Σκιές της Αθήνας
Οι σκέψεις σου, τα όνειρα, ο ήχος μιας σειρήνας
Ειν’ όλα αυτά που κρύφτηκαν στη λόχμη της Αθήνας
Κι αφήνονται τα θέλω σου σα στέγες ρημαγμένες
Πάνω σε μέρες πού ‘ρχονται και φεύγουν τρομαγμένες.
Σε πότισε το βλέμμα τους συνήθειες της πιάτσας
Στεγνώνεις με τα ρούχα σου στο σύρμα της ταράτσας
Και η στιγμή που πέρασε και πηρέ τ άγγιγμά του
Κυλάει μες τις φλέβες σου μια νύχτα του Σαββάτου
Σ’ ένα κουτάλι γέμισες με σκόνη τις αγάπες
Και απ’ τη φλόγα έλιωσες γεμάτη οφθαλμαπάτες
Και το κορίτσι που φύγε να έβρει την χαρά του
Κυλάει μες τις φλέβες σου τη νύχτα του Σαββάτου
************
Κίτρινα γιλέκα
Γιλέκα κίτρινα στη πόλη του φωτός
Στιγμή που η σφύρα ακουμπάει στο αμόνι
Στάζουν τα μέταλλά στα πόδια τους εμπρός,
Πυρακτωμένα ˙
Μα η τηλεόραση δε κλείνει στο σαλόνι
Μήνυμα στέλνουν σε μπουκάλια με στουπιά
Σβήνουν τη λάμψη στις βιτρίνες των εκπτώσεων
Κονκισταδόρες τους χαϊδεύουν τα μαλλιά,
Νύχια βαμμένα ˙
Περιοδικά αθλητικών και δεξιώσεων.
Στήνουν στους κάδους οδοφράγματα φωτιάς
Μοιάζουν σινιάλα από φάρο αρχαίου κόσμου
Στέκονται κει, μονολογούνε “libertas”,
Κιτρινισμένα ˙
Τίτλοι ειδήσεων προς κατανάλωση του κόσμου
***********
Από τον Αύγουστο στον Ιούλιο
(comedia finita est)
Ανθίζει η νέα εποχή
Του κρατικού φορέα
Μετανοιωμένη Μοναχή
Που ψάχνει για παρέα
Μια συμφωνία φιλική
Αριστερή μανιέρα
Φορά μεταξωτό βρακί
Και κόκκινη ζαρτιέρα
Η κάλπη κλείνει στις εφτά
Στην ξεχασμένη Γυάρο
Στο κομοδίνο τα λεφτά
Στο στόμα το τσιγάρο
Χειροκροτήστε φίλοι
Η κωμωδία τέλειωσε
Ο Καίσαρας το δείλι
Ρουβίκωνα επέρασε
*****
Χωρίς ελπίδα
Σαν την πέτρα που ρίχνει το βουνό
Σαν τα μέτρα που πέφτουν στο κενό
Έτσι σπρώχνει ετούτο το λεπτό
Του νου η μπίλια
Σα νυχτέρι που ψάχνει το πουρνό
Σαν αστέρι που μένει σκοτεινό
Έτσι κρύβει ετούτο το γλυπτό
Του εγώ η γρίλια
Σαν το Βήμα που μένει ορφανό
Σαν το ποίημα που χάνει τον χρησμό
Έτσι σπάει σε τούτο το βυθό
Του κόσμου η βίδα
Στη γωνιά να προσμένουν μοναχοί
Τη στιγμή που γυαλίζει το καρφί
Ξεχασμένο λαμά σαβαχθανί ̇
Χωρίς ελπίδα
******
Άνοια
Ο χρόνος περνάει μονομιάς
Αρκεί ένα γεγονός
Να βρεθείς σε ένα σάκο αναμνήσεων
Ασύνδετων
Σορός βαραίνει πληθωριστικά το συγκεκριμένο
Ενώ δρηστήρες φέρουν το μήνυμα
Σε μαύρες πλάκες
Μέσα σε λευκούς φακέλους.
Ο γύπας αφήνει ένα φτερό στο βράχο
Και ψιθυρίζει
“ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν”
Παλιά γέννα
Για να λέει που πονάει
Ή για ν΄ αφήνεις χαρτζιλίκι στην τσέπη
Όσο σε θυμάται;









