ΒΙΟΙ ΣΥΝΑΛΛΗΛΟΙ

Ο Κάλβος γέρασε κοντά σε μιαν Εγγλέζα
(εκεί στον κρύο Βορρά, την Παλαιά Αλβιώνα)
και ο Σικελιανός πριν απ’ την Άννα
έζησε στους Δελφούς και στο Ξυλόκαστρο πολύ καιρό
με μια Αμερικάνα.

Άνυμφος ες αεί ο Παπαδιαμάντης
τελεύτησε πλάι στις τρεις του αδελφές στη Σκιάθο
(όμως ο νους του πάντα αγκάλιαζε τον Άθω)
κι ο Καζαντζάκης σε μια πόλη πλάι στον Ρήνο
σαν Οδυσσέας που είχε αρπάξει μιαν Ελένη.

Άλλη από εκείνην του Σεφέρη, προφανώς·
πέτρα η ματιά του βουλιαγμένη,
με έλκος στον Ευαγγελισμό
απ’ το λευκό το προσκεφάλι της αρρώστιας
αυτός αναζητούσε τη Μαρώ
(ή μήπως τη Ζακλίν, την Μπίλιω;)

Ο Παλαμάς άοκνα γυρεύοντας τον ήλιο
ονειρευόταν γέρος τη Ραχήλ
(προτού πεθάνει μες στην Κατοχή απ’ την πείνα)
κι οι νοσταλγοί του Εγγονόπουλου
αναπολούσαν διαρκώς
μια Κ α τ ε ρ ί ν α.

Το πιο ωραίο όνομα γυναίκας ποιητή: Ελοϊσία
(τρείς θυγατέρες έθαψε με τον Βαλαωρίτη,
τις δυο απ’ αυτές τις έλεγαν Μαρία)
και μια Ναντέζντα είχε παρέα του ο Οσίπ στην εξορία.

Ο Σολωμός και ο Καβάφης και ο Ρασούλης φύγαν
χωρίς κανείς να τους κρατάει το χέρι.
Πλην τα φαινόμενα απατούν,
αυτή η μοίρα είναι η κοινή.
Ζευγαρωμένους ή ασυντρόφευτους
όλους μας περιμένει μοναχούς ο Τελευταίος Σταθμός:
ένα φρενάρισμα απαλό ή τραχύ, ένας συριγμός
κι ύστερα –
ποιος το ξέρει;

(6.12.2022)

 

 

*

ΑΡΙΘΜΟΙ

Στη Νέα Υόρκη κατοικούν οχτώμισι εκατομμύρια άνθρωποι
και δύο εκατομμύρια αρουραίοι
(según las últimas estadísticas).

Στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ
το ένα στα δύο ζευγάρια κάνουνε παιδιά
(τα δύο στα τρία κάνουν γάτα ή σκύλο).

Η Γενιά του ’30 είχε τουλάχιστον τρεις μέγιστους ποιητές –
του ’70 έχει είκοσι και βάλε
(κρίνοντας από τις τιμές και τις βραβεύσεις).

Άλλα στοιχεία ενδιαφέροντα:
Μέση διάρκεια γυναικείου οργασμού: 11 δεύτερα
Μέση θητεία υπουργού: 9 μήνες
Μέση διάρκεια μιας ιδεώδους αϋπνίας:
όσο κρατάει η ανάγνωση του Οδυσσέα (του Τζόυς).

Στοιχεία από ερωτηματολόγια:
Τι μας τρομάζει πιο πολύ:
αράχνες, φίδια, η νύχτα, η μοναξιά
Τι μας χαροποιεί: εξαρτάται
Τι χαλαρώνει από το άγχος δραστικά: η αγχόνη.

Στατιστικά που εν μέρει εκπλήσσουν:

Οχτώ απ’ τους δέκα αλκοολικούς διαθέτουν άδεια οδηγήσεως
(από τους μη αλκοολικούς μόλις επτά στους δέκα)

10.000 φορές περισσότερα:
τα άστρα του Σύμπαντος απ’ τους αμμόκοκκους της Γης.

Βέλτιστο εμβαδόν οικίας κατά κεφαλήν:
Στις ΗΠΑ: 1000 τετραγωγικά
Στην Ευρωένωση: 150
Σε Εστίες, Άσυλα, Γηροκομεία, Φυλακές: 8
Στον Κάτω Κόσμο: 2.

(7.12.2022)

 

* * *

ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ,

περνώντας διάβασα αιφνιδιασμένος.
Ενοχλημένος μάλιστα.
Ποιοι ανταγωνίζονται έτσι αθέμιτα
τους επαγγελματίες του είδους,
έτσι αμισθί διδάσκεται ποτέ η δημιουργία;
Τότε όμως πρόσεξα τι είχα παραβλέψει: της Γραφής,
κάποιοι μετέφηβοι, απ’ τη Γιούτα πιθανόν,
είκοσι αιώνες έπειτα απ’ τον Παύλο
είχαν βαλθεί να ευαγγελίσουν πάλι την Αθήνα –
δεν ήταν για γραφή δημιουργική ο λόγος,
ποιήσεως ή μυθοπλασίας.
Αυτή διδάσκεται καταλεπτώς
σε σεμινάρια, εργαστήρια, προγράμματα
προ- και μετα-πτυχιακά,
και πάντα από ειδήμονες, δόκιμους συγγραφείς –
με το αζημίωτο εννοείται.
Δεν είναι υπόθεση του κατηχητικού,
στ’ όνομα ενός Θεού
σεμνή αφιλοκερδής υπηρεσία.
Τι ξέρει εξάλλου απ’ αυτά ο Θεός –
μία φορά, έξι ημέρες όλες κι όλες, δούλεψε
κι έβαλε άλλον να τις καταγράψει.
Με αποτέλεσμα καλούτσικο, τ’ ομολογώ,
για ερασιτέχνη τέλος πάντων, πλην δυο σελίδες κι ούτε καν;
Πώς να γεμίσουν τόσα τυπογραφικά
λίγες φτωχές περίοδοι, μισή χιλιάδα λέξεις;
Α θέλει ωράριο, κόπο πολύ η Γραφή,
δεν έχει σχόλη ή Κυριακή η Δημιουργία.

Κι αυτό, πώς να το μάθεις αν δεν το πληρώσεις;

(8.12.2022)

 

 

***

ΜΑΝΙΑ

Α μ’ εξουθένωσες, ζωή.
Με κόπο στέκομαι όρθιος τα πρωινά,
όπως του Ιρλανδού οι γεροσχολάριοι
σέρνω τα βήματά μου όλη τη μέρα,
ανάποδα μετράω τις ώρες με τον βήχα.
Εκείνη είναι κάθετη κορφή, εγώ είμαι ψόφια ευθεία,
εκείνη μαίνεται, εγώ έχω ζαρώσει,
εκείνη έχει της ντόπας τα φτερά,
εγώ υποφέρω από τον ίλιγγο της πτώσης.
Δεν έχει αυτή αμφιβολία καμιά,
όλα της μοιάζουν πάμφωτα, εφικτά,
κρατάει το λυχνάρι του Αλαντίν,
την πέτρα του αλχημιστή,
το δόρυ του Κιχώτη.
Εγώ στις πλάτες μου έναν Σάντσο, έναν Θωμά
και τον παλιό τον Πύρρωνα έχω φορτωθεί.
Κορίτσι έχεις τον ήλιο ερωτευθεί κι εγώ τη σκοτοδίνη,
εσύ μπορείς να λες ό,τι ποθείς,
τη γλώσσα μου όμως βόδι την πατά,
μέσα στην τρέλα σου εσύ ’σαι ποθητή
κι εγώ έχω πια σκεβρώσει.
Οὐδὲν τὸν θάνατον διαφέρει νῦν τοῦ ζῆν –
α πόσο σε πεθύμησα ρουτίνα,
χλιαρή ροή του αίματος στις φλέβες
που τις εξάψεις όλες ιαίνεις,
χρονοτριβή χαυνωτική,
του μέσου όρου ασήμαντη γαλήνη!
Μες στον Λαβύρινθο γονατιστός
ζητώ Μινώταυρο ν’ απαλλαγώ –
κι αυτός με φτύνει.

(9.12.2022)