Ανάλωσα όλη μου τη ζωή στο σταυροδρόμι της Προόδου περιμένοντας όρθιος με το
ρολόι στο χέρι, όπως ακριβώς οι κυνηγοί φαντασμάτων, την ακριβοθώρητη βασίλισσα της
στιγμής.
Το μόνο που ήθελα ήταν ν΄αγκαλιαστούμε βιαστικά κάτω απ΄τον φανοστάτη, να φιληθούμε
δυο τρεις φορές στα χείλη με μικρά ραμφίσματα όπως ερωτοτροπούν τα πουλιά και να
χωρίσουμε αμέσως μετά,
ίσως για λίγο, ίσως για περισσότερο, ίσως για πάντα.
Δεν μ΄ ενδιέφερε το encore, μου ήταν αρκετό το ενσταντανέ, όμως εκείνη δεν ερχόταν και
στις αλέες της Προόδου θρόιζαν οι ευκάλυπτοι.
Πηγαινοερχόμουν με αγωνία, και βιαζόμουν να περάσει η ώρα, κι η μέρα και να περάσουν
τα χρόνια, ώσπου να φτάσει επιτέλους η πολυπόθητη στιγμή, και να την δω να παρκάρει το
αμάξι της στην γωνία.
Σιγά σιγά έχτισα μέσα μου έναν πύργο περίτεχνο από τραπουλόχαρτα,
κι αναρριχήθηκε πάνω του σαν βαθυπράσινος κισσός τ’ όνειρό μου.
Ο κόσμος κατέρρευσε. Τα νοσοκομεία ξεχείλισαν. Τηλεγραφούσα ειδήσεις. Με ξέχασαν.
Όταν τελικά ήρθε αποδείχθηκε κουμπωμένη σαν πανωφόρι, ξινή σαν λεμόνι και πουριτανή
όπως η βασίλισσα Βικτωρία.
Καλύτερα να μην ερχόταν ποτέ.









