα βράδια που έπαιζε τρομπέτα για Αμερικανούς στρατιώτες, τη μετέπειτα παγκόσμια καταξίωση. Όμως ο Μάρκο προσθέτει τον υποτόνο — τη συναισθηματική σκιά πίσω από την ιστορία.

Η μουσική του Μορικόνε, μας λέει, δεν γεννιόταν από έμπνευση, αλλά από άσκηση. Δεν είχε τίποτα το ρομαντικό. Ήταν ένας σκληρός, σχεδόν στρατιωτικός ρυθμός ζωής: ξύπνημα στις πέντε, δουλειά μέχρι το μεσημέρι, σιωπή στο σπίτι. Απαγόρευε στα παιδιά του να ακούν μουσική — όχι από αυστηρότητα, αλλά από ανάγκη· γιατί η μουσική, για εκείνον, δεν ήταν διασκέδαση αλλά ιεροτελεστία. Ήθελε να την κρατήσει άθικτη, μακριά από τον θόρυβο της καθημερινότητας.

Μέσα σε αυτή την απομόνωση, ωστόσο, αναπτύχθηκε η βαθύτερη ποιητική του: μια μουσική που προσπαθούσε να μιλήσει τη γλώσσα του ανθρώπινου ψυχισμού, χωρίς λόγια. Ο Μορικόνε συνέθετε για να συμφιλιώσει το χάος — το χάος του κόσμου, αλλά και εκείνο που φώλιαζε μέσα του. Κάθε μελωδία του μοιάζει με προσευχή που δεν ειπώθηκε ποτέ δυνατά.

 

 

Η Ρώμη, το στούντιο, η σιωπή

Η Ρώμη του Μορικόνε δεν είναι η φασαριόζικη, τουριστική πόλη που αναγνωρίζουμε. Είναι μια εσωτερική τοπογραφία: οι δρόμοι της γειτονιάς του Τραστέβερε, οι παλιοί κινηματογράφοι, τα στούντιο της RCA, το μικρό διαμέρισμα όπου η Μαρία, η σύζυγος, του έκρυβε τις σοκολάτες για να τον προστατεύσει από τη λαιμαργία του. Εκεί γεννήθηκαν οι μουσικές που άλλαξαν τον ήχο του παγκόσμιου κινηματογράφου — μέσα σε μια σιωπή σχεδόν ασκητική.

Ο Καπέλι περιγράφει πώς ο Μορικόνε ένιωθε εξόριστος από το ακαδημαϊκό κατεστημένο. Οι συνάδελφοί του τον θεωρούσαν «εμπορικό», επειδή έγραφε για τον κινηματογράφο. Ο ίδιος, ωστόσο, θεωρούσε τον εαυτό του καθαρό συνθέτη. Δεν έκανε διαχωρισμούς ανάμεσα στη «σοβαρή» και τη «λαϊκή» μουσική — πίστευε πως η φόρμα, η αυστηρότητα και η δομή ήταν κοινές σε όλες. Αυτή η στάση, ανάμεσα στην ταπεινότητα και την περηφάνια, διαπερνά το βιβλίο και συγκινεί βαθιά.

Πατέρας και γιος

Η συγκινητικότερη διάσταση του βιβλίου είναι η προσωπική. Ο Μάρκο, χωρίς να εξιδανικεύει, αφηγείται τις στιγμές αμηχανίας, τις παύσεις, τις σιωπές που χώριζαν πατέρα και γιο. Υπάρχει μια λεπτή μελαγχολία στις αναμνήσεις του: η παρουσία ενός ανθρώπου που ήταν πάντα εκεί, αλλά ποτέ εντελώς παρών. Ο Μορικόνε ζούσε «αλλού», μέσα στη μουσική. Κι όμως, αυτό το αλλού καθόρισε τα πάντα.

Η συγκίνηση κορυφώνεται στις στιγμές όπου ο γιος παρακολουθεί τον πατέρα του σε συναυλία. Η ορχήστρα υψώνεται, το κοινό σιωπά, και για μια στιγμή ο Μάρκο βλέπει όχι τον πατέρα του, αλλά τον άνθρωπο που συνέθετε σιωπή μέσα από ήχο. Εκείνη τη στιγμή, το χάσμα των χρόνων μοιάζει να γεφυρώνεται· όχι με λόγια, αλλά με νότες.

Η μετάφραση και η ελληνική έκδοση

Η ελληνική έκδοση από τις Εκδόσεις Μετρονόμος είναι καλαίσθητη, σχεδόν με ευλάβεια επιμελημένη. Το εξώφυλλο —μια φωτογραφία του Μορικόνε μόνο, ανάμεσα σε κόκκινες βελούδινες καρέκλες— συμπυκνώνει την ουσία του: ο συνθέτης ως θεατής του ίδιου του κόσμου του. Η μετάφραση των Στέλλας Αναστασοπούλου και Ιωάννας Καραμαλή είναι εξαιρετικά προσεγμένη: διατηρεί τη ρυθμική απλότητα του ιταλικού πρωτοτύπου, χωρίς να χάνει τη μουσικότητα της φράσης. Σε αρκετά σημεία, η ελληνική απόδοση κατορθώνει να αποδώσει την ευγένεια του ύφους με ακρίβεια σχεδόν μελωδική.

Το άγραφο μέρος της μουσικής

Όπως κάθε μεγάλο έργο τέχνης, το Ennio Morricone δεν αφορά μόνο τον ήρωά του. Είναι και μια άσκηση πάνω στη μνήμη, μια αναζήτηση του τρόπου με τον οποίο οι ήχοι μετατρέπονται σε ζωή — και η ζωή σε ήχο. Το πιο γοητευτικό στοιχείο του βιβλίου είναι η αίσθηση πως γράφεται όχι για να εξηγήσει, αλλά για να κατανοήσει. Ο Μάρκο δεν επιχειρεί να αποκαθηλώσει ή να εξιδανικεύσει· γράφει για να πλησιάσει.

Κάπου ανάμεσα στις σελίδες, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η βιογραφία αυτή είναι στην πραγματικότητα ένα έργο δωματίου — μια σύνθεση για δύο όργανα: του πατέρα και του γιου. Το ένα παίζει το θέμα, το άλλο τις παραλλαγές. Κι έτσι η ζωή του Μορικόνε αποκτά ρυθμό, αντίλαλο, αντήχηση. Όπως και στη μουσική του, το σημαντικότερο δεν βρίσκεται στις νότες, αλλά στον χώρο ανάμεσά τους.

Η ηθική του ήχου

Στις καλύτερες στιγμές του, το βιβλίο αγγίζει κάτι που ξεπερνά την απλή βιογραφία: την ηθική διάσταση της δημιουργίας. Ο Μορικόνε πίστευε ότι η μουσική είναι πράξη ευθύνης. Κάθε σύνθεση όφειλε να υπηρετεί το έργο, όχι τον εαυτό του. Δεν άντεχε τη ματαιοδοξία, ούτε τη φλυαρία. Σ’ αυτό θυμίζει τους μεγάλους τεχνίτες της Αναγέννησης, εκείνους που δούλευαν αθόρυβα, με τη βεβαιότητα ότι η αλήθεια βρίσκεται στη λεπτομέρεια.

Η βιογραφία το δείχνει αυτό χωρίς να το διακηρύσσει. Μέσα από μικρές ιστορίες —την αυστηρότητα στο στούντιο, την αφοσίωση στους συνεργάτες του, την πίστη στη Ρώμη— αναδύεται ένας άνθρωπος που δεν ενδιαφερόταν να είναι θρύλος, αλλά να είναι ακριβής. Η ιδιοφυΐα του, φαίνεται, δεν ήταν προϊόν έμπνευσης· ήταν αποτέλεσμα πειθαρχίας, πίστης και εμμονής.

Επίλογος: η σιωπή μετά τη μουσική

Στις τελευταίες σελίδες, ο Μάρκο περιγράφει την τελετή της κηδείας του πατέρα του. Η Ρώμη σιωπά, η μουσική του αντηχεί παντού — από αυτοκίνητα, από ανοιχτά παράθυρα, από τηλεοράσεις. Και μέσα σε αυτή την καθολική ηχώ, εκείνος συνειδητοποιεί κάτι: πως η απόσταση ανάμεσά τους δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά. Όσο υπήρχε η μουσική, υπήρχε και η γέφυρα.

Το Ennio Morricone: Η ιδιοφυΐα, ο άνθρωπος, ο πατέρας δεν είναι απλώς ένα βιβλίο για έναν μεγάλο συνθέτη. Είναι μια αναμέτρηση με την απώλεια, μια σπουδή πάνω στη μνήμη, μια υπενθύμιση ότι η τέχνη δεν λυτρώνει — απλώς δίνει μορφή σε ό,τι δεν μπορούμε να πούμε. Και ίσως γι’ αυτό το βιβλίο, όπως και η μουσική του Μορικόνε, μας αφήνει με τη σπάνια αίσθηση της σιωπής που ακολουθεί την τελειότητα: εκείνης της στιγμής όπου ο ήχος παύει, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει μέσα μας.