τὶς ἀσέληνες νύχτες:

 

[κορμὶ σὲ κίνηση αἰλουροειδοῦς κατόπιν χορογραφίας]

 

ξέχνα μισάνοιχτη τὴν μπαλκονόπορτα, νὰ τυλιχτῶ αὐτάρεσκα ὣς τὸ ξημέρωμα στὰ πόδια σου, παράγοντας ἤχους οἰκείους στὰ κεραμίδια καὶ τοὺς ὀντάδες. Τὰ ζαφείρια ποὺ ἀκούμπησα στὰ μάτια σου, προϊὸν γενεαλογίας. Σ’ τὰ παρέδωσα ἄνευ ὅρων κι ἴσως αὐτὸ προδίδει διάφορη κυτταρικὴ δομή. Ὅταν μετρᾶς τὰ δάχτυλά μου μὲ τὰ χείλη σου, κερδίζω χαμένα ἐδάφη. Μεθοδικὰ στὰ νύχια ἔδωσα σχῆμα, νὰ προμηνύουν ἐκδορές. Ντύνομαι μιὰ παλιὰ ρεμπέτικη μελωδία μπροστά σου καὶ φεύγω ἀδιάφορα. Μὲ σκισμένες τὶς συγχορδίες – μετέωρες τὶς ἀπολήξεις τῶν λέξεων, ἀλλὰ ἐσύ, δὲν πρέπει νὰ διακρίνεις παρὰ τὸ λευκὸ τῆς ὑπόβασης καὶ μία νότα νὰ σὲ προκαλεῖ. Κατηφορίζω τὸ πεντάγραμμο μέχρι νὰ χαθεῖ ἡ σκιά μου. Ὅπως ἐκεῖνες. Σχεδὸν ἡδονοβλεπτικὰ τὶς παρατηρῶ χρόνια τώρα νὰ χάνονται στὰ Ἀναφιώτικα διαγράφοντας μὲ τὴν ἄκρη τῆς οὐρᾶς τους ἀνεξάρτητα κύματα. Μὲ τὸ φεγγάρι σὲ τροχιὰ τώρα καθόδου, λίγο πιὸ ἀόρατη, ἐπιστρέφω στὸ σπίτι κι ἀφήνω τὴν κουβέρτα νὰ διακρίνει τὴν ψυχὴ τοῦ σκύλου μου. Τὴν ψυχή της. Ἔφυγε καὶ τώρα, ἔχω δυὸ ψυχὲς νὰ ὑπακούω καὶ νὰ καλύπτω τὶς νύχτες.

Περιμένω πιστὰ πίσω ἀπ’ τὴν πόρτα νὰ ἔρθεις

κι ὅταν ἀργεῖς μαθητεύω στὰ βιβλία σου τοὺς χειρισμοὺς τῆς ἀγριόγατας.

 

 

*********

καὶ νὰ θυμᾶσαι:

 

Εἶναι μιὰ ἐπανάσταση τόσο λευκὸς νὰ στέκεσαι δίπλα στὸ κόκκινο τοῦ κόσμου.

 

Γιατὶ τὸ λευκὸ δὲν ἔχει ἀποχρώσεις.

Ἢ λὲς ἄγγελος ἢ λὲς ἀσβέστης.

Καὶ καθρεφτίζεις τὴ σκιά σου

ἄσβεστη σ’ ὅ,τι ὁρίζει

νὰ δώσει χρῶμα ἡ ἀντανάκλαση.

 

**********

 

Ἦταν ὁ ἄντρας βυθὸς

 

Τὸ κατάλαβα ἀμέσως.

Ὁ βραχίονάς του κατέληγε

σὲ ἕναν πορτοκαλὶ

μεγάλο ἀστερία.

Τὰ δάχτυλά του,

τροχιὲς ἀστερισμῶν

ποὺ κάποτε γίνονται ἀκτῖνες

ποδηλάτου ὅταν ταξείδευε στὴν Κῶ

κι ἀντένες τώρα ποὺ ἐπιστρέφει.

Στὴν Ὕδρα κατάρτια μας

ποὺ κάρφωναν τὸν οὐρανὸ

νὰ μᾶς ποτίζει

φῶς.

Ὅταν ἔπλεκε

τὶς ἀπολήξεις του στὰ μαλλιά μου

κι ἀπὸ τὰ μάτια μου

κοίταζε τὴ θάλασσα

γινότανε ταξεῖδι.

Ἡ παλάμη του -ὁ ἀστερίας,

δηλαδή, ποὺ εἶχε γιὰ παλάμη του-

ζωντάνευε

καὶ μοῦ ψιθύριζε ὁ φλοῖσβος

«μὴν τοὺς πιστεύεις·

ἡ κώμη σου δὲν εἶναι ἀμμοθύελλα

ἀλλὰ ἡ ἐκβολὴ μιᾶς ἀπέραντης θάλασσας»

 

******

[γυναῖκα-νεοκλασσικὸ]

 

Κάτω ἀπ’ τὸ βράχο κίονες ψηλόλιγνοι στὴν εἴσοδό μου, καὶ κιονόκρανα ρυθμοῦ ἰωνικοῦ ἡ κόμη προοιωνισμένη. Τρίγωνα καὶ μετῶπες οἱ στιγμὲς κι οἱ ἀνάσες μου ἀντιστρόφως. Τὸ ὕψος ἐσωτερικὰ μεγάλο. Τὰ ἀνοίγματα ἐπαρκῆ. Νὰ εἰσέρχεται τὸ φῶς – νὰ ἐξέρχονται οἱ ἦχοι τῶν κυμβάλων. Νὰ λούζει τὰ πατώματα νὰ νοιώθουν οἱ κορμοὶ πὼς βρέθηκαν ξανὰ στὰ δάση. Νὰ ταράζουν τὴν πόλη νὰ νοιώθει πὼς ἔρχεται γιορτή. Κι ἐγώ, μέσα του νὰ ξυπνῶ τὶς νύχτες, ξυπόλητη νὰ περπατῶ στοὺς διαδρόμους -ἐλλείψει παράκτιας ἀμμουδιᾶς- μέχρι τὴν μπαλκονόπορτα. Κι ἔπειτα στὸ μπαλκόνι,

τὰ πόδια μου νὰ ντύνουν κάγκελα – περασμένες δαντέλες

τὸ κορμί μου ἀναρριχώμενο φύλλωμα γιασεμιοῦ.

 

Τὰ πρόσωπα τὰ δένει τὸ φεγγάρι. Κι ἐσὺ ἀπέναντι

– νὰ σοῦ μιλῶ, νὰ σὲ κοιτῶ, νὰ πλέκουν τὰ βλέμματα κλαδιά, τὰ λόγια ἀρώματα. Τὰ μάτια νὰ ὁρίζουνε εὐθεῖες ἀνάμεσα σὲ φράσεις ποὺ σμιλεύουμε καμπύλες.

Περικοκλάδα ποὺ ἁπλώθηκε πάνω ἀπὸ ἕναν κοινὸ πεζόδρομο τῆς Πλάκας. Ἡ ἔπαρση τῆς σημαίας θὰ σημάνει τὴν ἀνατολὴ. Γυρνῶ τὴν πλάτη καὶ χάνομαι στὸ ἐσωτερικό μου· μὲ κάπως σκισμένη σάρκα, μὰ ἐσὺ λὲς πὼς ἀρέσκεσαι σ’ αὐτή μου τὴ ρωγμή.

Θεμελιώθηκα σὲ κόσμους κλασσικοὺς μὲ τὴν ἐπιταγὴ νὰ τοὺς κρατήσω νέους. Τὸ ρόπτρο μου χτύπα τρεῖς φορὲς νὰ νοιώσω τὴν ἔλευσι.

Γιὰ σένα σχεδίασα εὐάερους κι εὐήλιους τοὺς χώρους μου

 

καὶ παρέμεινα πάντα δασυνόμενη

καὶ στὰ αἰσθήματα

 

**************

[Παρασκήνιο]

 

Εἶναι τὸ γέλιο τοῦ βηματισμοῦ ποὺ δραπετεύει στὴν μνήμη τῆς νύχτας

κι εἶναι τὸ ὄνειρο ἡ ἀνεπαίσθητη ἁφὴ τῶν σωμάτων.

 

Σημείωσε στὸ χαρτὶ μιὰ ἡμερομηνία γιὰ νὰ τὴ γράψει στὴ μνήμη ποὺ θὰ γινόταν ἀρχεῖο του. Στὸ ἀρχεῖο ποὺ θὰ γινόταν γυναῖκα του, σὲ ἐμένα. Συσσωρευμένες μνῆμες καὶ μηχανὲς στοιβάζονται στὰ ἀναχρονιστικὰ συρτάρια τῆς φύσης μου. Ἀποκόμματα ἀπὸ ταινίες καὶ θέατρα -ποὺ κάποτε δὲν ἔφτασαν στὴν κάθαρση- ταξείδια καὶ βότσαλα, κοχύλια, εἰσιτήρια γιὰ μιὰν ἀπόδραση ποὺ ἔψαχνε τὸν δραπέτη. Μελάνια ποὺ ἔπρεπε νὰ χυθοῦν, χαρτιὰ ποὺ ἔπρεπε νὰ λερωθοῦν, σεντόνια ποὺ ἔπρεπε νὰ σκιστοῦν. «Νὰ τὴν θυμᾶσαι αὐτὴ τὴ μέρα» ψιθύρισε κι ἔνοιωσα τὴν ἁφή του.

 

Μιὰ ἁφὴ ἀρκεῖ ἡ μνήμη γιὰ νὰ πάρει ὕλη.

 

Ὁ χῶρος τῆς νύχτας κυλοῦσε κι ἄρχιζα νὰ θυμᾶμαι τὰ χρόνια του, νὰ ἀποθηκεύω μιὰ παιδικὴ ἡλικία ποὺ ἄρχιζα ν’ ἀγαπῶ. Τὰ συρτάρια τοῦ παλιοῦ μπουφὲ ἔχουν μιὰν ἄλλη τάξη πραγμάτων ποὺ ἀκολουθοῦν -ἀπὸ ἐκείνη τῶν ἄυλων φακέλλων- ἔχουν ἄρωμα καὶ ἁφή. Τὸ δρύινο σῶμα τους θυμᾶται. Τὸ μπρούτζινο πόμολο ριγεῖ. Τὸ λευκὸ κεντητὸ ποὺ φωσφορίζει στὴ νύχτα θυμίζει τὸ λίγο ὕφασμα ποὺ αὔριο θὰ κεῖται στὸ πάτωμα. Τὸ κρυστάλλινο ποτήρι στὴν ἐταζέρα τὴ γιαγιὰ ποὺ περιμένει δισέγγονα. Ὁ καθρέφτης; Ὁ καθρέφτης θυμίζει τοὺς ποιητές μου καὶ προβάλλει ἐσένα. Ἐσένα ποὺ βλέπω ὅταν κοιτάζω τὸ σῶμα μου. Μὰ ἂς ἐπιστρέψουμε σ’ ἐκείνη τὴ νύχτα