Ο ποιητής και το ποίημα
Κοιτάζει το φεγγάρι ο ποιητής
Και γεμίζει το κεφάλι του σκόνη
Κι εσύ είσαι λέξη που δεν θέλεις να ‘ρθεις
Προτιμάς την κρυψώνα σου, νιώθεις ασφάλεια μόνη
Στο πεζοδρόμιο σκάβει, βγαίνει χρυσός
Καταβρέχει τους πεζούς με τ’ αμάξι
Κι εσύ είσαι στίχος που ‘χει μείνει μισός
Δεν τελειώνεις ποτέ, δεν ταιριάζεσαι, δεν είσ’ εντάξει
Έχει ο πατέρας σου μια μαύρη ψυχή
Κι ως εδώ όλα είναι εντάξει, το καταλαβαίνω
Μα όταν πληρώνεις τη δική του ενοχή
Το τραγούδι σου πεθαίνει τη στιγμή που τρέχει να γεννηθεί
Ο κόσμος βρίσκει κάτι και προχωράει
Κάποια τραβηχτική θεωρία
Μα εγώ κοιτάζω κάποια και με κοιτάει
Με ρωτάει τι θέλω και λέω «Δεν ξέρω, κυρία»
Κοιτάει τον πλούσιο με ζήλεια ο φτωχός
Και μαθαίνει αριθμούς και προσθέσεις
Μα εγώ δεν βρίσκω πώς ανάβει το φως
Να κοιτάξεις τη λάμπα κατάματα και να πονέσεις
Έχει η μητέρα σου μια υπάκουη ψυχή
Κι ως εδώ όλα είναι εντάξει, το καταλαβαίνω
Μα όταν την θρέφει η δική σου ενοχή
Το τραγούδι σου πεθαίνει τη στιγμή που τρέχει να γεννηθεί
Κοιτάζει το φεγγάρι ο ποιητής
Και γεμίζει το κεφάλι του άχνη
Μα εσύ είσ’ ένα τραγούδι που αν δε γραφτείς
Θα χαθείς το πρωί, θα σε σβήσουν η μέρα κι η πάχνη
*
Κάποια παιδάκια
Κάποια παιδάκια είναι υπερκινητικά
Κάποια είν’ απρόσεκτα και παρορμητικά
Τα γράμματα μπερδεύουν και τις συλλαβές
Κι αφήνουνε στη μέση τις κατασκευές
Κάποια παιδάκια αναπτύσσονται αργά
Άλλα δεν τρώνε, άλλα μιλάν πολύ σιγά
Άλλα γυρνάν απ’ το σχολείο και λένε ψέματα
Και άλλα τα’ χουν καταστρέψει τα παινέματα
Όλα όμως κάποτε μετριούνται με τους άλλους
Όλα μια μέρα προσποιούνται τους μεγάλους
Όλα ελπίζουνε πως θα’ ρθει αυτός ο άγνωστος
Από τη χώρα που κανείς δεν είναι άρρωστος
Ναι, όλα κάποτε μαθαίνουν για το αντάλλαγμα
Δίνουνε το ‘να για να πάρουν το άλλο πράγμα
Δίνουν τα σώματα και τα ελαττώματά τους
Για να αποκτήσουνε οσμή τα χρήματά τους
Δίνουν τα σώματα και τα ελαττώματά τους
Για να τελειώσει κάποιος τα μαθήματά τους
Κάποια παιδάκια τραυματίζονται συχνά
Κάποια μιλάν πάρα πολύ και φορτικά
Κάποια ανεβαίνουνε σε μέρη που θα πέσουνε
Και κάποια αγγίζουν το κερί για να πονέσουνε
Κάποια έχουν θέμα με το μεταβολισμό
Κι άλλα φοβούνται όταν ακούν για χωρισμό
Άλλα τα στέλνουνε πακέτο στους παππούδες τους
Και άλλα βάζουν σε γυαλί τις πεταλούδες τους
Όλα όμως κάποτε θα ξαναπροσπαθήσουν
Να βρούνε κάποιον που θ’ ακούσει όταν μιλήσουν
Να βρούνε κάποιον μ’ ένα σώμα σαν ανάμνηση
Να βγάλουν έξω το κεφάλι από τη βάφτιση
Κάποια μπορεί ποτέ να μην κοιτάξουν πάνω
Κάποια θα μείνουν μαύρα πλήκτρα σ’ ένα πιάνο
Μα κάποια λίγα πίσω απ’ τη ρωγμή του κάλλους
Θα δούνε μέσα τους κι εκεί θα βρουν τους άλλους
Μα κάποια πίσω από το ράγισμα του κάλλους
Θα δουν το τραύμα τους κι εκεί θα βρουν τους άλλους
*
Ο λωτοφάγος
Κάθεσαι φτιάχνεις λίστες στο Spotify
Ξανατρώς τραγούδια που’ χεις ήδη φάει
Κάποιος με 5 ακόρντα είχε χτίσει παλάτι
Ύστερα το ’παιξε-το ’χασε σα χούφτα αλάτι
Κι εσύ ταξινομείς τα ηχογραφήματά του
Σκέφτεσαι τα κορίτσια, τα ναρκωτικά του
Πας ν’ αλλάξεις κομμάτι, το ποντίκι πέφτει
Στάχτη στο πληκτρολόγιο, ρήγμα στον καθρέφτη
Μη φοβάσαι, άντρα μου, άλλο μη φοβάσαι,
Ο κόσμος πάει μπροστά, ενώ εσύ κοιμάσαι
Κι όταν ξυπνάς δεν ξέρεις καν ότι κοιμόσουν
Πέτα τα πίσω σου όσα μέχρι χτες θυμόσουν
Το χρόνο μέτραγες μ’ Επαναστάσεις
Με Αναγεννήσεις και με Αναστάσεις
Τώρα μετράς με views τα τούβλα του σπιτιού σου
Με νεκρούς την άνοδο του πυρετού σου
Ήσουν ο γιος κι η ελπίδα του Γενάρχη
Το πρόβλημα είν’ ότι Γένος δεν υπάρχει
Κάηκαν στα ανάκτορά σου στο Τατόι
Η Παλαιά Διαθήκη και το «Playboy»
Μη φοβάσαι, άντρα μου, άλλο μη φοβάσαι,
Ο κόσμος πάει μπροστά, ενώ εσύ κοιμάσαι
Κι όταν ξυπνάς δεν ξέρεις καν ότι κοιμόσουν
Πέτα τα πίσω σου όσα μέχρι χτες θυμόσουν
Το «Άνδρα μοι έννεπε» ζητάω απ’ τη Μούσα
Θα την παντρευόμουν άμα το μπορούσα
Θα την έπαιρνα μαζί μου στην Ιθάκη
που ‘χω καβατζώσει ένα οικοπεδάκι
Μα φεύγει το νησί, προτού κινήσει καράβι
Και στα σπίτια τους κωπηλατούν οι σκλάβοι
Ας πούμε ένα έπος για να σπάσει ο πάγος
Άκου το λίγο πριν να γίνεις Λωτοφάγος
Μη φοβάσαι, άντρα μου, άλλο μη φοβάσαι,
Ο κόσμος πάει μπροστά, ενώ εσύ κοιμάσαι
Κι όταν ξυπνάς δεν ξέρεις καν ότι κοιμόσουν
Πέτα τα πίσω σου όσα μέχρι χτες θυμόσουν
Μη φοβάσαι, μάγκα μου, να γίνεις άλλος
Ο κόσμος δεν σου ανήκει πια ούτως ή άλλως
Ξύπνα επιτέλους, φίλε μου, από τ’ όνειρό σου
Ο κόσμος ήταν λάθος όπως τον θυμόσουν
*
Άγρια Ορχιδέα
Έχω βαρεθεί να κοιτάζω τ’ αρχίδια σου
Τα περίφημα αρχίδια σου τ’ αρχαϊκά
Έτσι όπως τ’ απλώνεις τα θλιμμένα αρχίδια σου
Στα φύλλα της αμπέλου μου τα ειρηνικά
Έχω βαρεθεί ν’ απολογούμαι στη μάνα σου
Που κλαίει άσπρα δάκρυα Βουγιουκλακικά
Και μου στέλνει φωτό απ’ όταν ήσουν στην πάνα σου
Τότε που ήτανε τ’ αρχίδια σου ακόμα μικρά
Έχω βαρεθεί την Κατοχή του παππού σου
Που ολομόναχος νίκησε τους Γερμανούς
Κι ύστερα εξόρισε και πρόδωσε κι έσφαξε
Και βλέπει πια τ’ αρχίδια σου απ’ τους ουρανούς
Έχω βαρεθεί την ιδρωμένη ομάδα σου
Που σαν κόμμα έχει μέρα της την Κυριακή
Και κάθε που κλωτσάει αλλάζει ο ηγέτης σου
Και τ’ αρχίδια σου περνάνε στην Πρώτη Εθνική
Έχω βαρεθεί τις ιστορίες της γυναίκας σου
Με μωρά που κάνουν γκάφες και πλακάκια στο ντους
Που ανεβάζει κάθε βράδυ και τις κάνει ασπρόμαυρες
Ταγκάρει και τ’ αρχίδια σου και παίρνετε views
Χτες είδα στ’ όνειρό μου -τι άλλο;- τ’ αρχίδια σου
Μόνο που ήταν στους αιθέρες κι είχαν βγάλει φτερά
Και κοιτούσαν με απορία των ανθρώπων τα πρόσωπα
Κι αισθανόντουσαν μεγάλη αρχιδίσια ερημιά
Πετούσαν από πάνω από την πόλη τ’ αρχίδια σου
Και κοιτούσανε τα σπίτια μας με τα μυστικά
Τις κρυφές μας τις αγάπες με τα χέρια προς το άγνωστο
Κι αισθανόντουσαν μεγάλη αρχιδίσια ερημιά
*
Ένα Σάββατο που μοιάζει Κυριακή
Ένα Σάββατο που μοιάζει Κυριακή
Περπατάω στο πλάϊ της Αχειροποιήτου
Ζουν ακόμα κάποιοι Άγιοι εκεί
Μα ο καθένας τους κοιτάει το μαγαζί του
Κάνουν λες κι υπάρχει ακόμα Αμερική
Κάνουν λες κι απ’ τ’ άστρα κάποιοι μας κοιτάνε
Θα πεθάνω ώσπου να φτάσω Τσιμισκή
Να φορέσεις και τα μαύρα που σου πάνε
Δύει ο ήλιος και το έαρ το γλυκύ
Ένα Σάββατο που μοιάζει Κυριακή
Ένα Σάββατο που μοιάζει Κυριακή
Προχωράω και βλέπω μπρος μου τη Ροτόντα
Κάποια μου χαμογελάει όπως εσύ
Κι όπως κάποτε σε κάποιον η Τζοκόντα
Κάνει λες και με γνωρίζει από παλιά
Κάνει λες και είμαι τέλος από έργο
Μα είναι μήνες που μου πήρες τη μιλιά
Κι όλοι οι δρόμοι είναι μόνο για να φεύγω
Δύει ο ήλιος και το έαρ το γλυκύ
Ένα Σάββατο που μοιάζει Κυριακή
Ένα Σάββατο που μοιάζει Κυριακή
Στέκω λίγο έξω απ’ την Αγιά Σοφία
Κάποτε ήταν μια φοιτήτρια εκεί
Που της έκανα την ιδιοφυΐα
Κάνεις λες και δε γεννήθηκα πότε
Κάνεις λες κι είμαι μια πίστη ξεχασμένη
Θα πεθάνω ώσπου να φτάσω στο Ντορέ
Αν αυτό σε κάνει πιο ευτυχισμένη
Θα ‘χει δύσει και το έαρ θα’ ναι γλυκύ
Θα’ ναι Σάββατο, θα μοιάζει Κυριακή
*
***************************************************************************************************
Tο ΑΝΙΜΕ είναι το 8ο κατά σειράν studio album του Φοίβου Δεληβοριά.
Τραγούδια που γεννήθηκαν στην κινούμενη άμμο των ετών 2018-2022, με την ψυχή ταραγμένη, μειλίχια ή σε έκσταση και με την κιθάρα σαν ένα είδος προέκτασής της.
Ο έρωτας και η επικαιρότητα, η κοινωνία και ο εαυτός, η βία και το δόσιμο, ο πόλεμος και το παιδί, είναι μερικά απ’ τα παράθυρά του.
Ο ήχος -ευτυχής συνύπαρξη του Φοίβου, της μπάντας του και του ποιητή-παραγωγού Βασίλη Ντοκάκη- αιχμαλωτίστηκε στα παλιά στούντιο της Φίνος Φιλμ και σε ένα μικρό στουντιάκι πλάι στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, έχει δηλαδή αρκετές ψυχές με το μέρος του.
Ο τίτλος είναι αυτό που είναι -γράφεται στα ελληνικά και στα λατινικά με τα ίδια γράμματα και ακουμπάει με διάφορους τρόπους την εμψύχωση.
Πέραν της στενής καλλιτεχνικής οικογένειας του Φοίβου (Σωτήρης Ντούβας, Κωστής Χριστοδούλου, Κώστας Παντέλης, Yoel Soto και Νεφέλη Φασούλη) και του τρομερού παιδιού Βασίλη Ντοκάκη, συμμετέχουν και δίνονται πολύτιμα ο εξάδελφος Φώτης Σιώτας και οι σπουδαίοι Θοδωρής Ρέλλος, Δημήτρης Σιάμπος, Τζιμ Σταρίδας και Δημήτρης Κούρτης. Πλοηγός στα decks ο Νίκος Κόλλιας, μάστερ του mastering o Γιάννης Χριστοδουλάτος και παντοτινός συνοδοιπόρος ο Γιάννης Πετρόλιας. Ψυχοπομπός ο Δημήτρης Μακρής. Το artwork (ένα πραγματικό έργο μέσα στο έργο) είναι μια δημιουργία του Γιώργου Παπαδάκη.
Η Inner Ear κυκλοφορεί το album δένοντάς το σε μιαν άτυπη τριλογία με τον «Αόρατο Άνθρωπο» και την «Καλλιθέα».
Καλή Έξοδο!






