Σκίτσο: Χρήστος Παπανίκος

Συλλείτουργο Αϋπνίας

[Αυτοέκδοση]

Α΄ Δημοσίευση

Αθήνα 2004

 

Τρείς νύχτες κράτησε το αλλόκοτο πλησίασμα.

Τρείς νύχτες και χείλη σφαλισμένα δεν μπόρεσαν να πουν το «σ’ αγαπώ».

Τα δάκρυα του Θεού κυλούσαν στο γιορτάσι του Έρωτα και τώρα,

ένα χρόνο μετά, ο πόνος κλειδώνεται μέσα σου. Σημαντικότερος όλων

ο πρώτος χρόνος της απώλειας.

Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Γιόρτασες ξανά και ξανά όλες τις γιορτές,

μα σε συμβίωση με την απώλεια. Το ημερόλόγιο έσκισε όλες τις σελίδες.

Η πίσω πλευρά τους είναι πλέον κενή.

Συναξάρι απουσίας. Αστροφώτιστα ενύπνια μοναξιάς.

Ημέρες καθοδηγητικής απορίας. Τι έφταιξε στον ανυπόφορο Έρωτα;

Η μονάδα, έτσι κι αλλιώς, είναι το ήμισυ μιας δυάδας.

Η μαρτυρική αναμονή κι η πολύχρονη σιωπή συν-έγραψαν

το συναξάρι του Έρωτα καθοδηγούμενες από την ρυθμιστική δύναμη

του πεπρωμένου.

Πώς να ξεφύγω δίχως λέξεις;

[1]

Νύχτα πρώτη

 

Στο γέρμα του ήλιου

μια εγκαυστική εικόνα

αναδύθηκε από το βάθος του ορίζοντα

Σπασμός αδηφαγίας

Αυτοαποπλάνηση

Αλαζονικές αντιφάσεις

Το ψέμα είναι το αλάτι της αλήθειας, μονολογείς

Το πρελούδιο μιας αμετάκλητης νύχτας

ξεπροβάλει από τα τρίσβαθα

του ονειρικού κόσμου

Όνειρα που ταξιδεύουν οτοστόπ

Μια μορφή

Μελανόχρωμες κηλίδες τα μάτια, ιδεοφορούν τον χαμό

και τον όλεθρο του ακαταμάχητου ερωτισμού τους

Δυο χείλη πρωτόχερα κεράσια της άνοιξης ανάγλυφα

μιας αχαλίνωτης ζωτικότητας

Δυο ώμοι εύγλωττα σιωπηλοί, σηματοροί της αρτίτοκου

ολοκληρωτικής φαντασίας

Ένα ζευγάρι μικρά, σχεδόν εφηβικά στήθη, λαγνουργούν

με νωχελική ηδυπάθεια, ως δίδυμες εστιάδες, την ικετήρια επίκληση

Το στρογγυλό υπερώο ως ηχείο βιολιού, αντιδονούσε ανοχύρωτο,

τους παλμούς ενός ατελεύτητου ταξιμιού μιας Ανατολής π’ ακόμη αργούσε

Αντίκρυ του, ο υδατοφράχτης, δόκανο ακατέργαστο, γκρεμός αλαφιασμένων

ψιθύρων που κάπου στο βάθος του κρύβεται το σκοτεινό μπουμπούκι

του τριαντάφυλλου

Το μελανόχρωμα της φυλλωσιά της

Ένας κρίνος που αιμορραγεί

Το θράσος της ομορφιάς

 

 

 

[2]

Νύχτα δεύτερη

 

Μεταξύ της προτεραίας και της υστεραίας

Της απαντοχής και των αισθήσεων

Ανεπίστροφη πορεία

Χαλασμένη πυξίδα και λάθος ο χάρτης

Κίνηση πυρετώδης

Οι παρενέργειες του ερωτικού παροξυσμού

ουρανίζονται την αιφνίδια έκλαμψη

της σωματοψυχής των δυο

που ήλθαν σε σάρκα τε και ψυχή μια

Ένα κορμί από άγριο κρεμ μετάξι

Λαχανιασμένα μουρμουρητά

Ευγενής η παραλληλία στο αίσθημα

Διηνεκής η ρευστοποίηση του ελάχιστου χρόνου

Η ραψωδία των συνενόχων της απουσίας,

εικονογραφεί τον πολιτισμό των συν-αισθημάτων

a contrario στην παγωμένη ουδετερότητα της θέας

Τα άμφια της πολύμοχθης σάρκας,

σα ξέφτια λησμονημένων ουρανών

παραμερίζουν

για να φανούν τα αρχαία θηρία της ψυχής

Καθολικά ασεβής

η σκιά του ερωτομανούς ανέμου,

σκίζει την πένθιμη ομίχλη

και το ζευγάρωμα των κορμιών

έχει το καταχρηστικό προνόμιο

της βραδυφλεγούς εκδίπλωσης

του μεγάλου αθέατου

 

[3]

Νύχτα τρίτη

Νύχτα ανάστερη και το φεγγάρι κρυμμένο σα να πενθεί

Το καθρέφτισμα του Έρωτα

στο ψυχρό φως του χρόνου,

ένας σιωπηρός

κι επίμονος σπαραγμός

Η Αγία Μέθη της ιεροτελεστίας του σώματος

αποκαλύπτει το βλέμμα με τις χίλιες λέξεις

μέσα από την λυτρωτική αφωνία

της μεταφυσικής του αγγίγματος

Το ημερολόγιο της μνήμης εκκολάπτει τις επερχόμενες απουσίες.

Η θλίψη στάζει

ως ιδεώδης μεταφορέας

της προδιαγεγραμμένης απώλειας.

Μια μοναξιάρικη κραυγή κι ο βίος ανεόρταστος

Η μαύρη προοπτική της τύφλωσης

σκιαγραφείται με το πρώτο φως

στο ξημέρωμα μιας άλλης μέρας,

όπου το πριν και το μετά οικοδομούν το τίποτα.

Η μυστική μου φίλη η νύχτα,

τραγουδάει ψιθυριστά ονόματα

που φέρνει το νερό της λησμονιάς

και το δοχείο της ζωής δεξιώνεται

τα φυλαχτά και τα ξόρκια μιας μορφής αφανέρωτης

Το βλέμμα είναι η πιο σύντομη ευθεία ανάμεσα σε δυο εκκωφαντικές σιωπές

…και μια ανάμνηση

Καταφάσκω… για να αρνηθώ

Σέβομαι… για να παρωδήσω

Ιδιοποιούμαι… για να υπονομεύσω

 

[4]

 

Η αποτυχία του αδικαίωτου

Η αυλαία μένει ανοιχτή και μετά το τέλος της παράστασης

Μια ανάμνηση

Για πάντα…

Αθήνα

Μάιος-Ιούνιος 2004

Μεταξουργείο

[5]