Περί των κατά χώραν Κύπρον Σκαιών

Νεόφυτος Ο Έγκλειστος

1143 μ.Χ.

 

 

Καλά τα λες και τα φαντάζεσαι μες στην εγκλείστρα σου Νεόφυτε, σα γράφεις. Σαρακήνοι, ληστές, Ισαάκιοι κι Ιγκλίτορες. Σφαγές, λεηλασίες και ξενιτεμός των αρχόντων εις την Πόλη. Μα, να, πέρα από τα Λεύκαρα και πέρα από του Μελισσόβουνου τη Σπηλιά, στα όρη τα ψηλά της Μαραθάσας, του Σετράχου οι πηγές, άλλα ιστορούν. Πώς εφτιάξανε μέσα στους δρύες οι μοναχοί της Βορινής το παρεκκλήσι, για να ξεπλύνουνε το αίμα των βαρβάρων, αναστηλώνοντας των Πατέρων τες Εικόνες. Διότι οι Αγαρηνοί, απ’ του Ξερού τα μέρη ξεκινώντας, από πλοία λερά εφορμήσανε, πάνω στα βουνά μας να γυρνάνε, αφού χορτάσανε του κάμπου το γιουρούσι. Μα δεν ήμαστε πάντα αρνιά για σφαγή. Τα χώματά μας τα ιερά, μες των δασών, στων ρουμανιών τα μέρη, σαν επατήσανε, βρήκανε θάνατο φρικτό, απ’ το δικό μας χέρι. Βαθιά μες στη χαράδρα τους εθάψαμε, τι οι ξένοι μαγαρισμένοι είναι,  λαφυροδαίμονες και βιαστές κι εμείς περήφανοι ορεσίβιοι, αρχόντοι, τέτοια ντροπή δεν την βαστάμε. Έτσι, λοιπόν μαθές, μάθε και τούτο, πως κείτονται νεκροί στου ποταμού την κοίτη, με ένα σημάδι ξύλινο, σειρά οι Σαρακήνοι. Υγρό είναι το μνήμα τους, ο ποταμός αστείρευτος κυλάει, κι οι κερασιές με τα κορμιά τους λίπασμα, στον ουρανό υψώνουν τα κλαριά τους, να κόβουμε εμείς γλυκό καρπό, ζουμί απ’ τη θανή τους, να απλώνουν ρίζες στα ριζά, να ανάβουμε καντήλι, στης Παναγιάς μας το βωμό, να ευλογά Εκείνη, εμάς που αντισταθήκαμε στου άδικου τη δίνη και φτιάξαμε μες στον γκρεμό, θεόρατη γαλήνη…