Τον Απρίλιο του 2023 κυκλοφόρησε το τρίτο ποιητικό έργο της Παναγιώτας Λάσκαρη με τίτλο «Επτά μικρά άλγη για μια νοσταλγία» από τις εκδόσεις Κουκκίδα. ‘’Πρόκειται για ένα «συμφωνικό» ποιητικό έργο, σε επτά μέρη με οργανική ενότητα, αυστηρή δομή και εσωτερικές ανταποκρίσεις των μερών, […] ένα έργο με εμφανή και αφανή διακειμενικότητα και διακαλλιτεχνικές συνδέσεις’’  με κύριο στόχο της δημιουργού ‘’να συναντηθούν στο ποιητικό σώμα λόγος, μουσική και εικαστικές τέχνες, όχι τόσο ως διακειμενικές-καλλιτεχνικές αναφορές όσο ως οντολογικές συνδέσεις, ώστε να επιτευχθεί μία οντολογική, μουσική και ζωγραφική εξεικόνιση του νοήματος: μία ποίηση που να ακούγεται και ως μουσική και να «βλέπεται» και ως ζωγραφικός πίνακας.’’(βλ. σχετικά το σημείωμα της ποιήτριας στο Περιοδικό Περί Ου (periou.gr), 15-4-2023).

Με την ευκαιρία της έκδοσης της συλλογής συζητήσαμε με την Παναγιώτα Λάσκαρη σχετικά με το έργο αυτό:

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΟΠΟΥΛΟΣ: Κυρία Λάσκαρη, η νέα σας ποιητική συλλογή –ή, ορθότερα, ποιητική σύνθεση– με τίτλο «Επτά μικρά άλγη για μια νοσταλγία» αποτελεί το πιο σύνθετο και πολυφωνικό έως τώρα έργο σας. Ο μαγικός αριθμός επτά αποτελεί το στέρεο δομικό στοιχείο του όλου, καθώς το έργο είναι δομημένο σε επτά ενότητες. Μιλήστε μας όμως για τα ισάριθμα άλγη του τίτλου και για τη σχέση τους με την Ιστορία.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΛΑΣΚΑΡΗ: Τα άλγη τα έχει προκαλέσει, ή μάλλον τα προκαλεί, η Ιστορία. Στις επτά όμως ενότητες της σύνθεσης, η Ιστορία δεν αποτελεί,απλώς, την αφόρμηση, αλλά ούτε είναιο στόχος, υπό την έννοια της στροφής προς το ιστορικό παρελθόν της Τουρκοκρατίας, της Επανάστασης και της νεότερης Ελλάδας. Σκοπός μου δεν ήταν η εξύμνηση της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου του ελληνικού παρελθόντος. Βλέπετε, η Ιστορία είναι η πραγματικότητα του ανθρώπου: εντός της αγωνίζεται, εντός της πέφτει, εντός της σηκώνεται, εντός της ασχημονεί, εντός της μεγαλουργεί, εντός της ανθρωποποιείται, εντός της βρίσκει τον Θεό του, που την καταδέχτηκε με την Ενσάρκωσή Του. Τα άλγη που προξενεί, αλλά και τα μικρά θαύματα που επιτελεί, λειτουργούν ως παράγοντες αυτοσυνειδησίας προσωπικής, εθνικής, υπερεθνικής, οικουμενικής, οντολογικής.Ήδη από τα πεζόμορφα τμήματα κάθε μέρους (ένα στην αρχή καθεμιάς από τις ενότητες) εγκαινιάζεται το σταυροαναστάσιμο κλίμα της συλλογής, που τη διατρέχει από την αρχή ως το τέλος. Έτσι, ο Νόστος λαμβάνει εσχατολογική προοπτική.

Γ. Κ.: Νόστος, λοιπόν, και η επακόλουθη νοσταλγία. Μία νοσταλγία τεμαχισμένη σε επτά μέρη;

Π. Λ.: Πράγματι, ήδη από τον τίτλο επισημαίνεται ότι η νοσταλγία είναι μία. Τα ομότιτλα ποιήματα, ένα σε κάθε ενότητα της σύνθεσης, αποτελούν εν τέλει ένα συνεχές. Θα μπορούσε κανείς να τα διαβάσει ως ένα ποιητικό συνεχές από τη μια ενότητα στην άλλη. Τα ιστορικά στοιχεία κάθε πεζόμορφου και κάθε παραδοσιακού ποιήματος που ακολουθείαποτελούν το έναυσμα για να ενεργοποιηθεί το περιεχόμενο της Νοσταλγίας. Κάθε Νοσταλγία έχει χρονικούς ημερονύχτιους προσδιορισμούς και αποτελεί στάδιο-αναβαθμό προσωπικής ανάπτυξηςτης ηρωίδας στο ταξίδι-πλεύση της αυτογνωσίας-πατριδογνωσίας. Η ανάπτυξη συντελείται επειδή ακριβώς είναιδιαλογική με τον άλλο, τους άλλους και τον Άλλο,και κάπως έτσι ο άνθρωπος γίνεται Πατρίδα. Ας προσθέσω, τέλος, ότι η Νοσταλγία είναι εσχατολογική: απευθύνεται στο Μέλλον και έρχεται από το Μέλλον. Δεν εμφορείται από μελαγχολία∙ τουναντίον, αποτελεί ακρότατο τέντωμα της Επιθυμίας, με κεφαλαίο και αυτή.

 

Γ. Κ.: Μιλήσατε για Επιθυμία. Με ποια έννοια είναι αυτή παρούσα στη συλλογή;

Π. Λ.: Από την αρχή της συλλογής, από τη μια, αναλαμβάνεται με πλήρη επίγνωση η επιθυμία της αναστροφής με το άλγος. Η οδύνη δεν απωθείται.Κι από την άλλη, σε διαλογική συνάφεια με την ανάληψη του πόνου, η Επιθυμία-Έρωτας, ως οντολογικό γεγονός, εκφράζει τη δίψα του ανθρώπου για το Απόλυτο. Εξαρχής η πλεύση, σηματοδοτώντας αυτή την πορεία προς το Απόλυτο, έχει αναστάσιμη προοπτική. Αποτελεί μια σαρακοστιανή διαδρομή σε μια πασχαλινή αναζήτηση. Έτσι αρχίζει η συλλογή και έτσι τελειώνει. Στο τελευταίο ποίημα έχουν επιτευχθεί, ως η απόληξη του περάσματος από τον έναν αναβαθμό στον άλλο, όσα στο πρώτο τέθηκαν ως επιδίωξη, κατά τρόπο, όμως, που όλα τα στάδια, από το πρώτο ίσαμε το τελευταίο, συγκεφαλαιώνονται, θνήσκουν και ανίστανται, σε καθεμιά από τις επτά ενότητες.

 

Γ. Κ.: Πράγματι, στο πρώτο μέρος υπάρχει ένα ποίημα που επιγράφεται «Λόγια της πλεύσης» και η ποιητική σύνθεση τελειώνει με το ποίημα «Πλεύση πυρός περίπτερη». Πώς εννοείτε την πλεύση, που αποτελεί επίσης έναν από τους αρμούς της σύνθεσης;

Π. Λ.: Πρόκειται για μία πλεύση ομιλούσα. Λέγει και τελεί. Πιστεύω ότι ο λόγος της Ποίησης είναι λόγος τελεστικός. Δε λέει απλώς τα πράγματα, τα ποιεί. Δεν τα ορίζει· τα πλάθεικατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν. Η πρωταγωνίστρια του ποιήματος είναι μια γυναικεία μορφή με εικαστικό προφίλ, (ενδεχομένως το alterego του ποιητικού υποκειμένου σε μία από τις εκδοχές του, αλλά όχι μόνον αυτό), που σταδιακά αρθρώνει πρόταση εισβολής της Ποίησηςσε όλες τις διαστάσεις της ζωής. Αξίζει, νομίζω, να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι όλα τούτα προσημαίνονται στο προοιμιακό ποίημα της σύνθεσης που επιγράφεται «Σπίτι σε νόστο»: Το σπίτι-«παλιό σκαρί» σε νόστο αναφέρεται στο ταξίδι της αναζήτησης υπαρξιακής και οντολογικής πληρότητας, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, με όχημα την ελληνική γλώσσα και δη την ποιητική μεταμορφωτική της δύναμη, στην εύρεση της Πατρίδας ως πολυεπίπεδου σημαινομένου. Πατρίδα γινόμαστε ο ένας για τον άλλο («σαν περγαμόντο αρχαίο | που μοιράστηκε και έκτοτε άστρο ανέσπερο | ξημέρωσε στο έσω δώμα») και Πατρίδα είναι για εμάς ο Ουρανός (συνεκδοχικά ο Δημιουργός μας). Η Πατρίδα, λοιπόν, υποστασιοποιείται ως ΣΧΕΣΗ πληρότητας.

 

Γ. Κ.:  Μιλήστε μας και για την «πράσινη απρονοησία». Τελικά, αποτελούν αυτή, αλλά και η ολιγάρκεια, προϋποθέσεις για την «πλεύση φωτός» που ευαγγελίζεσθε;

Π. Λ.: Όντως, η «απρονοησία», η γεμάτη ελπίδα ανιδιοτέλεια, αποτελεί όρο και προϋπόθεση του νόστου. Το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει στο καταληκτικό ποίημα της συλλογής: «Όλη μου τη ζωή παίρνω μαζί μου τα λιγότερα | για να ανεβαίνω ελαφριά στην πάνω πύλη των ανθέων». Βλέπετε, οι πολλές επιθυμίες βρίσκονται στον αντίποδα της Επιθυμίας. Οι άπληστοι και ματαιόδοξοι Ναβουχοδονόσορες (ας θυμηθούμε εδώ τον περίφημο ομότιτλο πίνακα του Μπλέηκ, τον οποίον υπαινίσσεται ένα ποίημα της συλλογής) λειτουργούν ως η δραματική αντίθεση στην πατριωτική ανιδιοτέλεια της Μαντώς Μαυρογένους, στο υπαρξιακό αδιέξοδο της Ελισάβετ Μαρτινέγκου−που ασφυκτιούσε μες στο ανδροκρατούμενο περιβάλλον της Ζακύνθου− ή στην αγιότητα του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που με την άδολη «λιγοσύνη» του «κολάφισε τη δύναμη». Υπό αυτούς τους όρους, η πλεύση λαμβάνει εσχατολογικές διαστάσεις, χάρη στη σύνδεσή της με την Επιθυμία, και το Ποίημα ως γλωσσικό και υπεργλωσσικό γεγονός γίνεται ο οντολογικός τρόπος αυτής της σύνδεσης.

 

Γ. Κ.: Όπως καταλαβαίνω διαβάζοντας τη συλλογή, σάς απασχολεί σε αυτήν έντονα το θέμα της έπαρσης, της αλαζονείας, του ναρκισσισμού και της ματαιοδοξίας του ανθρώπου. Από την άλλη, ένα ποίημα της συλλογής επιγράφεται «Γυμνό το αληθινό». Αναδεικνύονται αντιστικτικά η πτωχεία και η Συγχώρεση. Μιλήστε μας για τη συγκεκριμένη πτυχή του έργου.

Π. Λ.: Πράγματι, «Γυμνό το αληθινό». Η Αλήθεια-Ομορφιά, όσο ανείπωτη, άλλο τόσο αποκαλυπτόμενη ποιητικά είναι, και διά της γλώσσας και άνευ αυτής. Η Συγχώρεση, από την άλλη, πλάθει και σμιλεύει τη Γλώσσα, την εξαγνίζει και την αναγεννά, και έτσι η γλώσσα γυρνάει πίσω και συγχωρώντας σώζει τους νεκρούς της: πρόσωπα που μίλησαν και λόγια που ειπώθηκαν.

Επίσης αναρωτιέμαι συχνά, μιλώντας γενικά: πώς ξεκινά και πώς καταλήγει, αναφορικά με την ουσία της, μια επανάσταση; Αρχίζει με αίτημα το δίκαιο και την αποκατάστασή του, αμαυρώνεται όμως πολλάκις από την ανθρώπινη ιδιοτέλεια και ματαιοδοξία και ενίοτε καταλήγει μια ωμή πραγματικότητα επίδειξης και επιβολής ισχύος. Και πώς μαρτυρεί για την υπαρξιακή σαθρότητα αυτής της πραγματικότητας η στάση της Ελισάβετ Μαρτινέγκου! Ή, για να αναφερθώ σε ένα άλλο ποίημα της συλλογής, που αφορμάται από τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα στη Μαριούπολη, το «Πόλη Μαριάμ».Ας θυμηθούμε τις εικόνες της πολεμικής φρίκης που όλοι παρακολουθήσαμε στην τηλεόραση. Εμείς είδαμε απλώς, συνάνθρωποί μας όμως ζουν μέσα στην τραγική αυτή κατάσταση… Εκεί, στον Κιμμέριο Βόσπορο, όπου, κατά τον μύθο, ο Ηρακλής όργωσε τη γη με γιγάντιο ταύρο, εξ ου και Ταυρίδα. Σκόπιμα μετάλλαξα στο ποίημα τον ταύρο σε κάπρο, τέρας καταστροφής, για να δείξω πως η περιοχή από τα πανάρχαια χρόνια αποτέλεσε θέατρο μαχών, καταστροφών και θηριωδίας. Χώρο άσκησης της βίας και της επιβολής. Και δεν εξαιρείται κανένας από την ευθύνη της συμμετοχής σε αυτές, ούτε οι Έλληνες ως θηρευτές κάποια στιγμή της δύναμης και του πλούτου. Τα Ελληνικά, όμως, και η πολιτισμική πρόταση που κομίζει αυτή η γλώσσα, μαζί με τον ελληνικό πολιτισμό που άνθισε εκεί στη διάρκεια των αιώνων, είναι μια άλλη υπόθεση, εκ διαμέτρου αντίθετη.

 

 

 

Γ. Κ.:  Αφροδίτη της Μήλου και γλυπτά του Παρθενώνα εν ομηρία, Θεόδωροςκαι Πάνος Κολοκοτρώνης, Ελισάβετ Μαρτινέγκου, Μαντώ Μαυρογένους, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και πάλι, στο Ναύπλιο αυτή τη φορά, Διονύσιος Σολωμός, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (οι δύο τελευταίοι παρόντες ήδη από το μότο της συλλογής μέσω της γνωστής προτροπής του Ελύτη). Αυτή είναι, λοιπόν, η πατρίδα μας; Τα προαναφερθέντα πρόσωπα που συνδέονται με τα επτά άλγη της συλλογής σας; Τα πάθητους και η οδύνη τους; Δεν είναι αλλιώς εφικτή η Ανάσταση; 

Π. Λ.: Σε όλες τις παραπάνω μορφές υπάρχει ένα κοινόμεγαλείο: εξέφρασαν, στις ανθρώπινες στιγμές της μοναξιάς τους, την Πατρίδα,υπό το φως μιας μεγαλοσύνης που καμιάμακρο-ιστορικήπροσέγγιση δεν μπορεί, έστω και επιδερμικά, να συλλάβει. Θα δώσω ένα παράδειγμα μόνο: Στην πέμπτη ενότητα της συλλογής γίνεται λόγος για τον Κολοκοτρώνη. Στο «Ανάπλι» ο όχλος τον χλεύαζε, τον εξύβριζε και του πετούσε αντικείμενα. Το ένα του μάτι τραυματίστηκε σοβαρά κι ο Κολοκοτρώνης αιμορραγούσε κι έκλαιγε μαζί. Μα ο γέρος του Μοριά, όπως αναφέρει το ποίημα «Τα περασμένα τα πικρά», τους συγχώρεσε. Το μεγαλείο του Κολοκοτρώνη αποκαλύπτεται περίτρανα σε αυτήν ακριβώς την αρχοντική μεγαλοπρέπεια της Συγχώρεσης: κάπως έτσι ο άνθρωπος γίνεται Πατρίδα. Η Συν-χώρηση αποτελεί, λοιπόν, οντολογική πρόταση νοήματος, που εξαγνίζοντας μεταμορφώνει και τη γλώσσα, όπως είπαμε παραπάνω. «Τα περασμένα τα πικρά στη θάλασσα τα ρίχνω»…Ανάσταση, χωρίς τη νικηφόρα αυτή αναμέτρηση με το άλγος, είναι «πουκάμισο αδειανό»…

 

Γ. Κ.:   Θα θέσω, πριν τελειώσουμε, το καίριο για όσους γράφουν ή μελετούν ποίηση ερώτημα: «Τι είναι η Ποίηση»;

 Π. Λ.: Κατ’ αρχάς, ας αναφέρω το εξής: το συγκεκριμένο έργοτο ξεκίνησα από την παρόρμηση να συνομιλήσω με την Ιστορία υπαρξιακά, σε μια διαλογική συνάφεια του εξατομικευμένου ποιητικού εαυτού με την κοινότητα και την παράδοσή της και, μέσω αυτής, με την πανανθρώπινη κοινότητα. Ήταν αρχές Απρίλη του 2021, χρονιά αφιερωμένη στην Επανάσταση του 1821. Τα ερεθίσματα πολλά, αλλά εν πολλοίς βιομηχανοποιημένα…Ήθελα δεν ήθελα, το ιστορικό παρελθόν μού «έκλεινε το μάτι». Άρχισα να γράφω από την ανάγκη να συνομιλήσω υπαρξιακά μαζί του, που θα πει να το γνωρίσω, που θα πει να το αγαπήσω…

Σε όλη αυτή τη διαδρομή, διαπίστωσα πως –ευτυχώς– το ερώτημα «τι είναι Ποίηση» δεν δύναμαι να το απαντήσω. Βλέπετε, ο ποιητικός λόγος, ως κατ’εξοχήν αντισυμβατικός, εξω-κωδικός και ολιστικός τρόπος δημιουργίας και έκφρασης, κινητοποιεί τον όλο άνθρωπο στην ενότητά του. Στο σημείο αυτό δεν μπορώ να αποφύγω μια μικρή αλλά ουσιώδη παρένθεση συνειρμικής προέλευσης: ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ορίζει τον άνθρωπο ως «το όλον αυτού», αναφερόμενος σε μια ολότητα που υπερβαίνει την ψυχοσωματική ενότητα του ανθρώπου και δονείταιαπό την Επιθυμία, μια έννοια συναρπαστικά πιο ευρεία και βαθιά από τη φιλοσοφική βούληση, που λίγο πολύ εξαντλείται στη διάνοια. Πρόκειται για μια δίψα Αφθαρσίας και Πληρότητας, μια δίψα Ζωήςαπερίσταλτης και άνευ ορίων, υποσχόμενηςτη διαρκή συναρπαγή και την έκπληξη. Είτε Επιθυμία βαπτίσουμε αυτόν τον διακαή πόθο είτε Έρωτα, μιλάμε για το ίδιο πράγμα. Αποτελεί το ρίζωμα του ανθρώπου και είναι απύθμενος, γιατί και ο φορέας της είναι στην ελευθερία του απύθμενος , καθώς, παρ’ότι εν επιγνώσει μικρός και φθαρτός, θηρεύει το Αδύνατο, το Απόλυτο, ως εικόνα αυτής της Απόλυτης Ελευθερίας. Και πάνω σε αυτή την τραγική αντινομία, σαν σε τεντωμένο σχοινί, είναι που ο άνθρωπος, θαρρώ και πορεύεται και πάσχει και ποιεί μέσα στην Ιστορία…

Βέβαια, η συνάντηση με την Επιθυμία, παρ’ ότι συναρτάται με τηνυπαρξιακή και οντολογικήμας αλήθεια, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Τουναντίον! Γι’ αυτό και η Επιθυμία στρεβλώνεται, μεταλλάσσεται και πολυτεμαχίζεται σε αντινομικές και αντιφατικές μικροεπιθυμίες και συνεχή αιτήματα, που κανένα cogito δεν μπορεί να τιθασεύσει. Εκεί ακριβώς είναι που δουλεύει με πλήρη επιτυχία το σύστημα, ειδικά σήμερα: πώς θα εξανδραποδίσει την επιθυμία και θα την υποτάξει στην επιθυμία των αντικειμένων ‒είτε πρόκειται για πράγματα είτε για καταστάσεις είτε για αντικειμενοποίηση ανθρώπων‒ όπου ο πραγματικός Έρως, ως άνοιγμα της ύπαρξης στο Απόλυτο, εκπίπτει σταδιακά σε αδιάλλακτο ναρκισσισμό, στην πλήρη εξουδένωσή του…

Και έτσι επανέρχεται το ερώτημα: τελικά τι επιδιώκουμε στο βάθος γράφοντας και διαβάζοντας Ποίηση; Μήπως πρόκειται για την ανεπίγνωστη επιθυμία ενεργοποίησης της Επιθυμίας; Για μια οντολογική επιδίωξη και πρόταση μεταβολής της ύπαρξης στη σχέση με τον εαυτό, τον κόσμο, τον άλλο και τον Άλλο, που θα είναι ερωτικό γεγονός εν εξελίξει και όχι στείρος στοχασμός και αναστοχασμός, έστω και με ποιητικό επίχρισμα; Αν είναι έτσι, σκέφτομαι, μια ποίηση που συνδέεται με εξωτερικά ή εσωτερικά γεγονότα, δίχως αυτή τη βαθιά δίψα για καταβύθιση στην Επιθυμία, είναι μια «ιδιοτελής» ποίηση, γιατί είναι μια αυτοαναφορική και εκκεντρική διαδικασία, ακόμη κι όταν έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία της σύνδεσης με τα γεγονότα και τη μνήμη.

Μέσα, λοιπόν, από την οπτική της σύνδεσης του λόγου με την Επιθυμία, ο ποιητικός λόγος που επιχειρεί να σημάνει αυτό το υπαρξιακό γεγονός είναι, βέβαια, πάντα λίγος ενώπιον του (άλλωστε, στις πιο αποκαλυπτικές περιοχές του ο λόγος λειτουργεί πάντοτε ως ο μέγας Σιωπών), αλλά και αυτή, θαρρώ, είναι η μαγεία του και το μεγαλείο του, γιατί μέσα στη λιγοσύνη του, στον αποφατισμό και στην ερωτική διά-λυσή του, δεν αναπαριστάνει ούτευπερβατικολογεί, αλλά επιθυμεί να γίνει κρουνόςτης ίδιας της Ζωής. Ο λόγος,ερωτικά απεκδυόμενος, κυνηγάει την Ποίηση που ως υπαρξιακό γεγονός είναι κάτι που ποτέ δεν φθάνει… Τρέχει αυτή μπροστά, αμεταθέτως νέα, κι αυτός ξοπίσω της, πάντα ερωτευμένος και ασθμαίνων. Κι έτσι την Ποίηση δεν την έχουμε ποτέ…Ευτυχώς! Από δω ξεκινά και η Νοσταλγία…

 

Γ. Κ.: Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνομιλία!

 Π. Λ. Κι εγώ σας ευχαριστώ!

 

 *****************************************************************************************************

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ – ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΕΡΓΑ ΤΕΧΝΗΣ

στο Παναγιώτα Λάσκαρη, Επτά μικρά άλγη για μια νοσταλγία,εκδ. Κουκκίδα, 2023

(Επιμέλεια: Γιάννης Κονδυλόπουλος)

 

Η ποιήτρια έχει δημοσιεύσει ένα σύντομο, αλλά κατατοπιστικό σημείωμα για το σχέδιο και τη δομή της ποιητικής αυτής σύνθεσης στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό «Περί ου»:

https://www.periou.gr/panagiota-laskari-epta-mikra-algi-gia-mia-nostalgia-ekdoseis-koukkida-2023/. (Τελευταία πρόσβαση σε όλους τους ιστοχώρους στους οποίους παραπέμπουμε: 18/6/2023).

Επιπλέον, επισημαίνονται εδώ τα εξής:

 

  • Στο εξώφυλλο απεικονίζεται πίνακας του Κύπριου ζωγράφου από τη Λεμεσό, Κυπριανού Κυπριανού, Κρινάκια του γιαλού. Αλακάτι Κερύνειας (λάδι σε ξύλο).

 

  • «Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
    όπου και να θολώνει ο νους σας
    μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
    και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Οδυσσέας Ελύτης»(Μότο της συλλογής, σ. 9).

 

Βλ. Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Ίκαρος, Αθήνα 202223, σ. 54. Εδώ απόσπασμα από το ΙΑ’.

Προσβάσιμο και μέσω: http://photodentro.edu.gr/photodentro/elytis11_pidx0049850/

(«Φωτόδεντρο»).

ΙΙ

  • NΟΣΤΑΛΓΙΑ (σσ. 21-22).

 

Πβλ. Ομήρου, Οδύσσεια, ραψωδία λ («Νέκυια»).

 

  • «Vir Kommen in olemengem

                Kahn Geschwind am Himmelsuffer an.

Novalis» (Μότο στο Νύχτα η μοσχοφέρουσα, σ. 23).

Επίσης, στο ίδιο ποίημα, ό.π.:

«Από τους δρόμους του νερού υφαίνει πλατύφυλλη

την κλωστή των άστρων νύχτα μοσχοφέρουσα

η Ανώνυμη.

Γοργά ας πλεύσουμε.» (στ. 1-4).

 

Βλ. Novalis, Ύμνοι στη νύχτα, Δίγλωσση έκδοση (μετ. Κώστα Κουτσουρέλης), Περισπωμένη, Αθήνα 2011. Η μετάφραση των στίχων είναι: «Γοργά από δρόμους τουνερού, | στις όχθες πλέουμε τ΄ουρανού.»

 

  • «στον εύδρομο Ουρανό του Γκίκα» (σ. 27, στ. 3).

 

Βλ. Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Ουρανός, 1966, Λάδι σε μουσαμά, 200 x 230 εκ., Εθνική Πινακοθήκη.

Προσβάσιμο μέσω: https://www.nationalgallery.gr/artwork/o-ouranos/

(Εθνική Πινακοθήκη).

 

  • «Γιατί οι Ναβουχοδονόσορες κι από τις δυο μεριές καραδοκούν

ενώ η διαδρομή από τον πρώτο ίσαμε τον δεύτερο

θα θέλει πάντα έναν Μπλέηκ για να απαθανατίζει

 πάσχουσα την έπαρση.» (σ. 23, στ. 6-9).

 

Βλ. William Blake (1757–1827), Nebuchadnezzar, 1795-περ. 1805,μελάνι και υδατόχρωμα σε χαρτί, 445 × 619 χιλ., Tate.

Προσβάσιμο μέσω: https://www.tate.org.uk/art/artworks/blake-nebuchadnezzar-n05059

(Tate).

 

  • «Αχ! κυρ Αλέξανδρε, πώς την κολάφισες τη δύναμη!

Κείνα τα cogito πώς θραψαλίζονται

κάθε που η ωραία Μοσχώ

μέσα απ’ τη νύχτα βγαίνει

λάμπουσα

και χρυσίζουσα

και αλαφροστηθούσα.» (σ. 23, στ. 10-15)

 

Πρόκειται για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Βλ. το μότο της συλλογής και την τελευταία (VII)ενότητα.

Ταcogitoπαραπέμπουν στο cogito, ergosumτου Ρενέ Ντεκάρτ (1596-1650).

Η Μοσχώ είναι ηρωίδα του Παπαδιαμάντη. Βλ. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Όνειρο στο κύμα, Στο Άπαντα(επιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος), τόμος 3, Δόμος, Αθήνα 1989, σσ. 261-273.

Προσβάσιμο μέσω: https://www.papadiamantis.net/aleksandros-papadiamantis/syggrafiko-ergo/diigimata/329-neiro-st-k-ma-1900.

 

 

ΙΙΙ

  • «Für Elize» (σ. 26, στ. 1)

 

Βλ. Bagatelleno 25 σελαελάσσονατουLudwigvanBeethoven.

 

  • «τίναξε τα σεντόνια της αχάραγα» (σ. 27, στ. 10).

 

Βλ. Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Κήπος με κρεμασμένα σεντόνια, 1954, Λάδι σε μουσαμά, 130 x 162 εκ., Εθνική Πινακοθήκη.

Προσβάσιμο μέσω: https://www.nationalgallery.gr/artwork/kipos-me-kremasmena-sentonia/(Εθνική Πινακοθήκη).

 

  • «Και το Φλανδρώ ήρθε και ξαναήρθε σ’ αυτόν τον έρημο γιαλό κι εκοίταζε κι αγνάντευε… κι επερίμενε, κι εκαρτερούσε κι απάντεχε… Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης » (σ. 29, μότο στο «Παλάτι ποίημα»).

Επίσης, στο ίδιο ποίημα, ό.π.:

«Κατευοδώτρα Παναγιά η στιγμή

κισσός τυλίγει το κουπί

να πλέει πράσινη η Φλανδρώ

με φούλι φλάμπουρο στο ξάρτι» (στ. 9-13).

 

Βλ. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το αγνάντεμα, Στο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, τόμος τρίτος (κριτ. εκδ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος), Δόμος, Αθήνα, σσ. 199-205.

Προσβάσιμο και μέσω: https://www.papadiamantis.org/works/58-narration/310-03-19-t-agnantema-1899. (Ιστοχώρος «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης»).

 

  • «ώσπου λουλούδι νιόκοπο του Παραδείσου

ευθύς από τον στήμονα βαθαίνοντας το μέσα της

την τέχνη την κηπουρική να αθετεί.» (σ. 29, στ. 6-8).

 

Βλ. ΧόρχεΛουίςΜπόρχες, Το λουλούδι του Κόουλριτζ Στο: Δοκίμια [Ι] (μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης), Πατάκης, Αθήνα 2013, σσ. 298-302. Βλ. ιδίως το παρακάτω απόσπασμα του Κόουλριτζ που παραθέτει ο Μπόρχες: «Κι αν ένας άνθρωπος διέσχιζε στ’ όνειρό του τον Παράδεισο, και του έδιναν ένα λουλούδι σαν απόδειξη ότι είχε περάσει από κει, κι αν με το που ξυπνούσε έβλεπε αυτό το λουλούδι στα χέρια του… τι θα λέγαμε τότε;».

 

 

IV

  • «μουσκεμένα σε κρόκο Πανσέληνου» (σ. 33, στ. 3).

Βλ. επίσης:

«Γερτό το αληθινό σαν πλεούμενο και ο Έρως

εμόςεσταύρωταιμε σκάλα αποκαθηλωτική

Πανσελήνου και δάκρυα Μαρίας ηδύοσμα

τα αναρριχώμενα».(ό.π., στ. 19-22).

 

Βλ. Μανουήλ Πανσέληνος, Ο εμόςΈρωςεσταύρωται,(13ος αι.).

Προσβάσιμο μέσω του ιστοχώρου:paletaart, Χρώμα & φως (πατήστε εδώ).

 

  • «και μπόλικο

Φωςαπ΄ το κουτί του Matisse.»(ό.π., στ. 3-4).

Βλ. HenriMatisse, TheRedStudio, 1911, Λάδισεμουσαμά, 181 x 219.1 εκ. Moma

Προσβάσιμομέσω: https://www.moma.org/audio/playlist/322/4207 (MoMA).

 

  • «“Σαν πώς να δω τον Θεό;” ‒ “Με θαβωρία

αφαίρεση”» (ό.π., στ. 7-8).

 

Για τη Μεταμόρφωση τουΣωτήρος στο όρος Θαβώρ, βλ. Ματθ. 17:1-8,ιδίως 2∙Μάρκ. 9:2-8, ιδίως 3∙Λουκ. 9:28-36,ιδίως 29.

 

  • «κι αστείρευτη η φοντάνα να ξεδιψά

τα πλεούμενα στον κάβο του Έρωτα.» (ό.π., στ. 17-18).

 

Πρόκειται για τη FontanaAmorosa(Πηγή του Έρωτα) στην Κύπρο.

Βλ. ενδεικτικά: http://www.polignosi.com/cgibin/hweb?-A=10766&-V=limmata.

(polignosi, Τράπεζα Κύπρου και Εφημερίδα Πολίτης).

  • «…horas de luz que picanyalospájaros…

OctavioPaz» (σ. 34, μότοτου ποιήματος «Ώρα φωτός»).

 

Βλ. OctavioPaz, Ηλιόπετρα, μετ. Κώστας Κουτσουρέλης,Gutenberg, Αθήνα 2015. Η μετάφραση του αποσπάσματος: «Ώρες φωτός που ήδη πουλιά ραμφίζουν».

 

  • «σαν από χρόνια κόρη του Ευθυδίκου» (ό.π., στ. 2).

 

Βλ. Άγαλμα Κόρης, Η «Κόρη του Ευθυδίκου», Αρχαϊκή εποχή, Μάρμαρο Πεντέλης και Πάρου, Μουσείο Ακρόπολης.

Προσβάσιμο μέσω:

https://www.theacropolismuseum.gr/agalma-koris-i-kori-toy-eythydikoy

(Μουσείο Ακρόπολης).

 

  • «του Γκιλγκαμές αναρριχώμενα επύλλια» (ό.π., στ. 10).

 

Πρόκειται για το έπος του Γκιλγκαμές, που θεωρείται το αρχαιότερο έπος της ανθρωπότητας.

 

V

  • «Τρέχει, χάνεται και πίνει

Τόλμην πίνει ο οφθαλμός

Από τ’ άστρον όπου χύνει

Κύματα άφθαρτα φωτός.

               Διονύσιος Σολωμός». (σ. 38, μότο στο ποίημα «Γυμνό το αληθινό»).

 

Βλ. Διονύσιος Σολωμός, Εις τον θάνατον του Λόρδου Μπάυρον, στίχοι 237-240.

Προσβάσιμο μέσω: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/dionysios_solwmos/eis_ton_8anaton_toy_lordoy_mpayron.htm (www.nektarios.gr).

 

VI

  • «από μικρός τον λόφο διάλεξε» (σ. 39, στ.1).

 

Πρόκειται για τον λόφο του Στράνη, στη Ζάκυνθο.

Βλ. ενδεικτικά: https://www.zakynthos.gov.gr/zakynthos-island/site-seeings/mnimeia/lofos-strani.html (Δήμος Ζακύνθου).

 

  • «Διός νυσάκι» (ό.π., στ. 1).

 

Λογοπαίγνιο, συνειρμικό παιχνίδι-ομόηχο με το «Διονυσάκι», υποκοριστικό του ονόματος του Σολωμού, που σχετίζεται (παρ-ετυμολογικά) και με το «Διόνυσος». «Νῦσαι» ήταν οι λόφοι όπου λατρευόταν ο Βάκχος-Διόνυσος (δυνητικά και ο λόφος του Στράνη). Για τη λέξη, βλ. Liddell&Scott, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας:«Νῦσα, -ης, ἡ,: όνομα ποικίλων λόφων, πολλών πόλεων και τόπων αφιερωμένων στον Βάκχο, σε Ομηρ. Ύμν.κ.λπ.·επίθ.Νύσιος[ῦ], -α, -ον, στο ίδ.· Νῦσήϊος, σε Αριστοφ.». Υπενθυμίζεται ότι το άλγος της έκτης ενότητας αφορά τον Διονύσιο Σολωμό.

 

  • «πλεούμενη

Νεώ να γίνει» (ό.π., στ. 7-8)

και «Ναΐφ, ωστόσο, η τέχνη» (ό.π,. στ. 11).

 

Βλ. Edward Hicks (1780-1849), Noahsark, Λάδισεμουσαμά, 668,7 x 772,6 χιλ., 1846, Philadelphia Museum of Art.

Προσβάσιμομέσω: https://philamuseum.org/collection/object/52107 (Philadelphia Museum of Art).

 

Ας προσέξουμε εδώ τον αναγραμματισμό Νώε ‒Νεώ (πβλ. και ἡ ναῦς, τῆς νεώς).

 

  • «πραμάτεια να φυλάξει στα έγκατα λυγμών

του Κρητικού» (ό.π., στ. 14).

 

Βλ. Διονυσίου Σολωμού, Ο ΚρητικόςΣτοΔιονυσίουΣολωμούΆπαντα (επιμ. Λίνος Πολίτης), τόμος I:Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1948, σσ. 197-206.

Προσβάσιμο μέσω:

http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_1_01.html (Φωτόδεντρο, Διαδραστικά σχολικά βιβλία).

 

  • ΠΟΛΗ ΜΑΡΙΑΜ (σσ. 43-44).

Το ποίημα αναφέρεται στην πόλη της Μαριούπολης, στην Ουκρανία.

 

  • «Und wir, die ansteigentesGlück

Denken, empfänden die Rührung,

Die unsbeinahbestürzt,

WenneinGlücklichesfält.

  1. M. Rilke» (ό.π., μότο).

 

Βλ. RainerMariaRilke, Ελεγείες του Ντουίνο(μετ. Μαρία Τοπάλη), Πατάκης, Αθήνα 2013.

Πρόκειται για τη 10η ελεγεία. Η μετάφραση του αποσπάσματος: «Κι εμείς, που τη χαρά τη σκεφτόμαστε ανοδική, | θα νιώθαμε ίσως αυτή τη συγκίνηση, |που μάς σαστίζει σχεδόν | όταν κάτι χαρούμενο πέφτει.»

 

  • «Με μύθου μύηση, αλήθεια

δηλαδή από χρυσό λιοντάρι με τη μεγαλοπρέπεια

της άγνοιας» (σ. 43, στ. 1-2).

 

Πρόκειται για χρυσό λιοντάρι που η κατασκευή του χρονολογείται περίπου στο 2000 π.Χ. και εκτίθεται στο Εθνικό Μουσείο της Γεωργίας.

https://georgianmuseums.ge/en/museum/georgian-national-museum-simon-janashia-museum-of-georgia/(Georgian National Museum. SimonJanashiaMuseum of Georgia).

 

  • «Ωστόσο εκεί, έξω από τις κοίτες του χρυσού, γιομίσαν

τα πηγάδια ελληνικά» (ό.π., στ. 43).

 

Αναφορά στο χρυσόμαλλο δέρας, τονΙάσονα και το κυνήγι του χρυσού στις περιοχές αυτές από τους Έλληνες.

 

  • «εκεί και παραπέρα,στις πύλες

του Άδη με το όργωμα της γης από γιγάντιο κάπρο» (ό.π., στ. 7).

 

Βλ. σχετικά παραπάνω τη συνομιλία με την ποιήτρια.

 

  • «και ιέρεια της θυσίας την κόρη που της ξέφυγε.»(ό.π., στ. 8).

 

Η Ιφιγένεια στην Ταυρίδα ήταν ιέρεια ανθρωποθυσιών. Βλ. το έργο του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις».

 

  • «σαν άνοιξη στο Μεσολόγγι».

 

Πβλ. Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι πολιορκημένοι.

 

  • «Αποκαμμένος ο Ιγνάτιος» (ό.π., στ. 44).

 

Ο άγιος Ιγνάτιος εκ Μαριουπόλεως ο Κύθνιος, κατά κόσμονΙάκωβοςΓοζαδίνος,(γεν. 1716) ίδρυσε τη Μαριούπολη, αφούμετέφερεστην Αζοφικήχιλιάδεςχριστιανούς κατοίκους της Κριμαίας που κινδύνευαν από τις επιδρομές των Τατάρων. (Δήμος Κύθνου).

 

VII

  • «του παπά-Νικόλα

απλανώς

στην Ωραία Πύλη ιπταμένου» (σ. 46, στ. 7-8).

 

Βλ. και στις σημειώσεις της ποιήτριας, σ. 52: πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο Πλανά (1851-1932). Πβλ. https://www.saint.gr/3878/saint.aspx (www. saint.gr).

 

  • «και των φτωχών

ξαδέλφων» (ό.π., στ. 8-9).

 

Πρόκειται για τους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, που έψελναν στον ναό του Αγίου Ελισσαίου στην Πλάκα (Δεξιός ψάλτης ο Παπαδιαμάντης και αριστερός ο Μωραϊτίδης (βλ. και σημειώσεις της ποιήτριας, σ. 52).

Βλ. επίσης, Μάνος Ελευθερίου, Αγρύπνια για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου, Καστανιώτης, Αθήνα 2009.

 

  • «κλειδούχος Μαρίας Περιβλέπτου, για τότε που η γραφή

απ’ την αρχή θα εφευρίσκεται, με κάτι από Στέρη στον Μυστρά

ίχνος ομηρικού ακρογιαλιού με τα πολλά ονόματα που

υφαίνουνε τη στέρηση σαν νέο έρωτα πατρίδας» (σ. 47, στ. 2-5).

 

Η Περίβλεπτος είναι ναός στον Μυστρά. Πρόκειται για το καθολικό μονής αφιερωμένης στην Παναγία και κτίστηκε στα μέσα του 14ου αιώνα.

Βλ. ενδεικτικά: http://www.ime.gr/choros/mystras/gr/E/14E/14E12.html (Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού).

Σημειώνεται ότι για τη συντήρηση των τοιχογραφιών του ναού εργάστηκαν ο Φώτης Κόντογλου (1895-1965), αλλά και ο ζωγράφος Γεράσιμος Στέρης (1898-1987), ο οποίος συνεργάστηκε με τον Κόντογλου στον Μυστρά από τον Μάιο του 1935.

Βλ. σχετικά και https://www.nationalgallery.gr/artist/steris-gerasimos/ (Εθνική Πινακοθήκη), όπου γίνεται λόγος για το ταξίδι του Στέρη στην αμερικανική ήπειρο με το όνομα GeorgedeSteris («με τα πολλά ονόματα»), αλλά και τα έργα του που μαρτυρούν τη σχέση του με την πατρίδα.

 

  • «Ραχμάνινοφ της μύριζε» (ό.π. στ. 12).

 

Σεργκέι Ραχμάνινοφ (1873-1943): Ρώσος συνθέτης, δεξιοτέχνης του πιάνου και διευθυντής ορχήστρας.

 

  • «Με ρήματα του πόντου αλιευμένα το καταμεσήμερο.

Οδυσσέας Ελύτης» (σ. 49, μότο του ποιήματος «Πλεύση πυρός περίπτερη»).

 

Βλ. Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον (επιμ. Γιάννης Η. Χάρης), Ίκαρος, Αθήνα 1999.

 

  • «για να ανεβαίνω ελαφριά στην πάνω πόλη

των ανθέων,

με κάτι στους βοστρύχους από ψεκάδες νύχτας

Ελκομένου» (ό.π., στ. 3).

 

Πρόκειται για τον ναό του Ελκομένου Χριστού στη Μονεμβασιά. Η «πάνω πόλη των ανθέων» είναι η Άνω πόλη της Μονεμβασιάς.

 

  • «την πλεύση ν’ αποκαθιστώ

περίπτερη πυρός

ροδιά επί πληρώματα υδάτων» (ό.π., στ. 4).

Βλ. Άσμα ασμάτων 5, 12:

«ὀφθαλμοὶαὐτοῦὡςπεριστεραὶἐπὶπληρώματαὑδάτωνλελουσμέναιἐνγάλακτι».

http://www.myriobiblos.gr/bible/ot/chapter296b.html?book=28&page=5(Μυριόβιλος).

 

  • «σαν πέτρινο

καράβι που θεσπίζομαι» (ό.π., στ. 5).

Βλ. Γιάννης Ρίτσος, Μονεμβασιώτισσες, Κέδρος, Αθήνα 1987 [1975]: «κάτω απ’ τα παραθύρια της Αγια-Σοφιάς το μέγα πέτρινο καράβι». Η συγκεκριμένη συνεκφορά για τον γενέθλιο τόπο ιδιαίτερα αγαπημένη στον ποιητή. Υπενθυμίζεται ότι από τη Λακωνία κατάγεται και η ποιήτρια.

 

 

 

 

 

*Ο Γιάννης Κονδυλόπουλος είναι Φιλόλογος και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.