I.
O μύθος

Τελειώνει, λες, με το δικό της τραύμα
εν μέσω πόνου, θυμού και κοπετού
ή αρχίζει, δες, μόλις το μαύρο τάγμα
σε βρει και σε κυκλώσει εν είδει συρφετού;…

(Φτάνουν μια μια σαν αλλόκοτο θαύμα,
σαν ακολουθία κυκλικού πυρετού,
ένα συνεχές παγωμένο καύμα
– κάτι μεταξύ γυναίκας κι ερπετού;)

Αρχίζει, δες, μ’ ένα ρίγος στο δέρμα
και νοιώθεις σαν να μην υπάρχει τέρμα·
οι θεοί κι οι δίκες: κατ’ ανάγκην ψέμα.

(Φτάνουν μια μια κοντά σου και σφυρίζουν·
είναι που μες στις φλέβες σου μυρίζουν
το μητρικό κι ανήσυχό της αίμα.)

II.
Η εντολή

Είσαι η λευκή γραμμή που πάει στη δύση,
ένας Ορέστης-Ίκαρος εν πτήσει·
κι είναι όλες οι βόμβες που θα τους ρίξεις
απλώς στήλες καπνού να τους τυλίξεις.

Όχι, δεν είσαι αυτός που θα χτυπήσει,
μόνο αυτός που το κουμπί θα πατήσει·
όχι, δεν είναι στόχοι όσα θα πλήξεις,
απλώς διαφόρων χρωμάτων εκρήξεις,

απλώς υπηρεσία διατεταγμένη:
κι η μάνα σου-οικουμένη, σκοτωμένη,
κι αυτός αναστημένος, φωτιά κι αέρας,

ως διάττων αστέρας πέφτει στην κτίση
ένα κάποιο δίκιο να κατακτήσει·
πατήρ πάντων, και δικός σου πατέρας.

III.
Το ερώτημα

Υπάρχει μια που θ’ αλλάξει το πράγμα,
κάποια σαν ωδίνη εργώδους τοκετού;
Μονάχα μια που θα σπάσει το φράγμα
του διατεταγμένου και του συνετού;

Υπάρχει μια σαν ηδύποτο μάγμα,
σαν γεύση ληγμένου, ταγκού φαγητού,
ένα συνεχές παγωμένο στάγμα,
– κάτι σαν οσμή δυσώδους οχετού;

Μια, που θα καρφωθεί στο νου σου θραύσμα,
μια σκέψη που θ’ ανοίξει εντός σου χάσμα·
μια σκέψη Σεμνή σε κάθε σου βλέμμα,

μια Σεμνή που σαν ηχώ θα γυρίζει
όσο ακόμη στις φλέβες σου θα σφύζει
το μητρικό της οικουμένης αίμα.