Σε πρόσφατη δημοσιοποίηση στοιχείων, η πρωτιά της Λένας Μαντά στο επίπεδο των δανειζόμενων βιβλίων στις δημόσιες βιβλιοθήκες προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Η δική μου, αντανακλαστική σκέψη, δεν ήταν άλλη από την υπενθύμιση του μεγάλου απόντος από τα ποιητικά πράγματα. Σε αντίθεση προς τις συνήθεις πεποιθήσεις της εποχής, ότι για την κατάντια του ποιητικού γίγνεσθαι ευθύνονται οι ανάλγητοι εκδότες, ο ποιητικός πληθωρισμός των αυτοχρηματοδοτούμενων εκδόσεων, η εγκατάλειψη του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, το απαίδευτο κοινό, δεκαετίες τώρα σταθερά πιστεύω ότι ο μεγάλος εχθρός της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής είναι η κρυπτικότητα. Η δική μου, περιορισμένη εποπτεία στις εκατοντάδες των τίτλων που εκδίδονται ετησίως, αυτό μαρτυρά: ένα απέραντο τραίνο με άπειρα βαγόνια, μισθωμένα για ταξίδι δίχως επιβάτες.

Στις ποιητικές συναντήσεις του φυσιολατρικού ομίλου Πατρών (ομού με την Άννα Νιαράκη, τον Τάσσο Παγιασλή, τον Θωμά Παπαστεργίου και άλλους ανήσυχους, τότε νέους, της Αχαΐας…) θυμάμαι πόσο θύμωνα την ομήγυρη τονίζοντας ότι αν δεν προταχθούν οι ανάγκες του αναγνώστη σε αυτό που γράφουμε, είμαστε καταδικασμένοι στα ράφια των αζήτητων, όχι ως πρόσωπα, αλλά ως τέχνη ολόκληρη. Ουδείς έχει ανάγκη από ποιήματα που δεν μπορεί να καταλάβει, είτε αυτός που τα γράφει αντιλαμβάνεται ότι προσεύχεται σε ανύπαρκτο θεό είτε όχι.

Την ώρα που μουσικοί, επιστήμονες, φιλόσοφοι του καναπέ, προπονητές σχέσεων και άλλοι ψηφιακώς δρώντες ζουν μεγάλες στιγμές την εποχή του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι ποιητές, οι θεωρητικά αρμόδιοι να γεννήσουν τον στίχο που θα κοινοποιηθεί παντού, θα αρμέξει μάτια, θα καθηλώσει ψυχές, θα αναπαραχθεί σε τοίχους και στάσεις λεωφορείων, δεν καταφέρνουν να εισχωρήσουν πουθενά.

Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Οι Domenica άδουν Μήτσο Παπανικολάου:

Πέρασες όπως περνούνε

Όσα δεν θα ξαναρθούνε

Σε κρατώ στον νου μου ακόμα

Σαν τριαντάφυλλο στο στόμα.

Αν τέτοιους στίχους έχει ανάγκη η εποχή, ποιος θα γιατρέψει τη ναρκισσιστική διαταραχή των γραφιάδων για να γραφτούν;