Ι
Χρόνια βαδίζω πάνω σὲ μιὰ μεταφορὰ
σὲ δρόμο ποὺ τὸν ἔπιασα ἀπ΄τὶς μασχάλες
σὰν τὸν παραλυτικὸ τῆς Βηθεσδὰ
ἕνα τερτατημόριο πρὶν
τὴν ἀνύποπτη ἔγερση.
Ἡ ἀφηρημένη τέχνη θὰ εἶναι πάντα
μιὰ μόνον εὐλαβὴς σιωπὴ
ἀπὸ τὸν πόλεμο ποὺ μόλις ἔρχεται ἤ μόλις
ἀφανίζοντας παρῆλθε
μὲ χρώματα εὐθυτενῆ After the flood
τὸ νόμισμα ἀενάως τοῦ ἐξαργυρώνει ὁ Klee
γιὰ νά ΄ναι μὲς τὴν ἐρημιὰ τὰ χρόνια μας ἀκέραια
ἤ κάπως ἔτσι -πολὺ πολὺ θὰ θέλαμε-
ἔστω
γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἐπιτέλους στριμωχτὰ μέσα σὲ τόσες πέτρες
βουβές, ποὺ κλώθουνε Μονόπετρο τὸν θάνατο
μὲ βία.
Κι ὅμως
κάποτε κάποτε
στὸν ἡλιοτροπισμὸ τῆς θάλασσας
κοιμόταν ὁ Ρεμπὼ αἰωνιότητα κι ὁ Νίτσε μὲ βηματάκι
χοροπηδηχτό, μισὸ ἀπ΄τὴν παράνοια πιὸ πέρα,
ἀπ΄τὸ μηδὲν ἀφυπνιζόταν.
Κι ἀπὸ τοῦ βράχου τῆς Σογδιανῆς τοὺς φτερωτοὺς ἀλπινιστὲς
ὥς τὰ φτερὰ ποὺ ντύθηκε στὶς ἐκκλησιὲς ὁ Ἅη-Γιάννης,
βαθύκολπος σὰν τὸν καημὸ ὁ πόντος καὶ τῶν μεγίστων
Μέγας: μικρὸ βαρκάκι θέλει γιὰ νὰ χοροπηδᾶ ἡ ἀνάσα
στὴ φονική του ἀθωότητα
κι ἔτσι καὶ πάλι τότε
συρτὸ τὸ Φῶς μὲς στὸν χορὸ τὴ νύχτα θὲ νὰ τέμνει
πάνω σὲ μία τόλμη ἀκριβὴ ἀναπνοῆς
ἐκεῖ
ποὺ κάθε σκέψη σωσίβια ἕνα πουλὶ ὠδικὸ
χωμένο μὲς στὸν θόρυβο τραγούδι θὰ τινάζει
κι ἐμεῖς
δὲν θὰ γυρνᾶμε πίσω στὸ σπίτι πεινασμένοι.
Ὁπόταν
μικρὲς δονήσεις στῆς γῆς τὴν ἀγκαλιὰ
ἀπ΄τὴν πατοῦσα
πιάνεται ὁ χορὸς
καὶ ὡραιώνεται στὰ διαβήματα τῶν παπουτσιῶν
τόκ- τὸκ τὸκ τόκ, τόκ- τὸκ τὸκ τόκ, ποὺ τοῦ ρυθμοῦ
ἡ εὐωδιὰ ὥς κι ἀπὸ τὸ ὑπέρθυρο νὰ βγαίνει
σιωπὴ παντοχαρά.
Ἄχ! καλαματιανέ μου, συντρόφι ἀλλοτινὸ τῶν παρακλήσεων…
Δὲν ξέρω ἐπείγει ἡ ὥρα
«Εἶναι καιρὸς νὰ εἶναι καιρός», ποὺ λέει κι ὁ ποιητής,
παλίντονους τοὺς ἑαυτούς μας νὰ γυρέψουμε
μὴ καὶ φανοῦμε τυχεροὶ καὶ ἀκούσουμε
καταμεσῆς Ἰούλιο
τριζόνι ἀπονύχτερο Ἡρακλείτου.
ΙΙ
Πάλιωσε ὁ πλανήτης.
Γιγάντια Hoover ἡ νέα Οὐτοπία ρουφάει ὅλον τὸν Θεὸ
καὶ ὅ,τι ἀπόμεινε ἀπὸ τὸν ἴσκιο τοῦ ἀνθρώπου.
Καημένη Γηραιὰ Κόρη μὲ τὰ μεγάλα μάτια…
περίτεχνος ὁ τάφος σου καὶ τὰ τακούνια σου
χρυσὰ
σὰν τὰ μπουντρούμια σου!
Τόπο πουθενὰ ὁ ποιητής.
Κι ἐγὼ συμβαίνει νὰ ὀνειρεύομαι ἀκόμα
-ἀπίθανος ρεαλισμός-
δὲν γίνεται ὅμως ἀλλιῶς
Ἑτοιμοθάνατος ὁ καιρὸς φτάνει στὸ σημεῖο
Μηδὲν
Θάρρος
νὰ ἐπαληθεύσουμε ἀναπνοὴ
στὴν πιὸ ἀνόθευτη περιοχὴ τοῦ αἰνίγματος
Ἄ, τί ἀπόκοτο καὶ τοῦτο κωμειδύλλιο!
Ζέστα καὶ ψύχρα μαζί.
Πιὰ δὲν ακοῦμε τίποτα.
Πῶς νὰ κολυμπήσουμε στὶς ξέρες;
Ὡστόσο ἐπιμένω
ἀνυπόφορα ἐπιμένω νὰ συντηροῦμαι
ὥς κι ἀπ΄τοὺς ἀγίνωτους καρποὺς
ποὺ δρέπει μοναξιὰ ἡ σελήνη σὲ ὕπνο
μεσημβρινὸ παρέα
μὲ τοὺς ἐρωδιοὺς τοῦ Θεοῦ.
Κουμπώνομαι τὴν ἀνάσα μου καὶ δια-
περνῶ τὸν Ἐφιάλτη ὁλόισια
μήπως καὶ φύγει ὁ τύραννος
Ὕβριν χρὴ σβεννύναι μᾶλλον…
ἤ
Στὸ φῶς τῆς μέρας τέτιγγες
τῆς νύχτας σεῖς τριζόνια
ἀποκοτιές μου ἀληθινὲς ἐλᾶτε μου
μὲ τὶς πευκοβελόνες τοῦ δρυμοῦ
κι ἀπὸ τὴν ἄμμο κρίνα
τῆς ἔγκλειστης Ἱστορίας τὴν πόρτα ξεκλειδῶστε.
ΙΙΙ
Κατόπιν τούτων,
ἄς υποθέσουμε σὲ δρόμο μείζονα τριανταφυλλὶ
παραλλαγὴ ἐσχάτη μουσικὴ
μιὰ πρόταση εὐφωνική:
λαγοκοιμᾶται ἡ θάλασσα πρὶν τὸ γλυκὸ φιλί μας
στὴν ἄκρια τῆς ψαρόβαρκας τρίψει
καυτὰ διαμαντικὰ
καὶ θυμηθεῖ
πάλι ὁ νοῦς ἀποσπερίτης νιούτσικος
τὸ σῶμα πρωτοπλάστου, ποὺ
ἀπ΄τὴ λιγνὴ καταπακτὴ στὴ μαλακιά του τὴν καρδιὰ
χύνει ξανὰ ἀμόλυντος τὴν ἄνασσα πνοή του.
Ἐδῶ ἄς σταθοῦμε
ἀπέχοντας ἀπ΄τὸν ἀνθρωπισμό μας τόσο
ὅσο τὸ βόλι ἀπ΄τὸ ἀθῶο θύμα του
μιὰ ἰδέα δηλαδὴ δικαιοσύνης ἄπεφθης
ποὺ ἄν τύχει καὶ τὴν κάνουμε σφυγμό μας
ἀλλιῶς ἀρχίζουν νὰ μετροῦν τὴν ὥρα τὰ ρολόγια
Τόκ-τὸκ τὸκ τόκ, τόκ-τὸκ τὸκ τόκ:
εἶναι τὸ μέλλον ποὺ μᾶς γνέφει ἀλέκιαστο
ἄν μοιάζει ἀλήθεια πὼς
καμία ἠθικὴ δὲν εἶναι ἀρκετὴ
γιὰ νὰ γεμίσει τὸ κενὸ τοῦ μονολόγου μας
ἔλα
στὴν πλώρη πρῶτε μου ἑαυτὲ
καὶ μὲ τὸ πόδι τὸ δεξὶ χωμένο στὴν ἁρμύρα
πιᾶσε χορὸ λικνιστικὸ στὴ βάρκα καὶ προχώρα
σὲ δρόμους τερπνοὺς ἐναλίους
τὸ μετὰ θὰ εἶναι πάντα μαζὶ
στὸ χέρι ποὺ κρατᾶς μὲ τὸ χρωματιστὸ
μαντήλι
καὶ εἶναι ὁ κόσμος ὅλος
μετάρσιες τοιχογραφίες
στὴν ἐρημικὴ τῶν ἀνέμων
τὰ λυπηρὰ πλάθουνε Νοσταλγία Κρήνη
σὲ ἀπόσταση ἀναπνοῆς
Ἄν ἤπιε λάλον ὕδωρ ὁ Δούκας Λάσκαρις
ἀλήθεια
τὸ σῶμα ξέρει νὰ τὴν πεῖ
καὶ τὸ τριζόνι ἐπίσης
στὶς κρύπτες τοῦ καλοκαιριοῦ
τριγμὸς ἀρχέγονος τοῦ ἀρρήτου.









