Η Αλίκη μετά είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου της Κωστούλας Μάκη. Αποτελείται από τριάντα πέντε μικρά κείμενα και ένα επίμετρο που απαρτίζεται από άλλα τρία μεγαλύτερα κείμενα, συμπληρωματικά και επεξηγηματικά περισσότερο της κύριας γραφής του βιβλίου. Εκδόθηκε το 2021 από τον εκδοτικό οίκο «Μετρονόμος» με την επιμέλεια του Κώστα Βούλγαρη.

Ο πρώτος δικαιολογημένος συνειρμός προφανώς οδηγεί στη διάσημη ηρωίδα του Lewis Carroll από το βιβλίο του «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» που εκδόθηκε το 1865. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσει κανείς πως μετά από εκατό πενήντα χρόνια ζωής το βιβλίο του Lewis Carroll, και αφού από τότε έχουν γραφτεί πολλά ποικίλα και ενδιαφέροντα κείμενα, εξακολουθεί να προσφέρεται για μια ακόμη σύγχρονη ανάγνωση, να αποτελεί δηλαδή κίνητρο, αφετηρία και έμπνευση για μια διακειμενική συνομιλία μαζί του.

Στο βιβλίο της Κ. Μ. η Αλίκη μετά είναι η Αλίκη του σήμερα με τη ματιά της συγγραφέως ή καλύτερα είναι όλες οι Αλίκες που θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν κομμάτια της ταυτότητάς τους ή και να ταυτιστούν ακόμη με τη στάση, τη θέση και την πρόταση της συγγραφέως. Μια από τις πολλές Αλίκες, που συνομιλεί διακειμενικά με την Αλίκη του Lewis Carroll,  είναι βέβαια, πρώτα και κύρια, η ίδια η συγγραφέας του βιβλίου που προσπαθεί να προσεγγίσει, να αναδείξει και να προτείνει το δικό της modus vivendi, που θέλει πεισματικά να αποδομήσει και να αντικαταστήσει ένα σύστημα ζωής με τα στερεότυπα, τις συμβάσεις και τους εγκλεισμούς του.

Η συγγραφέας Κ. Μ. στο βιβλίο της ασχολείται και διαπραγματεύεται με εξαιρετική επιτυχία κεντρικά και σημαντικά ζητήματα του καιρού μας.. Θέματα όπως η κανονικότητα, η διαφορά και ο φόβος μπροστά στη διαφορά, τα στερεότυπα, η μια αλήθεια και οι πολλές εκδοχές των πραγμάτων, η μοναδικότητα της κάθε ύπαρξης, η πραγματικότητα και οι πολλές άλλες πραγματικότητες, ο εαυτός και οι πολλοί εαυτοί που μας συγκροτούν, η ταυτότητα και η ετερότητα διαπερνούν τα τριάντα πέντε μικροκείμενα, προειδοποιώντας και δηλώνοντας συγχρόνως με σαφήνεια και καθαρότητα ότι «ο κόσμος των θαυμάτων πάντα δίπλα σε άγριο τόπο ευδοκιμεί» και ότι «ο κίνδυνος είναι ο δρόμος να φτάσεις στο όνειρο», προειδοποιώντας και δηλώνοντας δηλαδή τον μεγάλο κίνδυνο που ενυπάρχει σ’ αυτήν την αναγεννητική αναζήτηση των εκπλήξεων και των θαυμάτων της ζωής και του κόσμου μας.

Είναι αυτός ο δρόμος, αυτή η αναγεννητική αναζήτηση ένα ταξίδι στο εδώ και το τώρα όπου το φαντασιακό εισβάλλει απροσκάλεστο, ένα ταξίδι που εμπιστεύεται το όνειρο, το παράδοξο, το απίθανο και το τυχαίο, όπου όλα είναι ανοιχτά και πρωτόγνωρα, όπου όλα είναι δυνατόν να συμβούν, ένα ταξίδι όπου οι κατακερματισμένες ιστορίες που είμαστε προσπαθούν να αναγνωρίσουν και να δώσουν όνομα στην ταυτότητά μας. Αυτό το ταξίδι σηματοδοτεί έναν συνεχή αγώνα και μια ασκητική ζωής που δεν παραδίνεται στην ευκολία της καθημερινής συνήθειας, στο άχρηστο παραδοσιακό, στο στερεότυπο του εγκλεισμού, αλλά μας οδηγεί και μας δείχνει τον δρόμο προς την ελευθερία «φύγε επιτέλους από τα σπίτια˙ κάποια στιγμή όλα τους θα σε καταπλακώσουν», που μας παρακινεί να εμπιστευόμαστε πάντα τη μνήμη, να μην ξεχάσουμε τον εαυτό, που εύκολα μπορεί να εγκλωβιστεί στη φυλακή του στενού μας χώρου και να παραμορφωθεί γρήγορα και αναπότρεπτα στον «κύκλωπα Κανένα».

Και έτσι αρχίζει η μεγάλη περιπλάνηση και η συνάντηση με το καινούργιο, με την πραγματικότητα που ποτέ δεν είναι ίδια, που αλλάζει συνεχώς, που «μ’ εμάς ή χωρίς εμάς μετασχηματίζεται ποικιλοτρόπως»˙ έτσι αρχίζει η μεγάλη και σκληρή πολλές φορές συνομιλία ανάμεσα στο εγώ και στο άλλο που θα μπορούσα να είμαι, ανάμεσα στο εγώ και στον σημαντικό άλλον˙ έτσι πετυχαίνεται η συνάντηση με τη βαθιά μας επιθυμία να βρεθούμε σε άλλες πρωτόγνωρες πραγματικότητες, σε άλλους θαυμαστούς κόσμους, σε άλλους άγνωστους τόπους ακόμη κι αν χρειαστεί να αναμετρηθούμε με τα τραύματα και με τις λύπες, με τους «υδάτινους λυγμούς», με τους γκρεμούς και  τις ματαιώσεις. Γιατί το επιθυμείν ορίζεται πάντα στη θέση της έλλειψης και με οδηγό αυτή τη βαθιά επιθυμία αποφασίζω και αναλαμβάνω την ευθύνη και το τίμημα να ζήσω αυτό το πολύμορφο παιχνίδι της αναζήτησης μιας συναρπαστικής ζωής, μέσα στον δρόμο αυτής της απροσδόκητης περιπλάνησης.

Η συγγραφέας στη διακειμενική συνομιλία της με τα παραμύθια και συχνά με εξωλογικά στοιχεία, με το λυπητερό βλέμμα του Μικρού Πρίγκιπα, την κοιμισμένη Χιονάτη, την αφέλεια της Σταχτοπούτας, τον ψεύτη Πινόκιο αλλά και με τον κούνελο, τα φλαμίγκος, τους ερωδιούς, τα ψάρια, την πέστροφα και την οχιά πολεμά το εύκολο και το ρηχό, «αποπλαισιώνει» τη συναισθηματική ανοησία, τους παραμυθένιους πύργους από τραπουλόχαρτα. Ψάχνει μικρά φωσάκια στο βάθος μιας εμπράγματης πια επίγνωσης που της υπενθυμίζει και μας υπενθυμίζει αδιάλειπτα ότι ο δρόμος είναι μοναχικός, ότι «η περιπλάνηση (είναι) πάντα ενικός αριθμός», ότι «είναι η ώρα να φτιάξετε δικά σας παραμύθια» Εκεί η Αλίκη δεν λογαριάζει κανένα κόστος, δεν λογαριάζει τις λίμνες των δακρύων, τον πόνο, τις ματαιώσεις. Η άλλη πραγματικότητα, το άλλο του πράγματος, η κρυφή και απόκρυφη μεριά των πραγμάτων, η άλλη εκδοχή τους, αλλά και «οι πολλές Αλίκες, οι χιλιάδες μικρές εκδοχές του εαυτού» της,  είναι η δική της συνειδητή αναζήτηση και το δικό της ουσιαστικό νόημα ζωής, όπου η ζωή της εγκαθίσταται ως ένα επιφώνημα έκπληξης και θαυμασμού.

Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του βιβλίου είναι η ιδιότροπη και ιδιόμορφη, ρέουσα ασφαλώς, γραφή της συγγραφέως, η οποία δεν είναι εύκολο να ταξινομηθεί, γιατί συστήνεται από μια ενδιαφέρουσα σύνθεση εκφοράς γλωσσικών εκφραστικών επιλογών, απομακρυσμένων μεταξύ τους σε μια πρώτη ματιά. Υπάρχουν, ας πούμε, στιγμές που η γλώσσα κυλά σαν ένα παραμύθι, συνομιλεί με ήρωες παραμυθιών και μας εισάγει σε μια παραμυθένια ατμόσφαιρα και την ίδια στιγμή γίνεται ένας αφαιρετικός, δοκιμιακός, συμβολικός και πολλές στιγμές ψυχαναλυτικός λόγος. Υπάρχουν άλλες λεκτικές περιστάσεις που η γλώσσα παραδίνεται σε μια χαριτωμένη, παιχνιδιάρική παιδικότητα «η Αλίκη και τα ψάρια», «Η Αλίκη τρώει μακαρόνια» και την ίδια στιγμή μπορεί να αναχθεί σε έναν πολιτικό, κοινωνιολογικό και φιλοσοφημένο λόγο. Το πολύ ενδιαφέρον ωστόσο είναι ότι σε όλες αυτές τις γλωσσικές συναντήσεις η γραφή της Κ. Μ. κατορθώνει και διατηρεί τη θεματική και νοηματική συνοχή της, την αβίαστη φυσικότητά της, το χιούμορ, την ποιότητα και τη λογοτεχνικότητά της.

Τελικά το σημαντικό που μένει από την ανάγνωση του βιβλίου της Κ. Μ. είναι η επαναφορά και η υπενθύμηση της πολύ παλιάς, διαχρονικής παραδοχής του μεγάλου Εφέσιου φιλοσόφου «τα πάντα ρει» και βέβαια η πολύ ενδιαφέρουσα, μέσα από την «προσωπική αφήγηση» της συγγραφέως, «που τέμνει το προσωπικό και το συλλογικό», αναγωγή της αναλλοίωτης αυτής αλήθειας στον ενεστώτα χρόνο, στο δικό μας εδώ και τώρα. Μας ξαναθυμίζει δηλαδή ότι ο χρόνος είναι κίνηση και αλλαγή, ότι η ζωή είναι οι διαρκείς μετασχηματισμοί της, ότι όλα αλλαζουν και μαζί τους καλούμαστε να αλλάζουμε κι εμείς, αντιπαλεύοντας τη σύμβαση που διαβρώνει και την άγονη επανάληψη που δεν γεννά. Τέλος, η ενθάρρυνση και η παρηγοριά, η βαθιά επίγνωση ότι κι όταν ακόμη νομίζουμε ότι χάνουμε τον δρόμο και ότι απομακρύνεται το όνειρο να πιστεύουμε ότι «η απομάκρυνση είναι η επόμενη επιστροφή σ’ αυτό που τόσο σίγουρα νομίζουμε χαμένο».