«Ο Κρίστυ κατάφερε να δραπετεύσει με δυο μπουκάλια μπίρα και πήγε κι έκατσε σ’ ένα τραπέζι.
Από κει και πέρα θολούρα.
Ξέρω πως το πρώτο μπουκάλι δεν το ήπια. Το δικό του εξαφανίστηκε σε δευτερόλεπτα και, αφήνοντάς με να κοιτάζω το δικό μου, πήγε στο μπαρ και επέστρεψε με άλλα δύο. Σίγουρα ακολούθησαν δύο ακόμα. Είχα τώρα μπροστά μου τρία μπουκάλια να με περιμένουν, και πριν από τα δύο που ήρθαν αργότερα, είχα μάλλον αρχίσει όχι να ρουφάω, όχι, απλώς ίσα που ακουμπούσα τα χείλη μου στο στόμιο του μπουκαλιού φιλώντας το και γλείφοντας κάτι που μου φαινόταν σαν ξερατό, αλλά μετά τα οξέα και τα ένζυμα έκαναν τα κόλπα τους, το στομάχι μου προσαρμόστηκε, και τα δύο μπουκάλια δεν ήταν πια τόσο απαίσια.
Με τα επόμενα δύο, ο Κρίστυ άρχισε να τραγουδάει.
Το Κρέιβενς, βέβαια, δεν ήταν χώρος για τέτοιες εκδηλώσεις και, τη στιγμή που σηκώθηκε και ύψωσε τη φωνή του, το τραγούδι ήταν ήδη πέρα από τη σφαίρα της αφήγησης, πέρα από τη σφαίρα του κουτσομπολιού, είχε υπερβεί τα όρια της βραδιάς και είχε εγχαραχτεί στη μυθολογία της Φάχα, όχι απλώς επειδή πήγαινε κόντρα στις διδαχές της Εκκλησίας και τις συνήθειες της Εβδομάδας των Παθών, όχι απλώς επειδή έκανε άνω-κάτω ό,τι θεωρούνταν ευπρέπεια σ’ εκείνο το μέρος (κάθε χώρος είχε τους κανόνες του και για το Κρέιβενς ο κανόνας ήταν ότι επρόκειτο για χώρο απελπισίας, ήταν το μέρος όπου δεν είχες πιο χαμηλά να πέσεις, εκεί που μπορούσες ν’ αγκυροβολήσεις στο σκοτάδι και να αράξεις και, επειδή το ίδιο ακριβώς έκαναν και όλοι όσοι ήταν δίπλα σου, δεν ήσουν αναγκασμένος να αναγνωρίσεις πόσο χαμηλά είχες βρεθεί)· όχι, όχι απλώς επειδή παραβίαζε έναν παλιό άγραφο κανόνα, ότι εδώ μέσα δεν τραγουδάμε, αλλά λόγω του τρόπου του τραγουδιού.
Γιατί ο Κρίστυ όχι μόνο τραγούδησε, αλλά τραγούδησε με τα μάτια μισόκλειστα και με τις γροθιές σφιγμένες, κολλημένες στα πλευρά του, μια μπαλάντα, ένα τραγούδι αγάπης. Το τραγούδησε με φωνή στεντόρεια και μ’ όλη του την καρδιά και προτού καν φτάσει στο δεύτερο κουπλέ ήταν ήδη ξεκάθαρο μέχρι και στον σκύλο τον Ρου ότι απόψε εδώ ήταν παρούσα μια παθιασμένη αλήθεια. Δεν ήταν μόνο ότι τέτοια πράγματα δεν συνέβαιναν στο Κρέιβενς· ήταν ότι υπήρχε κάτι ακατέργαστο σε όλο αυτό, κάτι που ερχόταν από ένα πολύ βαθύ αίσθημα, κάτι που ήταν αμέσως ολοφάνερο μέχρι και σ’ εκείνους που βλεφάριζαν ανήμποροι μες στα σκοτάδια των αμέτρητων μπουκαλιών μαύρης μπίρας, αναγκάζοντας όσους γύρισαν στην αρχή να τον κοιτάξουν, να στρέψουν το βλέμμα τους αλλού.
Ο Κρίστυ τραγουδούσε. Είναι αδύνατο να περιγράψω πόσο εκπληκτικό ήταν. Αν πιστεύεις στην ψυχή, όπως εγώ, τότε ναι, η δική μου ψυχή αναδεύτηκε. Το τραγούδι δεν ήταν γραμμένο απ’ αυτόν, μα η αλχημεία της εκτέλεσής του σε έκανε να το νιώθεις δικό του.
Μου φαίνεται ότι η ποιότητα που κάνει ένα βιβλίο, μια μουσική, μια ζωγραφιά να έχουν αξία είναι η ζωή, και τίποτε άλλο. Τα βιβλία, οι μουσικές, οι ζωγραφιές δεν είναι ζωή, δεν θα μπορέσουν ποτέ να είναι τόσο γεμάτα, τόσο πλούσια, τόσο σύνθετα, τόσο απροσδόκητα ή τόσο όμορφα όσο η ζωή, αλλά τα καλύτερα ανάμεσά τους μπορούν να πιάσουν έναν απόηχο απ’ όλα αυτά, μπορούν να σε κάνουν να στραφείς και να κοιτάξεις έξω απ’ το παράθυρο, να βγεις από την πόρτα νιώθοντας πιο πλούσιος, νιώθοντας ότι πέρασες λίγο καιρό συντροφιά με κάτι ζωντανό που σ’ έκανε να προσέξεις ξανά τι εκπληκτικό πράγμα που είναι η ζωή, και αφήνεις το βιβλίο, φεύγεις απ’ το μουσείο ή τη συναυλία μ’ ένα φως που το αισθάνεσαι ―ας μου επιτραπεί η λέξη― άγιο, και μ’ αυτό εννοώ την ανθρώπινη έκσταση.
Και νάτη, λοιπόν, η ποιότητα αυτή, αυτή η ζωή, σ’ έναν άντρα που τραγουδούσε.
Δεν λέω πως ο Κρίστυ ήταν κανένας σπουδαίος ή έστω καλός τραγουδιστής. Ο κόσμος έχει αρκετούς κριτικούς, αλλά η τεχνική, ο τόνος, το ύψος και το βάθος και τα τοιαύτα, τίποτε απ’ αυτά δεν είχε σημασία, διότι το τραγούδι του έκανε την καρδιά σου να σταματήσει. Έμπαινε μέσα σου και σου γράπωνε την καρδιά και δεν την άφηνε με τίποτα. Της έλεγε: Άκου, νά ένας άνθρωπος που μάτωσε για την αγάπη. Έλεγε: Νά μια καρδιά που πονάει, και ο πόνος αυτός ήταν αρκετά μεγάλος, επιτακτικός και οικείος για να τον νιώσεις κι εσύ και, νιώθοντάς τον, γινόσουν συμμέτοχος σε κάτι που ο ίδιος ήσουν πολύ δειλός, κλειστός ή άτυχος για να το έχεις βιώσει προσωπικά, ή σε κάτι που είχες γνωρίσει στα πολύ παλιά της αθωότητάς σου και με τον καιρό απέκτησες τη σκληρή πέτσα που χρειαζόταν για ν’ αντέξεις την απώλεια και να συνεχίσεις να ζεις.
Τραγουδούσε. Μετά απ’ τους πρώτους στίχους δεν άντεχα να τον κοιτάζω. Κανείς δεν άντεχε να τον κοιτάζει. Το ένιωθες σαν μια προσωπική στιγμή στην οποία δεν είχες κανένα δικαίωμα να μετέχεις, αλλά ήξερες ότι απολάμβανες ένα προνόμιο και δεν τολμούσες να κουνηθείς μην τυχόν και διαταραχτεί ό,τι κι αν ήταν αυτό που το είχε δημιουργήσει. Τραγουδούσε το ερωτικό του τραγούδι με τρόπο που σ’ έκανε να αντιλαμβάνεσαι μια πραγματικότητα που υπήρχε όχι έξω από αυτήν στην οποία ήσουν εσύ μαθημένος, αλλά παράλληλα ή ακόμα και μέσα σ’ αυτή. Σε αφύπνιζε. Και σκεφτόσουν πως, από καθαρή τύχη ή σύμπτωση, βρισκόταν εδώ ένας άντρας που είχε καταφέρει ν’ αποφύγει την εύκολη απαξίωση των ρομαντικών τραγουδιών και των ιστοριών αγάπης, αυτό δηλαδή που για άλλους αποτελεί το μέτρο της ωριμότητας, λες και όλα αυτά είναι χαζά παιχνίδια της νιότης. Μέσα σ’ εκείνο το μέρος που ήταν αμείλικτα, ζοφερά ανδρικό, αυτός έκανε τον αέρα τρυφερότερο. Δεν μπορώ να το πω πιο καθαρά».
**************************************************************************
Τέλη της δεκαετίας του ’50 και στη Φάχα, ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας όπου η ζωή έχει μείνει ίδια κι απαράλλαχτη σχεδόν για χίλια χρόνια, ακόμα περιμένουν ένα θαύμα: τον ερχομό του ηλεκτρικού. Μια Μεγάλη Τετάρτη, όμως, εντελώς αναπάντεχα και σχεδόν ανεπαίσθητα, συντελείται ένα θαύμα ακόμα μεγαλύτερο ― σταματάει να βρέχει. Μα για τον δεκαεφτάχρονο Νόου, ο οποίος έχει βρει καταφύγιο στο χωριό του παππού και της γιαγιάς του, έναν τόπο όπου η κωμωδία της ζωής αναβλύζει δίπλα ακριβώς στις τραγωδίες της, τα θαύματα δεν έχουν τέλος. «Την ώρα που τη ζεις μπορεί μερικές φορές να πιστέψεις ότι η ζωή σου δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. Είναι τετριμμένη και συνηθισμένη και σίγουρα θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είναι καλύτερη με τον άλφα ή με τον βήτα τρόπο. Λείπει η προοπτική που επιτρέπει στο οποιοδήποτε νόημα να αναδυθεί, γιατί την ώρα που τη ζεις υπάρχει μόνο αίσθηση και σπουδή και αμεσότητα ― όπως πρέπει δηλαδή να βιώνεται η ζωή. Όλοι αγωνιζόμαστε διαρκώς και, μολονότι αυτό συνεπάγεται μια λίγο-πολύ σταθερή ροή από αποτυχίες, μάλλον δεν πρόκειται για κάτι και τόσο τρομερό, αν σκεφτείς ότι τελικά συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε».









