Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης
Αφίξεις

M. Kαραγάτσης, «” Ο αγαπών σε, Μίτιας” Γράμματα και ημερολόγια: 1928-1933» (φιλολογική επιμέλεια- επίμετρο: Χριστίνα Ντουνιά), εκδ. Εστία, 2023

Ἡ ἀνέκδοτη ἀλληλογραφία τοῦ Μ. Καραγάτση μὲ τοὺς συμφοιτητές του Γιῶργο Ρωμανὸ καὶ Νικόλαο Κάλας μᾶς ἀποκαλύπτει ἄγνωστες πτυχὲς τῆς προσωπικῆς ἱστορίας του, ποὺ ἀφοροῦν –μεταξὺ ἄλλων– καὶ στὴ συγγραφὴ τοῦ Συνταγματάρχη Λιάπκιν (1933): «Τὸ ἔργο μου μᾶλλον θὰ ἐκδοθεῖ. Εἶναι καθαρὰ κομμουνιστικό. Μοῦ φαίνεται ὅτι σοῦ ἀνάγγειλα τὴν προσχώρησή μου στὶς ἰδέες τῆς Γʹ Διεθνοῦς», γράφει στὸν Ρωμανό, ἐνῶ παράλληλα πληροφορεῖ τὸν Κάλας γιὰ τὴν ἀναστάτωση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸ θεσσαλικὸ κάμπο, προσδοκώντας τὴν «ἐπανάσταση». Ὁ Καραγάτσης γοητεύεται ἀπὸ τὶς ἰδέες τῆς κομμουνιστικῆς Ἀριστερᾶς σπρωγμένος ἀπὸ τὴ νεανικὴ ροπή του πρὸς τὴν ἀμφισβήτηση τῶν κοινωνικῶν στερεοτύπων, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ θεωρεῖ τὸν ρεαλισμὸ ὡς τὴν ἐνδεδειγμένη μέθοδο γιὰ τὴν καλλιέργεια τοῦ νεοελληνικοῦ μυθιστορήματος. Οἱ ἐπιστολὲς ἀλλὰ καὶ οἱ ἡμερολογιακὲς σημειώσεις τοῦ 1931, ὅπως καταδεικνύει καὶ στὸ Ἐπίμετρό της ἡ Χριστίνα Ντουνιᾶ, δὲν μᾶς προσφέρουν μόνο ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες γιὰ τὴ βιογραφία τοῦ Καραγάτση, ἀλλὰ ἐμπλουτίζουν τὶς γνώσεις μας σχετικὰ μὲ τὴ διαμόρφωση τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου, στὶς ἀρχὲς μιᾶς κρίσιμης δεκαετίας καὶ συνεισφέρουν στὴν καλύτερη κατανόηση τοῦ ἔργου του.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

[Προς Γιώργο Ρωμανό, 24/4/1931]

[…]

Είναι μια δύναμη να μπορεί να ζει κανείς μοναχός του. Ισως είναι η μεγαλύτερη δύναμη, όπως είπε ο Ibsen. Μα αυτό, δεν εφαρμόζεται στη δική σου περίφτωση. Δεν είσαι μόνος όταν έχεις μια αγαπητή οικογένεια, και τέσσερες καλούς φίλους σ’ αυτόν τον Κόσμο. Η μοναξιά είναι πιο πλατιά. Είναι εσωτερικό φαινόμενο που γίνεται αιστητό όταν δεν υπάρχουν οι εξωτερικές δικαιολογίες του. Αυτό είναι το περίεργο! Νιώθεις τον εαυτό σου ολομόναχο μέσα στην πιο μεγάλη πόλη, μέσα στην πιο αλέγρα οικογένεια, μέσα στην πιο ζωντανή παρέα, δίπλα στον πιο αγαπητό φίλο, πλάι στην πιο ερωτεμένη μαζί σου γυναίκα. Αυτό το αίστημα της εσωτερικής μοναξιάς δεν το ‘χεις δοκιμάσει, ούτε θα το γνωρίσεις ποτέ σου. Είσαι γεννημένος κοινωνικός. Μα νομίζω πως θα ‘πρεπε να μπορείς να ζεις εξωτερικά τουλάχιστον μόνος σου. Υστερα, συ, ο εκλεχτικός, πώς μπορείς να βρεις ηδονές στη συναναστροφή των αμούστακων ρωμιών φοιτητάκηδων του Μονάχου, του τύπου χάνων κοκωβιών και Σία; Συμμάζεψε λίγο τον εσωτερικό κόσμο σου, και θα δεις την παρεπόμενη σημασία του εξωτερικού. Αγάπησε την κάμαρά σου, τα βιβλία σου, τα χαρτιά σου. Αγάπησε την πόλη που ζεις σαν πόλη, και όχι σαν άθροισμα ατόμων. Βρες τις κρυμμένες καλλονές της -νεκρές και ζωντανές- και απόλαψέ τες μόνος σου. Δεν έχεις ανάγκη από δυο ή τρεις ανθρώπους για να ζεις μέσα στους Ανθρώπους. Καθώς σκέφτεσαι, ορίζεις τη φιλία σαν κάτι απαραίτητο σε κάθε τόπο και στιγμή, σαν ένα αγαθό που υπάρχει μόνο όσο υπάρχει η νομή. Δεν μπορεί να δημιουργεί κανείς διαρκώς και παντού φίλους. Η φιλία είναι δημιούργημα της Τύχης κι όχι της θέλησής μας. Αν η Τύχη σου ‘δωσε φίλους στο Χονολουλού, μπορείς να ζήσεις, και χωρίς να δημιουργήσεις φίλους στο Μόναχο π.χ. Μην εξευτελίζεις τη φιλία, συ ο Απόστολός της, κλαιγόμενος γιατί δεν μπορείς να βρεις φίλους στην Αλλαμανία!

Θα ιδείς ότι η κατά μόνας ζωή δεν είναι τόσο τραγική. Την έζησα προτού σας γνωρίσω. Την ξαναζώ τώρα που σας χάνω. Καθώς ξέρω καλά, η απόχτηση και χρήση μοτοσυκλέτας στη Γερμανία δεν απαιτεί καμιά διατύπωση, ούτε καν δίπλωμα. Λεφτά έχεις. Πάρε μια μηχανή, έστω και μικρή, έστω και σαραβαλιασμένη από τον καιρό, και πάρε τα βουνά. Κάνε λίγο σπορ να ξεμουδιάσουν τα κόκαλά σου. Δεν είναι ο ήλιος μας αυτού. Η υγρασία θα σε μουχλιάσει. Οι Βαβαρικές Αλπεις είναι πολύ όμορφες. Τριγύρνα τες. Αν μπορέσεις να κολλήσεις σε κάνα καραβάνι, πάει καλά. Ειδάλλως τράβα μόνος σου. Είναι όμορφο να πιεις ένα τόνο μπίρα με εύτυμη παρέα ύστερ’ από μια κοπιαστική εκδρομή. Μα και ένα ποτήρι, στη μοναξιά δεν είναι άσκημο. Εχει κι αυτό τις ηδονές του.

Χρειάζεται λίγος ηρωισμός στη Ζωή. Και στο Θάνατο.

[…]

Ο αγαπών σε

Μίτιας

 

**********************

[Προς Νικόλαο Κάλας, 12/8/1931]

[…]

Το θερμό ενδιαφέρο που σου υποκίνησε ο αδερφός μου για τα οικογενειακά μου ζητήματα με συγκινεί φρικωδώς. Οι σαχλαμάρες που σου είπε μ’ αφήνουν μάλλον ψυχρό. Στην άθροιση Μίτιας + η μητέρα του + ο πατέρας του, μπορούμε να προσθέσουμε + ο αδελφός του + η προίκα που πήρε + ο παράς που ξαμολάει τη γλώσσα του ανθρώπου. Παράς ίσον ρητορική! Ο αδελφός μου πριν από το γάμο του γευόταν μετριοφρονέστατα τη φιλοξενιά του πατέρα μας. Σήμερα με διώχνει από ξένο σπίτι. Ο παράς! Ο παράς! Αμα τον έχει<ς>, μπορείς ν’ αφήσεις κατά μέρος τις διδασκαλίες των αστών καθηγητών, φροντίζοντας για την μαρξιστική μόρφωσή σου. Αμα δεν τον έχεις, τότε γίνεσαι ακαδημαϊκός στα γούστα. Παράς ίσον πλειοψηφία, εξουσία, δημοκρατία «Λαός» ελευθερία ισότης κ.τ.λ. Περιττόν να σου πω πώς είμαι πια κομμουνιστής, αποταξάμενος τω αυνανιστικώ εξελικτισμώ!

[…]

Η ζωή εδώ ήσυχη. Ανθρωποι απλοί, χωρίς κανένα αγαθό, και μ’ όλα τα κακά του αστικού πολιτισμού. Δηλαδή κουτοπόνηροι, ψεύτες, πλεονέχτες, συκοφάντες, ραδιούργοι, μοχθηροί, υποκριτές, αιμομίχτες κ.τ.λ. Τους συναναστρέφουμαι κι ανοίγει η καρδιά μου! Μα το Θεό, αξίζει να κιντυνέψει κανείς το τομάρι του γι’ αυτά τα γουρούνια! Κι όμως, είναι ευκάριστοι παλιάνθρωποι.

Η αριστερή αντίδραση σ’ όλη τη Θεσσαλία είναι τρομερή. Με αναλογική ο Βενιζέλος δεν βγάζει τίποτα. Η δυσφορία είναι γενική και φανερή. Δεν ξέρω αν γελιέμαι, μα πρώτη φορά βλέπω σε τέτοια κατάσταση το ηθικό των χωριατών. Τι θα βγει από δω πέρα; Η επανάσταση; Μακάρι!

Διαβάζω αστούς καθηγητές… Τι να κάνω; Η ζωή προμηνυέται δύσκολη για μένα, κι ο μαρξισμός δεν έθρεψε ως τα σήμερα τους οπαδούς του. Τα διπλώματα που πήρα και που θα πάρω είναι το επάγγελμά μου που δεν το διαλέγει κανείς στην ελεύτερη οικονομική κοινωνία μας. Οσο για την εσωτερική μου μόρφωση, είναι μαρξιστική. Δυστυχώς, δεν μπορώ να περιφρονώ τον αστικό ακαδημεισμό. Είμαι πολύ προλετάριος για να τολμήσω τέτοιο πράμα

[…]

Σημείωσε πως δεν είμαι μπολσεβίκος από ιδεολογική αφαίρεση, μα από χαμηλή μοχθηρία! Ξεχνώ τα περί «διανομής του πλούτου» του μαρξιστικού «Κεφάλαιου», και συλλαβαίνω τον κομμουνισμό με την απλοϊκότη του πεινασμένου, δηλ. οι φτωχοί να πάρουν τα λεφτά των πλούσιων. Κι αυτό, όχι για την απόλαψη σχετικής αξίας υλικών ηδονών. Μα για το ρητορικό μέρος της υπόθεσης! Για νάχω στόμα, και να λέω ό,τι μου κατέβει, κι ο Κόσμος να με θαυμάζει για τη σοφία μου! Ενώ τώρα, και το πιο σωστό πράμα κι αν πω, θεωρείται σαχλαμάρα, εφ’ όσον δεν το πλαισιώνουν καρνέ από τσεκ, τίτλοι ιδιοκτησίας, ομολογίες, μετοχές, μια πακάρ και μια βίλα στην Κηφισιά.

 

Σε φιλώ

**************************************************************************************************

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Γράμματα στον Γιώργο Ρωμανό
Γράμματα στον Νικόλαο Κάλας
Σελίδες ημερολογίου
ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ
Γράμματα στον Γιώργο Ρωμανό ή το τέλος της αμεριμνησίας
Ο Καραγάτσης και η Αριστερά
Η φιλία με τον Νικόλαο Κάλας
Ο Καραγάτσης και η κοινωνική πραγματικότητα

 

 

 

**************************************************************

Ὁ Μ. Καραγάτσης (πραγματικὸ ὄνομα Δημήτρης Pοδόπουλος) γεννήθηκε τὸ 1908 στὴν Ἀθήνα. Tὸ αἰνιγματικὸ ἀρχικὸ M. λέγεται πὼς προέρχεται ἀπὸ τὸ ὄνομα Mίτιας, ἔκφραση τῆς ἀγάπης του γιὰ τὸν Nτοστογιέφσκι καὶ ἰδίως γιὰ τοὺς Ἀδελφοὺς Kαραμαζώφ, ἐνῶ τὸ Kαραγάτσης ὀφείλεται στὸ καραγάτσι κάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖο καθόταν μικρὸς καὶ διάβαζε, κοντὰ στὴν ἐκκλησία τῆς Pαψάνης. Tὸ 1924 τελειώνει τὸ Γυμνάσιο καὶ πηγαίνει στὴν Γκρενόμπλ γιὰ νὰ σπουδάσει νομικὰ τὰ ὁποῖα, ἀπὸ τὸν ἑπόμενο χρόνο, θὰ τὰ συνεχίσει στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Tὸ 1927 παίρνει μέρος στὸν A΄ λογοτεχνικὸ διαγωνισμὸ τῆς Nέας Ἑστίας μὲ τὸ διήγημα «Kυρία Nίτσα», τὸ ὁποῖο θὰ ἀποσπάσει τὸν A΄ ἔπαινο καὶ θὰ δημοσιευτεῖ τὸ 1929 σὲ συλλογικὸ τόμο ποὺ περιελάμβανε τὰ βραβευμένα διηγήματα τοῦ διαγωνισμοῦ (Oἱ θεότητες τοῦ Kοτύλου, ἐκδ. Bιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας). Mὲ τὸ διήγημα αὐτὸ ξεκινάει ὁ Kαραγάτσης τὴ λογοτεχνικὴ σταδιοδρομία του καὶ τὴ μακρὰ συνεργασία του μὲ τὴ Nέα Ἑστία, δημοσιεύοντας σὲ αὐτὴν διηγήματα, μυθιστορήματα σὲ συνέχειες καὶ μεταφράσεις.

Πεθαίνει στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1960, σὲ ἡλικία 52 χρόνων, ἀφήνοντας ἀνολοκλήρωτο Tὸ 10, τὸ μυθιστόρημα ποὺ ἔγραφε ἐκεῖνο τὸν καιρό. Ἡ τελευταία φράση ποὺ πρόλαβε νὰ γράψει, ἡ τελευταία φράση τῆς ζωῆς του, ἦταν «Ἂς γελάσω!».

Tὸ τεράστιο ἔργο του –διηγήματα, κριτικὲς θεάτρου καί, κυρίως, μυθιστορήματα– κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τοῦ Bιβλιοπωλεῖου τῆς Ἑστίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σχετικά άρθρα
Αφίξεις
Νίκος Μπουρσινός, «Και ο άνεμος του παίρνει το πρόσωπο», εκδ. Μετρονόμος, 2026 [προδημοσίευση]
3 Σεπτεμβρίου, 2026
Αφίξεις
Ασημίνα Ξηρογιάννη, «Η καρδιά της γινόταν ποτάμι», εκδ. Βακχικόν, 2026
13 Ιουλίου, 2026
Αφίξεις
Μιχάλης Κατσιγιάννης, «Paul Auster: Σημειώσεις για μια υβριδική γραφή», Ιδιωτική έκδοση, 2026
6 Ιουλίου, 2026