AΠΟΣΠΑΣΜΑ

Τέχνη καὶ διαφήμιση

Προτίθεμαι, ἂν βέβαια μοῦ τὸ ἐπιτρέψει ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἀναγνώστη,νὰ ἀφιερώσω δυὸ τρία ἄρθρα σὲ προφητεῖες. ῞Οπως κάθε σώφρων προφήτης, τῆς Ἐκκλησίας ἢ καὶ κοσμικός, μόνο ὅταν φλέγομαι ἀπὸ ὀργὴ καὶ διαισθάνομαι ὅτι τὰ πράγματα προμηνύονται ἄσχημα γιὰ ὅλους, εἶμαι σὲ θέση νὰ προφητεύσω. Καί, ὅπως κάθε σώφρων προφήτης, προφητεύω μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι οἱ προφητεῖες μου δὲν θὰ ἐπαληθευτοῦν. Γιατὶ ἡ πρόβλεψη ἑνὸς καλοῦ χρησμωδοῦ εἶναι σὰν τὴν προειδοποίηση τοῦ καλοῦ γιατροῦ –ὁ γιατρὸς θριαμβεύει πραγματικὰ ὅταν ὁ ἀσθενής, τὸν ὁποῖο θεωροῦσε καταδικασμένο νὰ πεθάνει, ἐπανέρχεται στὴ ζωή. Ἡ ἀπειλὴ δικαιώνεται τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ διαψεύδεται.

Ἔχω κατ’ ἐπανάληψη πεῖ (καὶ θὰ συνεχίσω νὰ τὸ λέω, εἴτε μοῦ προσφέρεται ἡ εὐκαιρία εἴτε ὄχι) ὅτι πρέπεινὰ χτυπήσουμε τὸν καπιταλισμό, καὶ μάλιστα σκληρά – γιὰ τὸν ἁπλὸ καὶ ξεκάθαρο λόγο ὅτι γίνεται ὁλοένα καὶ πιὸ ἰσχυρός. Οἱ περισσότερες δικαιολογίες ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ καπιταλιστὲς ὡς προσωπεῖα εἶναι, βεβαίως, προφάσεις ὑποκριτῶν. Ψεύδονται ὅταν ἐπικαλοῦνται τὴ φιλανθρωπία· ἡ ἀγάπη τους γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν διαφέρει ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἔνιωθε ὁ ῎Αλμπου γιὰ τοὺς Κινέζους του. Ψεύδονται ὅταν ἰσχυρίζονται πὼς ἔφτασαν ἐκεῖ ποὺ βρίσκονται χάρη στὰ ὀργανωτικά τους προσόντα. Πληρώνουν ἄλλους γιὰ νὰ τοὺς ὀργανώσουν τὰ ὀρυχεῖα τους, ἀκριβῶς ὅπως πληρώνουν ἄλλους γιὰ νὰ κατέβουν ἐκεῖ κάτω.

Συχνὰ ψεύδονται γιὰ τὸν τωρινό τους πλοῦτο, ὅπως ψεύδονται, σὲ γενικὲς γραμμές, καὶ γιὰ τὴν περασμένη τους ἔνδεια. ῞Ομως ὅταν λένε ὅτι προασπίζονται μιὰ «ἐποικοδομητικὴ κοινωνικὴ πολιτικὴ» δὲν ψεύδονται. Πράγματι,ἐποικοδομητικὴ κοινωνικὴ πολιτικὴ ἐφαρμόζουν. Κι ἐμεῖς ἔχουμε τὸ χρέος νὰ προασπιστοῦμε μιὰ ἀντιστοίχως καταστροφικὴ κοινωνικὴ πολιτική· καὶ νὰ καταστρέψουμε, ὅσο ἀκόμη δεν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ, ὅ,τι σατανικὸ οἰκοδομοῦν.

Τὸπαράδειγμα τῶν τεχνῶν

Τώρα προτίθεμα ινὰ ἐξετάσω, μία πρὸς μία, ὁρισμένες ὄψεις καὶἐκφάνσεις τῆς σύγχρονης ζωῆς καὶνὰ περιγράψω πῶςνομίζω ὅτι θὰ εἶναι σ’ αὐτὸν τὸν παράδεισο τῶν πλουτοκρατῶν, σ’ αὐτὴ τὴν Οὐτοπία τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ χαλκοῦ στὴν ὁποία, καθὼς φαίνεται, θὰ καταλήξει ἡ ἔνδοξη ἱστορία τῆς ᾽Αγγλίας. Προτίθεμα ινὰ ἐκθέσω τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους θεωρῶ ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ νέα μας ἀφεντικά, οἱ κοινοὶ ἑκατομμυριοῦχοι, ὁρισμένους τομεῖς τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας καὶ θεσμοὺς ὅπως ἡ τέχνη, ἡ ἐπιστήμη, τὸ δίκαιο ἢ ἡ θρησκεία –ἐκτὸς καὶ ἂν χτυπήσουμε ἀρκετὰ γρήγορα ὥστενὰ τους ἐμποδίσουμε. Καί, γιὰ τὴν οἰκονομία τῆς συζήτησης, θὰ χρησιμοποιήσω τὸ παράδειγμα τῶν τεχνῶν.

Οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς ἔχουμε δεῖ ἕναν πίνακα μὲ τίτλο «Σαπουνόφουσκες», ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴ διαφήμιση ἑνὸς ὀνομαστοῦ σαπουνιοῦ, μιὰ μικρὴ πλάκα τοῦ ὁποίου ἔχει προστεθεῖ στὴ ζωγραφικὴ σύνθεση. Οποιος ἔχει κάποια, ἔστω καὶ ἀμυδρή, ἰδέα ἀπὸ σχέδιο (ὁ γελοιογράφος τῆς Daily Herald, παραδείγματος χάριν) καταλαβαίνει ὅτι δὲν ἀποτελοῦσεἐξαρχῆς μέρος τοῦ ζωγραφικοῦ ἔργου. Βλέπει ὅτι ἡ πλάκα τοῦ σαπουνιοῦ καταστρέφει τὸν πίνακα ὡς πίνακα· τόσο ποὺ θά ’λεγε κανεὶς ὅτι τὸ σαπούνι χρησιμοποιήθηκε γιὰ νὰ σβήσει τὸ χρῶμα. Μικρὸ καθὼς εἶναι, ἀνατρέπει καὶ συγχέει τὴν ἰσορροπία τῶν ἀντικειμένων στὴ σύνθεση. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ κρίνω τὴν ἀντίδραση τοῦ ζωγράφου ἐν προκειμένῳ·ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε, δὲν τὴ γνωρίζω κάν. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία γιὰ μένα εἶναι ὅτι ὁ πίνακας δὲν φιλοτεχνήθηκε μὲ θέμα τὸ σαπούνι, ἀλλὰ τὸ σαπούνι προστέθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων στὸν πίνακα.

Καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἐκφυλιστικῆς αὐτῆς ἀλλαγῆς, ποὺ μᾶς διαχωρίζει ἀπὸ τὴ βικτωριανὴ ἐποχή, ἐκδηλώνεται ὁλοφάνερα στὸ ἑξῆς: ἡ βικτωριανὴ ἀτμόσφαιρα, μὲ ὅλα της τὰ ἐλαττώματα, δὲν θὰ ἐπέτρεπε σὲ μιὰ τέτοια μορφὴ χειραγώγησης νὰ περάσειὡς αὐτονόητη.

Μπορεῖ ὁ Μιχαὴλ ῎Αγγελοςνὰ περηφανευόταν ποὺ εἶχε θέσει τὴν τέχνη του στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς αὐτοκράτορα ἢ ἑνὸς πάπα –ἂν καὶ νομίζω ὅτι οἱ πάτρωνές του δὲν περηφανεύονταν ἐξίσου γι’ αὐτόν–, ὡστόσο δὲν πιστεύωὅτι ὁ Σὲρ Τζὼν Μιλλέι θὰ αἰσθανόταν περήφανος ποὺ βοήθησε μὲ τὴν τέχνη του ἕναν σαπωνοποιό. Δὲν λέω ὅτι θὰ τὸ θεωροῦσε κακό, ἀλλὰ ὅτι δὲν εἶναι κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ καυχιόταν. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς σηματοδοτεῖ τὴν ἀλλαγὴ ἀπὸ τὴνἐποχή του στὴ δική μας.

Στὶς μέρες μας, οἱ ἔμποροι ἔχουν κυριολεκτικὰ υἱοθετήσει τὶς μεθόδους τῶν ἐμπόρων-πριγκίπων τῆς ᾽Αναγέννησης. Ἔχουν ἀρχίσει νὰ διαφεντεύουν ἀπροκάλυπτα τὸν πολιτισμό, ὅπως τὸν διαφέντευαν οἱ αὐτοκράτορες καὶ οἱ πάπες στὴν Ἰταλία. Στὴν ἐποχὴ τοῦ Μιλλέι, γενικότερα μιλώντας, μὲ τὸν ὅρο «τέχνη» ἐννοοῦσαν τὴ γνήσια τέχνη· ἡ διαφήμιση θεωροῦνταν κατώτερη τέχνη. Τὸ κεφάλι ἑνὸς μαύρου, ζωγραφισμένο γιὰ νὰ διαφημίσει ἕνα μαῦρο βερνίκι παπουτσιῶν, δὲν ἐνοχλοῦσε ἰδιαιτέρως ἂν ἦταν ἀκατέργαστο, γιατὶ δὲν ἀποτελοῦσε παρὰ ἕνα σύμβολο, ὅπως καὶ ἡ ταμπέλα ἑνὸς πανδοχείου. Ὁ μαῦρος ἔπρεπε νὰ εἶναι ἁπλῶς ὑπερβολικὰ μαῦρος. Ὁ πραγματικὸς καλλιτέχνης, ὡστόσο, ποὺ θὰ φιλοτεχνοῦσε τὴν προσωπογραφία ἑνὸς μαύρου, ἀναμενόταν νὰ γνωρίζει ὅτι ἕνας μαῦρος δὲνεἶναι ποτὲ ὁλότελα μαῦρος. ᾽Αναμενόταν νὰ ἀποδώσει τὸ πρόσωπό του μὲ χιλιάδες ἀποχρώσεις τοῦ γκρίζου, τοῦ καφετί, τοῦ βιολετί: γιατὶ κανεὶς δὲν εἶναι ἐντελῶς μαῦρος, ὅπως κανεὶς δὲν εἶναι ἀπολύτως λευκός. Μιὰ ἀρκετὰ σαφὴς γραμμὴ διαχώριζε ἀκόμη τὴ διαφήμιση ἀπὸ τὴν τέχνη.

 

***********************************************

 

Γραμμένα μεταξύ 1913-1915 για τη σοσιαλιστική εφημερίδα Daily Herald, τα τρία κείμενα που συγκροτούν τη συλλογή Ουτοπία τοκογλύφων και άλλα δοκίμια αποτελούν ένα έξοχο δείγμα του θάρρους, του χιούμορ και της «ηρωικής ταπεινότητας» με τα οποία ο συγγραφέας ανέτεμνε την ανοησία της οικονομικής και πολιτιστικής ζωής του καιρού του. Στο εκτενέστερο, το οποίο δίνει και τον τίτλο του στη συλλογή, ο Τσέστερτον εξετάζει όλες τις πτυχές του βιομηχανικού πολιτισμού και τις βρίσκει ελλιπείς. Με αστραφτερό πνεύμα και αδιάσειστη κοινή λογική, αναλύει την επίδραση της καπιταλιστικής νοοτροπίας στην τέχνη, τον πολιτισμό, την οικογενειακή ζωή, την εργασία, επισημαίνοντας ότι η ανθρώπινη καθημερινότητα υποβαθμίζεται από την τυφλή επιδίωξη του κέρδους. Κείμενο οργισμένο και εν πολλοίς προφητικό, προβλέπει τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί η αποδοχή της ανηθικότητας στον δημόσιο βίο.

Ο τόμος συμπληρώνεται με τα συντομότερα άρθρα «Η κόπωση της Φλητ Στρητ» και «Η τυραννία της κακής δημοσιογραφίας», στα οποία ο Τσέστερτον εντοπίζει και σχολιάζει τις παθογένειες της «τέταρτης εξουσίας».

Σχετικά βιβλία: